Ποιες είναι οι υπόνοιες γύρω από την επίσκεψη Ντάουνερ
Η επιστολή την οποία έχει απευθύνει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στον Μπαν Κι Μουν θεωρείται ως μια τελευταία απόπειρα της δικής μας πλευράς
- Δεν είναι τυχαίο που δεν θα υπάρξει «κοινό ανακοινωθέν»
- Μπορεί να γίνει διαπραγμάτευση και χωρίς αυτό;
- Πώς και γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει «κεντράρει»;
- Τι θα γίνει αν ο Γενικός Γραμματέας καλέσει τους δυο ηγέτες;
Οι προσπάθειες για ένα «κοινό ανακοινωθέν» έχουν φτάσει σε ένα τέλος. Χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς να φαίνεται να μπορεί να αλλάξει κάτι. Η επιστολή την οποία έχει απευθύνει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στον Μπαν Κι Μουν θεωρείται ως μια τελευταία απόπειρα της δικής μας πλευράς. Με αυτήν μετριάζονται κάπως οι απαιτήσεις ως προς την περιεκτικότητα μιας «κοινής διακήρυξης», χωρίς να θυσιάζεται η ουσία. Πάντως οι ελπίδες να έχει κάποιο αποτέλεσμα είναι μηδαμινές. Και αυτό παρά την προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών και τον διακαή πόθο του Αλεξάντερ Ντάουνερ, προσωπικά, για να ξεκινήσει όπως-όπως διαδικασία συνομιλιών. Ποια είναι, όμως, η εξήγηση;
Είναι ακριβώς η «ουσία» την οποία επιδιώκει η ελληνική πλευρά. Δηλαδή είναι μηδαμινές οι ελπίδες να ξεκινήσει συντεταγμένα και με «κοινό ανακοινωθέν» διαδικασία διαπραγματεύσεων, διότι η ελληνική πλευρά ζητά να είναι σαφές ότι θα γίνει διαπραγμάτευση για μια ομοσπονδία με ένα κράτος και μια κυριαρχία.
Είναι μάλιστα πολύ σοβαρός λόγος, διότι η Τουρκία δεν δέχεται σε καμία περίπτωση αυτήν την ίδια ουσία, αλλά πάντα στοχεύει σε «λύση δυο κρατών». Διπλωμάτες έλεγαν στη «Σ» ότι η επιστολή του Προέδρου εξυπηρετεί ταυτόχρονα και την προσπάθεια της Λευκωσίας να μην καταλογισθούν ευθύνες από τη Γενική Γραμματεία στην πλευρά μας.
Το ρίσκο της πλευράς μας
Το ρίσκο που παίρνει η πλευρά μας, σύμφωνα πάντα με επιτόπιες διπλωματικές εκτιμήσεις, είναι μπροστά στο φάσμα του αδιεξόδου, τα Η.Ε. να αναλάβουν κάποια «πρωτοβουλία». Η καθυστέρηση στην ανανέωση της θητείας της Ειρηνευτικής Δύναμης «μυρίζει» κάτι τέτοιο. Εξάλλου και η επικείμενη επίσκεψη Ντάουνερ μάλλον πρέπει να θεωρείται υπόνοια ενός τέτοιου ενδεχομένου.
Τι θα μπορούσε, όμως, να ήταν μια πρωτοβουλία του διεθνούς οργανισμού; Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο, απαντούν διπλωματικοί κύκλοι με σχετική εμπειρία, παρά ενός είδους «υπέρβαση». Να κάνουν δηλαδή ότι δεν είδαν τίποτα από τα διαμειφθέντα σχετικά με το «κοινό ανακοινωθέν» και να καλέσει ο ίδιος ο Γ.Γ. τους εκπροσώπους των δυο πλευρών σε κοινή συνάντηση μαζί του. Κάτι τέτοιο μπορεί να παρουσιαστεί ως ύστατη προσπάθεια για να «γεφυρωθεί» η διαφορά, αλλά ταυτόχρονα θα σημαίνει στην πράξη και έναρξη διαπραγμάτευσης. Αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο, ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί μια πρόσκληση του Μπαν Κι Μουν; Πάντως όχι ο Νίκος Αναστασιάδης. Και αν την αποδεχτεί και έτσι ξεκινήσει διαδικασία, ποιος θα μπορούσε στη συνέχεια και όταν η τουρκική πλευρά αρχίσει συζητήσεις για συνομοσπονδία, να απεμπλακεί;
Πάντως όχι η ελληνοκυπριακή πλευρά.
Επομένως, αν υπάρξει τέτοια πρόσκληση δεν θα ήταν δυνατό να την αρνηθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εξάλλου, έχουμε αντίστοιχη εμπειρία και από το παρελθόν. Η στάση απέναντι σε τυχόν πρόσκληση του Γ.Γ. θεωρείται πάντα ότι είναι «υποχρεωτική αποδοχή».
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο που, ό,τι και αν λέγεται επισήμως, δεν μπορεί και να αποκλειστεί, θα ήταν ουσιαστικά μια «ήττα» της προσέγγισης που υιοθέτησε τον τελευταίο καιρό η Λευκωσία. Ή τουλάχιστον θα φέρει μια ουσιαστική διαφοροποίηση.
Για το ΑΚΕΛ «αχρείαστο» το ανακοινωθέν
Η ΣΤΑΣΗ του ΑΚΕΛ, το οποίο ήδη λέει ότι «όλα αυτά τα σχετικά με το ανακοινωθέν δεν χρειάζονταν», εκτιμάται ότι καλύπτει ταυτόχρονα το κόμμα της αντιπολίτευσης και για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν θα δυσκολευτεί δηλαδή το ΑΚΕΛ να «καταπιεί» μιαν άμεση έναρξη διαδικασίας με πρωτοβουλία του Μπαν Κι Μουν. Δεν καλύπτει όμως την κοινή συνισταμένη, την οποία ο Πρόεδρος Αναστασιάδης παρουσιάζει και ως σύγκλιση ΔΗΣΥ-ΔΗΚΟ ήδη πριν από τις εκλογές του περασμένου Φεβρουαρίου.
Ο ίδιος, μάλιστα, ψιθυρίζεται ήδη σε πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, δεν έχει την πολυτέλεια να «πατήσει» μιαν ακόμα δέσμευσή του. Συνεργάτης του σχολιάζει ότι δεν είναι μόνο αυτό το θέμα του Προέδρου. Αλλά ότι είναι και επί της ουσίας πεπεισμένος ότι δεν θα ήταν σώφρον να μπει στα βαθιά νερά μιας διαπραγμάτευσης χωρίς «οδοδείκτες» κάτω από τη σημερινή συγκυρία.
Εξάλλου, σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε και πρόσθετα προβλήματα με την παρουσία και τη δράση του Αλεξάντερ Ντάουνερ. Ό,τι και αν λέγεται (ή κυρίως δεν λέγεται) δημοσίως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι «έξω φρενών» με τον ειδικό απεσταλμένο, τον οποίο θεωρεί ως «κακό αγκάθι» και πηγή κακοδαιμονίας για μια σωστή διαπραγμάτευση. Μπορεί να μην μπήκε μέχρι τώρα στην «περιπέτεια» να ζητήσει άμεσα την αντικατάστασή του, αλλά θεωρούσε και θεωρεί ότι με ένα σαφές και αναντίλεκτο κοινό ανακοινωθέν θα τον εξουδετέρωνε ή τουλάχιστον θα περιόριζε τις δραστηριότητές του.
Θέλουμε να συζητάμε δυο κυριαρχίες-δυο κράτη;
ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ που έχει προκύψει μέχρι τώρα δεν είναι κάτι καινούριο. Η τουρκική πλευρά θέλει να επιβάλει από την αρχή και μέχρι τέλους συζήτηση στη βάση δυο κρατικών οντοτήτων. Με ένα τέτοιο δεδομένο η ελληνική κυπριακή πλευρά δεν έχει κανένα λόγο να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις. Εκτός από διακηρυγμένη θέση, φαίνεται να είναι και πεποίθηση του Προέδρου Αναστασιάδη. Εξάλλου και από το ίδιο το (πρώην) κόμμα του ακούστηκαν κάποιες φωνές που λένε ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και να πάρουμε και ανάλογες αποφάσεις: «Θέλουμε να συζητάμε με την Τουρκία που εννοεί μόνο λύση με δυο ξεχωριστές κυριαρχίες;».
Εκείνος που φαινόταν άλλοτε ως ο πιο «έτοιμος» και «δεκτικός» για λύση πολιτικός αρχηγός, δηλαδή ο Νίκος Αναστασιάδης, σήμερα φαίνεται να έχει κινηθεί προς μια «σκληρή» τοποθέτηση. Παρακολουθώντας τα διαδραματιζόμενα φαίνεται να βρίσκεται όλο και πιο κοντά στο… «κέντρο».
Δύο «σχολές» των άκρων
Δεν παύουν όμως να βρίσκονται στο «πολιτικό στρατόπεδό» του (και πολύ κοντά του μάλιστα) εκπρόσωποι της σχολής σκέψης «λύση εδώ και τώρα». Οι τελευταίοι δεν πιστεύουν πραγματικά σε προϋποθέσεις διαπραγματεύσεων, αλλά κατά βάθος συντάσσονται και με την επίσημη θέση του ΑΚΕΛ ότι «χάθηκαν τέσσερις μήνες». Επειδή δεν έχουν αμφιβολίες για το τι μπορεί να είναι μια λύση, θεωρούν περίπου ότι αρκεί να ξεκινήσουμε διαπραγματεύσεις για να φτάσουμε εκεί και «πολύ σύντομα» -όπως λένε κατ’ ιδίαν.
Πρόκειται συνήθως για τους πιο συνεπείς νοσταλγούς του Σχεδίου Ανάν. Ακούγεται μάλιστα και γράφεται ήδη η άποψη ότι «θα αρκούσε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις» και η άποψη αυτή στην προέκτασή της καταλήγει να σημαίνει ότι για το αδιέξοδο που προέκυψε προκαταβολικά περίπου ευθύνεται η ελληνική πλευρά. Αυτή η άποψη και η σχολή σκέψης δεν διαφέρει ποιοτικά από την εκ διαμέτρου αντίθετη που έχουν ορισμένοι, οι οποίοι κατά βάθος δεν θα ήθελαν κανενός είδους συμφωνία με την τουρκική πλευρά.
Ο Νίκος Αναστασιάδης του 2014 φαίνεται μέχρι στιγμής τουλάχιστον πεπεισμένος ότι πρέπει να κινηθεί ανάμεσα σε αυτές τις δυο ακραίες τοποθετήσεις. Αλλά το αρνητικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο πολιτεύεται είναι ότι δεν φαίνεται να έχει μπει στον κόπο να στήσει μια πιο συγκεκριμένη στρατηγική. Όλα εκείνα που λέγονταν για «ολοκληρωμένη στρατηγική» και για αναβάθμιση του «ευρωπαϊκού χαρτιού» ή ακόμα για ενεργητικότερη προσέγγιση του δυτικού παράγοντα ή και ένταξη του ενεργειακού σχεδιασμού, φαίνεται ότι έχουν μείνει λόγια.
Δεν έχουν άδικο όσοι διαμαρτύρονται ότι για μια φορά ακόμα η λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου ούτε έχει αλλάξει ουσιαστικά ούτε και έχει αναβαθμιστεί μέσα από παράλληλες λειτουργίες γεωπολιτικής τεκμηρίωσης και σφαιρικότερης μελέτης των ζητημάτων που αγγίζουν περιφερειακά το Κυπριακό. Δεν θα αποτελέσει λοιπόν έκπληξη αν σύντομα βρεθούμε σε παλιά και ίδια διλήμματα. Το σίγουρα είναι ότι παρά κάποιες φωνές που ακούγονται, το Εθνικό Συμβούλιο δεν είναι ακόμα διατεθειμένο να δει κατά πρόσωπο τη σημαντικότερη σχετική εξέλιξη, δηλαδή την απόρριψη της ομοσπονδίας από την Τουρκία…




