Μεγάλε μας Ποιητή
Χαίρε και «κύκλω της προτομής σου ευφράνθητι»! Τώρα θα μπορούμε από κοντά να σου απευθύνουμε τον θερμό χαιρετισμό μας, αποτίοντας φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στην αειθαλή σου όψη. Τώρα που το Παγκύπριο Γυμνάσιο της αποφοίτησής σου σε έχει με πανηγυρική τελετή υποδεχτεί στο προαύλιο της εισόδου του. Εδώ επιστρέφεις τώρα ύστερα από τον δεκαετή ξενιτεμό σου σε χώρα ένθεη μακρινή· αν και πάντα νιώθαμε ζωντανή και ακοίμητη την παρουσία σου ανάμεσά μας, ακούγοντάς σε να επαναλαμβάνεις λέξη προς λέξη και με τα ίδια σημεία στίξεως τα μεστά ποιητικά σου λόγια.
Σε τούτο τον αξιοσέβαστο χώρο της ιερής μνήμης και των δικών σου μαθητικών αναμνήσεων κατήλθες από τα ύψη της αθανασίας σου, για να συναντήσεις σεβάσμιους φίλους και απαστράπτουσες μορφές των Γραμμάτων και της Παιδείας, της ευεργεσίας και των εθνικών αγώνων, που χάραξαν βαθιά την ιστορία τής πάλαι ποτέ ένδοξης Ελληνικής Σχολής.
Υποψιάζομαι τι ακριβώς σκέφτεσαι κι αναλογίζεσαι για τα μνημεία των προτομών και των αγαλμάτων. Την ετυμηγορία σου μας την έχεις ήδη παραδώσει γραπτώς, σφραγίζοντάς την με το ανεξίτηλο μελάνι των αποφθεγματικών σου στίχων: «Ένα άγαλμα είμαστε στην άκρια του δρόμου / που καιρό πολύ περιμένουμε να μας αποκαλύψουν». Και δεν υπονοείς, ασφαλώς, την πρόσφατη τιμητική εκδήλωση των αποκαλυπτηρίων σου. Για άλλου είδους αποκάλυψη μιλάς, όπως με την υπαινικτική αιχμή της γνωστής σου Σωκρατικής ειρωνείας συνεχίζεις: «Τι προκάλυψη λήθης αυτό το δήθεν “μνημείο”, / τι παρακαμπτήρια εφεύρεση!». Και όμως!
Εσύ δεν είσαι ο «άγνωστος στρατιώτης», για να σου επαναλάβουμε το αφοριστικό σου επίγραμμα, μήτε εσένα, τον επώνυμο ποιητή στην αγωνιστική στράτευση της γης σου, μπορεί η λήθη πια να σε παρακάμψει. Μόνο η εύφημη μνεία θα γίνεται καθημερινά έμμετρη υπόμνηση στα χείλη των μαθητών και των δασκάλων τους με την εναγώνια φωνή της προφητικής σου ποίησης. Γιατί εσύ δεν έπαψες να μας το θυμίζεις, καταθέτοντας με την υπογραφή σου εκείνο το σημαδιακό δίστιχο για τους «Ποιητές»: «Η διαφορά είναι που αυτοί δεν φεύγουν όταν φύγουν, / η διαφορά είναι που αυτοί δεν σωπαίνουν όταν σωπάσουν». Για τούτο κι ο γλύπτης που σε φιλοτέχνησε, κρατώντας από καλή γενιά πανάρχαιων ομότεχνων προγόνων, κανόνισε έτσι ώστε να ’ναι το στέριωμα γερό κι η πνοή της θωριάς σου η πιο εύηχη σιωπή.
Και ο χαλκευτής τεχνουργός σου, εμπνευσμένος από την ποιητική αείζωη ψυχή σου «είδεν ότι καλόν». Αλλά κι εσύ ως πλαστουργός παιδαγωγός δεν θα ’στεργες άλλον καλύτερο τόπο να σταθείς. Γιατί διασχίζοντας με το αεικίνητό σου βλέμμα τ’ αετώμορφα προπύλαια των ιωνικών κιόνων θα ’θελες να συναντάς τα «παιδιά», για να τους εφιστάς την προσοχή με την εύλαλή σου αλληγορία: «Τι λάθος που δεχόμαστε χωρίς αμφιβολίες / όσα στους πίνακες αραδιάζουν οι κιμωλίες. / Τι λάθος τα θαυμαστικά / που τα δεχόμαστε θαυμαστικά / και τις τελείες τελείες!».
Και μεμιάς θα τα οδηγούσες εκεί έξω, στο μνημείο των πεσόντων μαθητών και αποφοίτων του σχολείου τους στον επικό απελευθερωτικό μας Αγώνα, εμφυσώντας τους περηφάνια και δύναμη με τον θούριό σου: «Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου / να καθαρίσουμε το δικό μας, / να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου / να μπολιάσουμε το δικό μας». Και μετά, παίρνοντάς τα ώς μέσα στην Κρύπτη των Φιλικών, για να τους μάθεις να εμπεδώνουν πιο βαθιά το ιδιαίτερο μάθημα για τους «Έλληνες», θα τους έλεγες απλά και ξάστερα σαν άλλος Μακρυγιάννης: «Εγώ σας λέω πως αν δε μας έκανε λίγους ο Θεός / δεν θα είχαμε έννοια».
Ωστόσο, σε σκέφτομαι, αγαπημένε μας Ποιητή, σαν θα ’ρχεται η ώρα, για να σχολάσουν τα παιδιά. Όταν θα μένεις μόνος και μαρμαρωμένος μες στη σιωπή σου μαζί με τους άλλους σιωπηλούς συντρόφους σου και θ’ αντικρίζεις απέναντι το βουνό της σκλαβωμένης πατρίδας. Τον δικό σου χιλιοτραγουδημένο Πενταδάχτυλο! Πιότερο σε συλλογιέμαι τούτη την ώρα, αείμνηστε Ποιητή μας. Τώρα που οι ανίεροι λατόμοι του έκοψαν βάναυσα το ένα δάκτυλο. Κι εσύ με παράπονο και κλάμα να ξαναγράφεις στίχους που στάζουν αίμα από το «Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα: «Ποιους ήλιους βασάνιζαν χτες οι Τούρκοι στον Πενταδάχτυλο, μητέρα, / ποιους στίχους βασάνιζαν χτες οι Τούρκοι στον Πενταδάχτυλο, μητέρα, / και μου μεταγγιζόντουσαν, / και δυσπνοούσα, / κι αρρυθμούσα;».
Στήθι ήλιε και ύψιστε Ποιητή της Κυπριακής Ρωμιοσύνης! Γιατί τις ποιητικές σου ηλιαχτίδες τις χρειαζόμαστε σήμερα παρά ποτέ. Γιατί από καιρό «βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Ασίας» και «ωχριούμε από στιγμή σε στιγμή». Όμως, όπως έγραφες άλλοτε στη «Μητέρα», «είν’ απίστευτο πως μια σταγόνα άνεμος / μπορεί ν’ αποσείσει».




