ΟΙ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ
«ΤΟ ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΗΜΑ. ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥ Η ΚΥΠΡΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ, ΠΙΣΩ ΤΟΥ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΡΙΒΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΞΗΓΕΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ… ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ»
«Ελλάς - Κύπρος - Ένωσις». Αναχρονιστικό σύνθημα, επικίνδυνη και ζημιογόνα έκφραση πολιτικής θέσης, απόρροια ιστορικής μνήμης και μόνο ή χρήσιμο… εργαλείο για αλίευση ψήφων; Σε κάθε περίπτωση, πρόσφατα «κρούσματα» στην σφαίρα του δημόσιου διαλόγου επαναφέρουν ερωτήματα -ανάλογες επιπτώσεις είχε και η κοινοβουλευτική διένεξη για την τροπολογία που έμεινε γνωστή ως «νόμος Ακιντζί»- ως προς το «τι σημαίνει σήμερα η Ένωση» και ποιοι παράγοντες συμβάλλουν τελικά στην πυροδότηση σάλου κάθε που ακούγεται η λέξη. Στον χρονικό άξονα Ένωση - ΔΔΟ (ή λύση δύο κρατών), η «Σημερινή» επιχειρεί να καταγράψει τις σύγχρονες διαστάσεις του θέματος.
«Το Ενωτικό Κίνημα είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για την ιστορία της Κύπρου, που εκφράζεται για μια περίοδο 150 χρόνων, κατά την οποία έχουμε απτές αποδείξεις ότι η συντριπτική πλειοψηφία επιθυμούσε την Ένωση με την Ελλάδα», αναφέρει στη «Σ» ο επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Αγώνος, Ανδρέας Κάρυος, ενώ ο Νίκος Κουτσού επιτάσσει την «μεγάλη ανάγκη να καθορίσουμε τι σημαίνει Ένωση σήμερα, με τις σημερινές συνθήκες». Στο πλαίσιο της πολιτικής ανάλυσης, ο Γιάννος Κατσουρίδης διατυπώνει την άποψη ότι «η επαναφορά της Ένωσης σήμερα δεν εκφράζει ούτε κάποια ανεπίλυτη ιστορική εκκρεμότητα, ούτε κάποιο σύγχρονο πολιτικό αίτημα».
Επιχειρώντας εξήγηση της παρεκκλίνουσας συζήτησης εξ αφορμής της ανάρτησης της βουλευτού Ελένης Σταύρου, ο Γιώργος Κέντας κάνει λόγο για «πολιτική φυλακή» και προσθέτει ότι «το κλειδί βρίσκεται στο υπόβαθρο της πολιτικής τους ανατροφής, η οποία είναι σε σύγκρουση και αναντιστοιχία με τις νέες κομματικές συμβάσεις και την εντελώς διαφορετική κατεύθυνση που ακολουθεί η κομματική ηγεσία».
150 χρόνια «Αξιούμεν»
Ο Ανδρέας Κάρυος προβαίνει σε μια ιστορική αναδρομή του Ενωτικού Κινήματος -που κορυφώθηκε ως λαϊκό αίτημα στο δημοψήφισμα του 1950 και μετουσιώθηκε σε επαναστατική πράξη μέσα από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ το 1955- εντοπίζοντας τις απαρχές του στο 1821, όταν «ταυτόχρονα με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, εκφράζεται επίσημα η επιθυμία για Ένωση με την Ελλάδα, από μια ομάδα επιφανών Κυπρίων στη Ρώμη». Στη συνέχεια, «το 1914 γίνεται προσπάθεια διοργάνωσης ενός δημοψηφίσματος, που μένει όμως ανολοκλήρωτη».
Όχι όμως και το 1921, προσθέτει, «όπου σε επίπεδο κοινοτικών, σχολικών και εκκλησιαστικών συμβουλίων, οι εκπρόσωποι των Ελλήνων Κυπρίων ψηφίζουν υπέρ της Ένωσης». Ορισμένοι, λέει, το θεωρούν ως το πρώτο ενωτικό δημοψήφισμα «και είναι πολύ σημαντική και η χρονολογία» και αυτό γιατί πρόκειται για τα εκατοντάχρονα από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.
«Αυτό επαναλαμβάνεται το 1930, με την ίδια μορφή, στα εκατοντάχρονα από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους», συνεχίζει. «Ο κόσμος της Κύπρου ταυτίζεται και αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση με την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιζητεί την Ένωση και χρησιμοποιεί ιστορικά ορόσημα για να εκφράσει ξανά τον πόθο του», εξηγεί.
Μετά την κυπριακή ανεξαρτησία και παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα απαγορεύει την Ένωση, «πολλές φορές αφήνονται υπονοούμενα στον δημόσιο διάλογο, γιατί προφανώς αυτό υπέβοσκε στην ελληνική κυπριακή κοινωνία, ενώ το 1967 έχουμε το ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής για την Ένωση, το οποίο μάλιστα υπερψηφίζει και το ΑΚΕΛ», υπενθυμίζει ο Α. Κάρυος. Σε άρθρο του, ο ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου γράφει σχετικά: «σε διακηρυκτικό τουλάχιστον επίπεδο, τον Ιούνιο του 1967 όλοι οι Έλληνες Κύπριοι βουλευτές, με προεξάρχοντες τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Εζεκία Παπαϊωάννου, τους δύο ‘πατριάρχες’ των δύο μεγαλύτερων σημερινών κομμάτων της Κύπρου, όχι μόνο ένιωθαν Έλληνες, αλλά θεωρούσαν απολύτως φυσικό να διακηρύττουν τον πόθο τους να ενωθούν με τη ‘Μητέρα Πατρίδα’».
Πιο πρόσφατα, την δεκαετία του ’90, όταν η κυπριακή Δεξιά ανεβαίνει για πρώτη φορά στην εξουσία, σημειώνει ο Α. Κάρυος, «πανηγυρίζει με ελληνικές σημαίες, υπάρχει μια διάχυτη αισιοδοξία, είναι έντονο το ελληνικό στοιχείο και ενισχύεται ακόμα περισσότερο με την δημιουργία του δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδος-Κύπρου». Αναφέρει, μάλιστα, ότι «πρόκειται για αίτημα που δεν επέβαλε η ελίτ προς τις μάζες, αλλά οι μάζες προς την ελίτ», και δίνει έμφαση στο γεγονός ότι «σε διαδοχικές δεκαετίες παρατηρείται μια ταύτιση του κυπριακού Ελληνισμού με τον ελλαδικό Ελληνισμό».
Περιγράφοντας το ενωτικό κίνημα ως «ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για την ιστορία της Κύπρου, που εκφράζεται για μια περίοδο 150 χρόνων, δηλαδή για ενάμιση αιώνα, κατά την οποία υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι η συντριπτική πλειοψηφία επιθυμούσε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα», καταλήγει ότι «όλα αυτά αντικατοπτρίζουν τα ‘θέλω’ μιας κοινωνίας και συμβαίνουν γιατί υπάρχει μια σειρά γενεών που ανατράφηκε με το όραμα της Ένωσης».
Ένωση ως «βρικολάκιασμα» και ως «εργαλείο»
«Περιστασιακά, το πολιτικό και κομματικό προσωπικό της Κύπρου επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο θεματικές οι οποίες αποτελούν ιστορική ανάμνηση ή ιστορική εκκρεμότητα», διαπιστώνει ο Γ. Κατσουρίδης και εξηγεί ότι ο λόγος επαναφοράς είναι συνήθως διττός, εφόσον «είτε εξυπηρετεί συγκεκριμένες πολιτικές, κομματικές, εκλογικές σκοπιμότητες, είτε αφορά σε ζητήματα τα οποία εκ των πραγμάτων δεν έχουν ‘κλείσει’ και απαιτούν μιαν αντιμετώπιση.»
Η πρόσφατη επαναφορά του ενωτικού ζητήματος, όπως αναφέρει, «δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι εμπίπτει στην κατηγορία των ανεπίλυτων ιστορικών ζητημάτων και, μάλλον, απαιτεί μιαν άλλου είδους εξήγηση.» Υπό αυτό το πρίσμα, σημειώνει ότι «το ενωτικό αίτημα, εισαγόμενο αρχικά στο πλαίσιο του ελληνικού αλυτρωτισμού και της Μεγάλης Ιδέας, μεταπλάστηκε πολύ γρήγορα σε μαζικό τοπικό κίνημα, το οποίο εξέφρασε στο πολιτικό πεδίο την ανερχόμενη και ηγεμονούσα από ένα σημείο και μετά ιδεολογία του εθνικισμού.»
Προσθέτει, δε, ότι «ως αίτημα ήταν εγγενώς αντιφατικό, δεδομένου ότι σημαντικό τμήμα των δυνάμεων που προωθούσαν το αίτημα έβλεπαν την επίλυση του Κυπριακού στο πλαίσιο της ελληνοαγγλικής φιλίας και που πολλές φορές συνεργάζονταν με τους Βρετανούς - μερίδα μάλιστα των πιο ακραίων εξ αυτών των δυνάμεων δήλωναν δημόσια, το 1948, ότι δεν είχαν πρόβλημα να μείνουν όσα χρόνια χρειαστεί υπό αγγλικό ζυγό, παρά να γίνουν εκλογές και να πλειοψηφήσουν οι κομμουνιστές.»
Αν και θα έπρεπε, κατά τον ίδιο, να είχε τεθεί στο περιθώριο με την ίδρυση της ΚΔ, εντούτοις «λαθροβίωσε για μια 15ετία οδηγώντας στο 1974 - εκεί, ουσιαστικά, τέθηκε η ταφόπλακα της Ένωσης, αλλά δυστυχώς με τίμημα την μισή Κύπρο». Το αφήγημα του «ενταφιασμού» της Ένωσης, σύμφωνα με τον Γ. Κέντα, «ήταν το ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο των μεταπολεμικών κομμάτων και η ευκαιρία του ΑΚΕΛ να πατήσει κάπου για να γίνει ένα κόμμα εξουσίας.»
Διευκρινίζει, πάντως, ότι, «σε πλαίσιο ρομαντισμού, ως μια υποθάλπουσα προσδοκία, η ιδέα ακόμα υπάρχει, παρόλο που δεν υπάρχει ως πολιτική διεκδίκηση, εφ' όσον δεν υπάρχει κανένα οργανωμένο πολιτικό Σώμα που να διεκδικεί την Ένωση - ακόμα και το ΕΛΑΜ μιλά για ενιαίο κράτος.»
Ετερόκλητα στοιχεία και «πολιτική σχιζοφρένεια»
«Τόσο το Ενωτικό και η εξέλιξή του -με την έννοια ότι κατέστη ανέφικτο προς το τέλος της αποικιοκρατικής περιόδου- όσο και η ανεξαρτησία ήταν αποτέλεσμα επιλογών της κυπριακής Δεξιάς», αναφέρει ο Γ. Κατσουρίδης και συμπληρώνει ότι «όλες οι αμφισβητήσεις αυτών των επιλογών και πάλι προήλθαν και προέρχονται μέσα από τους κόλπους της Δεξιάς».
Η Δεξιά αποτέλεσε ιστορικά ένα συνονθύλευμα ανόμοιων και ετερόκλητων στοιχείων και τάσεων, υποστηρίζει, εξηγώντας ότι, αυτό το συνονθύλευμα ενοποιήθηκε για πρώτη φορά ιστορικά το 1976 από τον Γ. Κληρίδη και υπό το βάρος των γεγονότων του 1974. «Βέβαια, Δεξιά δεν είναι μόνον ο ΔΗΣΥ, αφού υπάρχουν και άλλα μορφώματα πέραν αυτού του κόμματος», λέει. Καταληκτικά, συμπεραίνει τα εξής:
«Η επαναφορά της Ένωσης σήμερα δεν εκφράζει ούτε κάποιαν ανεπίλυτη ιστορική εκκρεμότητα, ούτε κάποιο σύγχρονο πολιτικό αίτημα. Εκφράζει, ουσιαστικά, τα (πραγματικά ή και τεχνητά) ρήγματα εντός της δεξιάς παράταξης που συνεχίζουν να την ταλανίζουν, εκφράζει προφανώς μια μερίδα του κοινωνικού και πολιτικού ακροατηρίου της Δεξιάς που έχει εκπροσώπους και στα ηγετικά κλιμάκια κι εκφράζει επίσης έναν πολιτικό και κομματικό ανταγωνισμό εντός της Δεξιάς, έναν εσωτερικό αγώνα επικράτησης, ο οποίος πάντα ‘δικαιώνεται’ και ‘νομιμοποιείται’ όταν συγκρούεται με την Αριστερά.»
Για «πολιτική σχιζοφρένεια» κάνει λόγο ο Γιώργος Κέντας και για σύγκρουση «της ιδεολογικοπολιτικής ανατροφής των στελεχών του Συναγερμού -στο πλαίσιο της οποίας η Ελλάδα, η ΕΟΚΑ και η Ένωση ήταν στο κεντρικό μενού της πολιτικής εκπαίδευσης- με τις νέες πολιτικές συμβάσεις του κόμματος όσον αφορά το Κυπριακό». Περιγράφει, επιπλέον, μια «ασυμβατότητα ανάμεσα στο υπόβαθρο που θα φέρει ψήφους και στις κομματικές συμβάσεις για το Κυπριακό - όλο αυτό είναι μια τραγέλαφος».
Χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως «πολιτική φυλακή», που έγκειται στην «αναντιστοιχία της πολιτικής τους ανατροφής με τις νέες κομματικές συμβάσεις και την εντελώς διαφορετική κατεύθυνση που ακολουθεί η κομματική ηγεσία», αναφέρεται σε απόπειρα διεύρυνσης της Δεξιάς εν έτει 1998.
Τότε, «ο ΔΗΣΥ προσπάθησε να ‘ξεκολλήσει’ από τον ελληνοκεντρισμό και τα συνθήματα τύπου ‘την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω’ και την ελληνική σημαία - υπήρχε μια ομάδα στον ΔΗΣΥ που έβλεπε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην ΕΕ ως μια προοπτική για μία νέα ιδεολογική βάση». Παράλληλα, προσθέτει, «υπήρχε και η διαπίστωση ότι οι ψηφοφόροι του κόμματος δεν μπορούν να παρακινηθούν από το ‘ευρωπαϊκό όραμα’, αλλά παρακινούνται εντονότερα από ιστορικο-ιδεολογικά αντανακλαστικά.»
Λήξαν το ζήτημα;
Ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα αποτελεί το γεγονός ότι η Ένωση ως πολιτική διεκδίκηση δεν αποτελεί θέση κανενός πολιτικού σχηματισμού μετά το 1974, «αλλά υπάρχει ακόμα σε ένα υποσυνείδητο επίπεδο σε τρία ζωντανά πεδία της κυπριακής κοινωνίας», συνεχίζει ο Γ. Κέντας. Και αναλύει ως εξής:
«Πρώτον, στις ιστορικές μνήμες που προκαλούν το αίσθημα ενός αδικαίωτου αγώνα, ο οποίος προσωποποιείται σε συγκεκριμένα συνθήματα, σύμβολα και ανθρώπους. Δεύτερον, σε μια μερίδα της πολιτικοποιημένης νεολαίας της Κύπρου -κυρίως φοιτητές που σπουδάζουν στην Ελλάδα- η οποία στην προσπάθειά της να καταλάβει την ιστορία και την ουσία του Κυπριακού, συζητά το ζήτημα της Ένωσης, ως μια πάλη κατανόησης του πολιτικού περιβάλλοντος. Το τρίτο επίπεδο είναι η καθαρά εργαλειακή ή ‘μουσειακή’ διάσταση, που προκύπτει και φαίνεται όταν για παράδειγμα ένα στέλεχος του ΔΗΣΥ βρίσκεται στο βήμα, μπροστά του υπάρχει η Κύπρος με την ελληνική σημαία στην μέση, πίσω του η φωτογραφία του Γρίβα και η ελληνική σημαία και στην ομιλία του εξηγεί ότι πρέπει να είμαστε ‘ρεαλιστές’ και να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Εκείνη την στιγμή βρίσκεται ουσιαστικά σ’ ένα ‘μουσείο’, γεμάτο με συμβολισμούς της Ένωσης, ενώ ο λόγος που βγάζει είναι εντελώς αποκομμένος από αυτήν την ιδέα.»
«Από όραμα, κατέληξε δυστυχώς σήμερα σε θέμα κυνηγητού ψήφων», δηλώνει στη «Σ» ο Νίκος Κουτσού, αναφερόμενος σε δύο παραμέτρους που συνέβαλαν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται πλέον το ζήτημα, ήτοι «τις αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις και την προσπάθεια που έκαναν Ελλάδα και Κύπρος (να δημιουργήσουν, δηλαδή, την Ένωση και να αντιμετωπίσουν τον αλυτρωτισμό), η οποία απέτυχε».
Σαν όνειρο δεν θα σβήσει, προσθέτει ο κ. Κουτσού, «αλλά σαν πραγματικότητα -από τη στιγμή που η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ- έχει κλείσει κι έχει καταλήξει στα δεδομένα της χρησιμοποίησης για τη συλλογή ψήφων και μόνο, κάτι που είναι απαράδεκτο». Επί της ορθής βάσης προσέγγισης επισημαίνει ότι «δεν πρέπει ένα όνειρο για το οποίο έγινε δημοψήφισμα, για το οποίο έγινε ένας Αγώνας, ένα όνειρο που θα διατηρηθεί για πολύ καιρό ακόμα και δεν σβήνει εύκολα, αυτήν την στιγμή να δαιμονοποιείται».
Πρέπει, όπως λέει, «πραγματικά να καταλάβουμε ότι η Ένωση στην περίπτωση της Κύπρου θα παραμείνει ως όνειρο, ως όραμα και είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκριζωθεί αμέσως». Στο ίδιο μήκος κύματος και η άποψη που παραθέτει ο Γ. Κέντας, παρατηρώντας ότι «αντί το ζήτημα της Ένωσης να αντιμετωπίζεται μέσα από μία ψύχραιμη και διερευνητική συζήτηση, αντί σεβασμού στους αγώνες των Ελλήνων της Κύπρου, κάποιοι προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τις ευαισθησίες των ανθρώπων και κάποιοι άλλοι να τους γεμίσουν ενοχικά σύνδρομα».
Εν μέσω… αποεθνικοποίησης
«Η συζήτηση για το Κυπριακό γίνεται στο πλαίσιο μίας σύμβασης συμβιβασμού και, ταυτόχρονα, γίνεται προσπάθεια να συνεπάρουν την εκλογική βάση με αναφορές στην ΕΟΚΑ, τους αγωνιστές, τις θυσίες τους», λέει ο Γ. Κέντας. Φέρει ως παράδειγμα ότι «εκφωνούνται επιμνημόσυνοι λόγοι για αγωνιστές της ΕΟΚΑ ή ομιλίες σε ιστορικές επετείους και γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν κάποιες συγκυριακές πολιτικές θέσεις ως δικαίωση των αγωνιστών» και δηλώνει ότι «αυτό είναι ύβρις».
Ρητορικά, θέτει το ερώτημα: «Ποια είναι η δικαίωση του Αυξεντίου, η διζωνική ομοσπονδία, η χαλαρή ομοσπονδία ή τα δύο κράτη;», για να καταλήξει ότι «ενώ γίνεται προσπάθεια αποεθνικοποίησης του Κυπριακού, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι ουσιαστικά εθνικιστικά.»
Στη δεξιά παράταξη εντοπίζει «μεγάλη ευθύνη» και ο κ. Κουτσού, «και για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται σήμερα η έκφραση της ιδέας και γιατί διάλυσε το Ενωτικό Κίνημα για να δημιουργηθεί ένας μεγάλος Συναγερμός». Η στάση της ελληνικής ηγεσίας, κατά τον ίδιο, δεν είναι άμοιρη ευθυνών. «Έχουμε συγκεκριμένες καταδίκες υπουργών Άμυνας, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το Κυπριακό», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι πλέον από όραμα έχει μετατραπεί σε μέσο πλουτισμού», υποστηρίζει. «Στην Ελλάδα την ευθύνη την φέρουν οι ηγεσίες που το έπραξαν και στην Κύπρο η ίδια η δεξιά, η οποία αφομοίωσε το Ενωτικό Κίνημα και φτάσαμε στο σημείο σήμερα οι ηγεσίες του Συναγερμού και του ΑΚΕΛ να συμφωνούν σε μια λύση ΔΔΟ», συμπληρώνει, διευκρινίζοντας ότι «από τη στιγμή που ενταχθήκαμε στην Ενωμένη Ευρώπη, η πραγματικότητα του αλυτρωτισμού για την Κύπρο έκλεισε και μόνον ως όραμα μπορεί πλέον να διατηρηθεί».
Επιτακτική, όπως λέει, είναι και η ανάγκη να καθορίσουμε τι σημαίνει Ένωση σήμερα, με τις σημερινές συνθήκες, «για να μην έχουμε εκλογικές αναμετρήσεις που να βασίζονται σε αυτά τα ζητήματα και από την άλλη να μη δίνουν την ευκαιρία σε άλλους που δεν ευνοούν την ανάπτυξη του Ελληνισμού να τον πολεμούν και να παρουσιάζονται ως οι προασπιστές της ανεξαρτησίας». Η Ένωση σήμερα, κατά την έκφρασή του, «δεν μπορεί δυστυχώς να είναι άλλο παρά το όραμα, όχι η πραγματικότητα».




