Τα εθνικά θέματα στη λαβίδα του «εθνομηδενισμού»
Ελλάδα και Κύπρος, μαζί, συνιστούν μια σημαντική και υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή και ενδεχόμενη απώλεια αυτής της ισχύος θα οδηγήσει, αναπόφευκτα, στη μετατροπή και των δύο σε εξαρτημένα και ανυπόληπτα κρατίδια
Την άποψη ότι η συμφωνία των Πρεσπών σηματοδοτεί τη σπουδή της Αθήνας για μιαν άρον-άρον επίλυση όλων των ανοικτών εθνικών θεμάτων (Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, Αλβανικό) εκφράζει ο συγγραφέας/αναλυτής Γιώργος Καραμπελιάς, επισημαίνοντας πως η πολιτική της ελληνικής Κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα εθνομηδενισμού και κυνισμού, καθώς, όπως σημειώνει, είναι, αφενός, βαθιά ριζωμένη σε μια εθνομηδενιστική ιδεολογία και, αφετέρου, σ’ ένα σύνθετο πλέγμα εξαρτήσεων από το διεθνές σύστημα εξουσίας, όπως διεφάνη και στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της ελληνικής οικονομίας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, εξηγεί, «η επίλυση του Κυπριακού καθυστέρησε, λόγω του ρόλου του ισραηλινού παράγοντα, ο οποίος δεν θέλει τη μετατροπή της Κύπρου σε τουρκικό προτεκτοράτο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και λόγω της στάσης άλλων ισχυρών δυνάμεων που ενδιαφέρονται για την Κύπρο και την κυπριακή ΑΟΖ και οι οποίες δεν είναι διατεθειμένες να τις παραχωρήσουν στην Τουρκία, κάτι που είναι η βασική τουρκική επιδίωξη. Έως τώρα, η στάση του Αλέξη Τσίπρα σχετιζόταν με την εμπλοκή του Ισραήλ, ωστόσο, η παραίτηση του Νίκου Κοτζιά από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών φαίνεται να ανοίγει τη διαδικασία στο Κυπριακό, γι’ αυτό στηρίζεται και από ξένα κέντρα αποφάσεων».
Για να προσθέσει: «Ελπίζω να μην προλάβει ο Τσίπρας να κάνει αυτό που επιδιώκει με την Κύπρο, λύση, δηλαδή, βάσει ενός νέου σχεδίου Ανάν. Γιατί, δυστυχώς, η εκτίμησή μου είναι ότι η Ελλάδα θέλει, πλέον, να ξεφορτωθεί πλήρως τη Μεγαλόνησο, παραθεωρώντας ότι αποτελεί το σημαντικότερο έρεισμα που διαθέτει για να έχει παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Γιατί, Ελλάδα και Κύπρος, μαζί, συνιστούν μια σημαντική και υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή και ενδεχόμενη απώλεια αυτής της ισχύος θα οδηγήσει, αναπόφευκτα, στη μετατροπή και των δύο σε εξαρτημένα και ανυπόληπτα κρατίδια.
»Δυστυχώς, επαναλαμβάνω, έχει επικρατήσει εδώ στην Ελλάδα, συνεπικουρούμενη και από διάφορες δυνάμεις στην Κύπρο, μια ιδεολογία αποξένωσης με τον Κυπριακό Ελληνισμό, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος είναι ένα βάρος για την Ελλάδα, το οποίο πρέπει να το ξεφορτωθεί».
Το ιδεολόγημα της «ελληνοτουρκικής φιλίας»
Όσον αφορά το τι πρέπει να αναμένεται από την Τουρκία, υπογραμμίζει ότι η συμπεριφορά της Άγκυρας γίνεται ολοένα και πιο επιθετική, κάτι που καταρρίπτει το αίολο ιδεολόγημα της «ελληνοτουρκικής φιλίας», το οποίο «υπήρξε το ιδεολόγημα μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου (μετα-παπανδρεϊκή περίοδος), προωθούμενο και υποστηριζόμενο τόσο από ελληνικές κυβερνήσεις, όσο και από τα κυρίαρχα ΜΜΕ της χώρας. «Αυτό το ιδεολόγημα, ότι πρέπει να γίνουμε φίλοι με τους Τούρκους, ανεξαρτήτως εθνικού κόστους, που αποδυνάμωσε τον Ελληνισμό και τις αντιστάσεις του, δεν έχει καμία ρεαλιστική βάση, στο μέτρο που η Τουρκία δεν είναι μια δημοκρατική χώρα, ούτε μπορεί να καταστεί τέτοια. Η Τουρκία είναι ένα αυταρχικό κράτος, με μη δημοκρατικές δομές, και αυτό το γεγονός καθιστά την αυθεντική φιλία ανάμεσα στις δύο χώρες αδύνατη. Και δεδομένης της υπέρ αυτής συντελούμενης αλλαγής στους συσχετισμούς ισχύος, αντικρίζει τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο με όρους επικυριαρχίας. Θεωρεί, δηλαδή, ότι η Λωζάννη δεν εκφράζει το σημερινό ισοζύγιο δύναμης και, άρα, η Ελλάδα πρέπει να περιοριστεί στο μισό Αιγαίο και η Κύπρος να εισέλθει στον τουρκικό γεωπολιτικό έλεγχο».
Για να τα βρούμε με τους Τούρκους, εξηγεί, «πρέπει, πρωτίστως, να μπορούμε να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αλλαγή στάσης σε σειρά θεμάτων που έχουν να κάνουν με την ισχύ της χώρας, όπως οι εξοπλισμοί, η στρατιωτική θητεία, το δημογραφικό κ.λπ. Όλα αυτά αποτελούν καθοριστικούς συντελεστές ισχύος και μόνο με αυτό τον τρόπο οι Τούρκοι αλλά και οιοσδήποτε άλλος θα μας αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα».
Παρά ταύτα, μέσα σ’ αυτό το δυσοίωνο περιβάλλον, καταλήγει, παρατηρούνται, στην ίδια την ελληνική κοινωνία, κάποια ενθαρρυντικά σημάδια αλλαγής, «προς την κατεύθυνση ενός δημοκρατικού πατριωτισμού, που επιδιώκει να επανακαθορίσει την πολιτική με βάση την εθνική κατεύθυνση». Οι τελευταίες μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις, τονίζει, με αφορμή το ζήτημα της Μακεδονίας, ανέδειξαν διεργασίες επανεθνικοποίησης της πολιτικής ζωής, ενάντια στη μεθοδική υποτίμηση των εθνικών θεμάτων εκ μέρους της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με το αίτημα για διεξαγωγή λαϊκών δημοψηφισμάτων να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, ενώ και στο θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ακόμα και τα ίδια τα συστημικά ΜΜΕ αναγκάστηκαν να πολιτευθούν υπό το φως των τουρκικών προκλήσεων και διεκδικήσεων.




