Δεν πρόκειται για το μειδίαμα της Τζοκόντας. Μήτε που βρέθηκε ισάξιος τού Ντα Βίντσι ν’ αποδώσει του νοήματός του το μήνυμα. Ούτε και να το μελοποιήσει μπόρεσε άλλος Χατζιδάκις. Γιατί δεν μοιάζει καν στο αμφιλεγόμενο χαμόγελο εκείνης, πίσω από του Λούβρου την περίοπτη προθήκη. Σε μια θαλασσινή κώχη μονάχα απροκάλυπτα υπονοεί και επισημαίνει στην αμίλητή του έκφραση και μαζί στην πιο εύηχη σιωπή, που μαρμάρωσε από χρόνια στη στέγνα των χειλιών της. Κι ας το ζωντανεύει κάθε αυγή ο ήλιος, εξακτινώνοντάς το σε μαρμαρυγές πάνω απ’ της Μεσογείου την άκρη μέχρι τους ωκεανούς του κόσμου. Κι ας αναλύεται κάθε ηλιοβασίλεμα σε χιλιάδες φθόγγους φαντασμαγορικών χρωμάτων κι άλλους τόσους εύλαλους τόνους μουσικών αποχρώσεων, πετρώνοντας και πάλι στο μούχρωμα της περισυλλογής.
Μα γιατί σου μιλώ με αινίγματα και γρίφους; Μήπως για να σε προϊδεάσω για την πιο κάτω αλληγορία του μύθου και τη μεθερμηνεία των παραβολών; Ή μήπως γιατί έτσι «τ’ ακούς γλυκότερα», καθώς ορμηνεύει ο ποιητής; Μένω, άλλωστε, ανέκαθεν πιστή στα μεταφορικά σήματα του Πλούταρχου, καθώς και στου Ηράκλειτου τις συμβολικές σημάνσεις. Και ιδού που άρχισες ν’ αποκρυπτογραφείς τα προλεγόμενα: το μειδίαμα τούτο δεν είναι πάρεξ της δικής μας Αφροδίτης· της Αφροδίτης των θεών και του Ομήρου, του στόνου και του νόστου μας· μολονότι το ζήλεψαν και της το κλέψαν ένα πρωί κάτι φθονεροί κουρσάροι, σαν άνθιζε ανέμελη στα ροδοπέταλα του ερωτικού της έαρος. Κι έκτοτε από φιλομειδής πήρε σκυθρωπή να καταδύεται σε σκοτάδια, βουλιάζοντας σ’ απύθμενα βάθη αφανισμού. Ώς την ώρα που το θέλησαν οι παντοκράτορες θεοί ν’ αναδυθεί ξανά των αφρών και των κυμάτων έρμαιο, των πέντε ανέμων αέρινη και μακαρία· για να ξαναμπεί ρήγισσα δήθεν στου απόρθητου βράχου της τα κάστρα. Εκεί που αναθαρρούσε πως δεν θα τη βρίσκανε πια οι μέδουσες των υποχθόνιων ρευμάτων μήτε τα κήτη της βουλιμίας και της ασέλγειας.
Όμως, όσο κι αν επάνω εκεί στο βραχονήσι φύλαγε του ονείρου και του πόθου της τα μυστικά κι όσο κι αν με πρόσταγμα της Παναγιάς την ευλογούσαν οι άγιοι της νήσου, δεν έπαυαν να την περιζώνουν αναρίθμητα θεριά. Εξόν από απειλές και βρυχηθμούς, πώς θα γλύτωνε, εξάλλου, απ’ το στημένο τραγούδι των Σειρήνων και της δικής της πλάνης τον μαυλιστικό, τον λάγνο φλοίσβο; Πώς και πόσο και με ποιο κουράγιο θ’ αντιστεκόταν, που οι ευνούχοι της φρουροί και οι αργυρώνητοί της φύλακες συνωμοτούσαν μ’ εχθρούς επιδρομείς, αλλοεθνείς κατακτητές κι ομόφυλους πολέμιους; Πώς σαν άλλοτε, στου θρύλου τον καιρό, θα κατάφερνε να προτάξει τα γυμνά της στήθη, παίρνοντας σβάρνα τα κρησφύγετα και τα λημέρια του ξεσηκωμού, για να ξαναγράψει της Ιστορίας της το έπος!
Μόνο που και τότε, κάτω από πονηρά τέρατα κι αλλότρια σημεία, τεντωμένα σχοινιά διελκυστίνδας και τις φαύλες συνωμοσίες των κατά χώραν σκαιών δεν κράτησε για πολύ η λευτεριά της. Για να ορμήσει ευθύς με τις βαρβαρικές ορδές του ο Αττίλας να της ξεκλειδώσει τις βορινές καστρόπορτες, πιάνοντάς την στον νήδυμο βαθύ της ύπνο. Και δεν είναι μόνο που βάναυσα την έγδυσε, τη βεβήλωσε και την έδιωξε απ’ το προδομένο κάστρο, μα και της ξερίζωσε τα χέρια απ’ τους ώμους κι απ’ τα γόνατα τής έκοψε τα πόδια.
Κι έτσι, μετά την έσχατή της άλωση, μένει για σαράντα χρόνια δίσεκτα και 480 σχεδόν μήνες οργισμένους ανήμπορη κι ακίνητη πάνω στην πέτρα του Ρωμιού της κολλημένη, αναζητώντας τον χαμένο Ακρίτη. Λίγο πιο κάτω απ’ του παλιού της δυνάστη την επικράτεια, που εσχάτως θυμήθηκε τα δώρα στων Δαναών τα κάνιστρα. Περίλυπη ακουμπά σ’ εκείνο της αναβροχιάς το ξερονήσι, αντικρίζοντας το ρημαγμένο σπίτι και της Τουρκιάς σχίζοντας τα νέφη, γνέφει στον στερεμένο Κεφαλόβρυσο, τον ακρωτηριασμένο Πενταδάκτυλο και την εγκλωβισμένη Καρπασία στην ακτή των Αχαιών της. Και τελευταία παρηγοριέται πάλι με της θάλασσάς της την υπόσχεση, που θα τη χρυσώσει, λέει, κάποια μέρα. Από τη μάνα της τι να περιμένει πλέον. Στη γηραιά της ήπειρο προσβλέπει και υπομειδιά. Κι ύστερα σηκώνει ολούθε και ώς πέρα την κραυγή και ξεμαρμαρώνει· λες και της φυτρώνουν σαν φτερά τα χέρια και τα πόδια στο κορμί. Στα βρόχια του πνιγμού άλλο δεν θα μπει μήτε στα δίκτυα της παγίδας. Μακριά της ας στήσουν, επιτέλους, τον ιστό τους οι αράχνες. Το χάραμα, όπου να ’ναι, ξαναβγαίνει ο ήλιος...




