ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ, ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ, ΟΡΘΟΤΗΤΑ, ΙΣΟΤΗΤΑ, ΕΠΑΡΚΕΙΑ
ΣΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΟΥ «BANGALORE - 2001», ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΕ ΚΑΙ ΤΟ ΗΒ, ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ EΒΔΟΜΑΔΑΣ
«Ο δικαστής να αυτοεξαιρείται από οποιαδήποτε διαδικασία, κατά την οποία ο δικαστής δεν είναι σε θέση να αποφασίσει με αμεροληψία το ζήτημα ή όταν ένας λογικός παρατηρητής μπορεί να θεωρήσει ότι ο δικαστής δεν είναι σε θέση να αποφασίσει αμερόληπτα».
Σε έξι αρχές (Ανεξαρτησία, Αμεροληψία, Ακεραιότητα, Ορθότητα, Ισότητα και Επάρκεια- Αξιοπιστία) θα διαχωρίζονται τα άρθρα του Κώδικα Δεοντολογίας, που ετοιμάζει για τους δικαστές το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναμένεται να εκδοθεί εντός της εβδομάδας, όπως γνωστοποιήθηκε μετά τη συνάντηση της Πέμπτης, στο Προεδρικό, μεταξύ των μελών της Ολομέλειας και του Προέδρου Αναστασιάδη.
Ο Κώδικας εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας για μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, η οποία επισπεύδεται λόγω της κρίσης που προκάλεσαν, τις τελευταίες εβδομάδες, οι γνωστές καταγγελίες του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, αλλά και η “θύελλα” αντιδράσεων και τοποθετήσεων που ακολούθησε από εμπλεκομένους.
Μαζί με τον Κώδικα το Ανώτατο επικαιροποιεί και τη δικαστική πρακτική της, η οποία θα ρυθμίζει την εξαίρεση δικαστών από δίκες σε περιπτώσεις που προκύπτουν θέματα σύγκρουσης συμφερόντων. Παράλληλα, η Κυβέρνηση προωθεί εννέα νομοσχέδια, που ετοίμασε το αρμόδιο Υπουργείο, τα οποία επιφέρουν ριζικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με έγκυρες πηγές της «Σημερινής» της Κυριακής, ο Κώδικας Δεοντολογίας, που ετοιμάζει το Ανώτατο, θα είναι ιδίου ή παρομοίου περιεχομένου με τον κώδικα δικαστικής συμπεριφοράς του “Bangalore, 2001”, όπως αναθεωρήθηκε στη συνάντηση των επικεφαλής δικαστών, στο Παλάτι της “Ειρήνης” στη Χάγη, στις 25-26 Νοεμβρίου 2002. Ο συγκεκριμένος Κώδικας εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η «Σ» εξασφάλισε και παρουσιάζει κατά άρθρο τον εν λόγω Κώδικα, ο οποίος είναι γραμμένος στην αγγλική γλώσσα.
Ανεξαρτησία
«Η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση για το κράτος δικαίου και θεμελιώδη εγγύηση για μια δίκαιη δίκη. Ως εκ τούτου, ο δικαστής πρέπει να υποστηρίξει και να αποδείξει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας τόσο σε ατομικό, όσο και σε θεσμικό επίπεδο».
1.1 Ο δικαστής ασκεί ανεξάρτητα τη δικαστική λειτουργία με βάση την εκτίμησή του επί των πραγματικών γεγονότων και σύμφωνα με τη συνειδητή κατανόησή του επί του νόμου, χωρίς οποιεσδήποτε εξωτερικές επιρροές, κίνητρα, πιέσεις, απειλές ή παρεμβολές.
1.2. Θα πρέπει να ενεργεί ως ανεξάρτητος, από την κοινωνία, γενικότερα, αλλά και από τους διαδίκους σε μια διαφορά, για την οποία θα πρέπει να αποφανθεί.
1.3. Ο δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι απαλλαγμένος από ανάρμοστες συνδέσεις, και να μένει ανεπηρέαστος, από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αλλά και να φαίνεται ότι είναι ελεύθερος σ' έναν λογικό παρατηρητή.
1.4. Κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων, ο δικαστής να είναι ανεξάρτητος από τους δικαστικούς συναδέλφους προς σεβασμό των αποφάσεων, που ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να λάβει ανεξάρτητα.
1.5. Να ενθαρρύνει και να περιφρουρεί την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του προκειμένου να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
1.6. Ο δικαστής να εκθέτει και προωθεί υψηλά πρότυπα δικαστικής συμπεριφοράς για να ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού στη Δικαιοσύνη, η οποία είναι θεμελιώδης για τη διατήρηση της δικαστικής ανεξαρτησίας.
Αμεροληψία
“Η αμεροληψία είναι απαραίτητη για την ορθή εκτέλεση του δικαστικού αξιώματος. Ισχύει όχι μόνο για την απόφαση από μόνη της, αλλά και για ολόκληρη τη διαδικασία, με την οποία λαμβάνεται η απόφαση”.
2.1. Ο δικαστής εκτελεί τα δικαστικά του καθήκοντα χωρίς εύνοια ή προκατάληψη.
2.2. Ο δικαστής εξασφαλίζει ότι η συμπεριφορά του, τόσο εντός όσο και εκτός δικαστηρίου, διατηρεί και ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού, του νομικού επαγγέλματος και των διαδίκων στην αμεροληψία του δικαστή και του δικαστικού σώματος.
2.3. Ο δικαστής, στο μέτρο του λογικού, να συμπεριφέρεται έτσι ώστε να ελαχιστοποιεί το ενδεχόμενο εξαίρεσής του από την ακρόαση.
2.4. Ο δικαστής δεν πρέπει εις γνώσιν του, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, να προβεί σε οποιοδήποτε σχόλιο, που λογικά θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της διαδικασίας ή να υπονομεύσει το δίκαιο της διαδικασίας. Ούτε ο δικαστής να σχολιάσει δημοσίως ή με άλλον τρόπο που μπορεί να επηρεάσει τη δίκαιη δίκη οποιουδήποτε προσώπου ή ζητήματος.
2.5. Ο δικαστής να αυτοεξαιρείται από οποιαδήποτε διαδικασία, κατά την οποία ο δικαστής δεν είναι σε θέση να αποφασίσει με αμεροληψία το ζήτημα ή όταν ένας λογικός παρατηρητής μπορεί να θεωρήσει ότι ο δικαστής δεν είναι σε θέση να αποφασίσει αμερόληπτα. Τέτοιες διαδικασίες περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, περιπτώσεις όπου: (2.5.1) ο δικαστής έχει προτίμηση ή προκατάληψη για τη μία πλευρά ή προσωπική γνώση των αμφισβητούμενων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη διαδικασία, (2.5.2) ο δικαστής υπηρετούσε προηγουμένως ως δικηγόρος ή ήταν μάρτυρας στην υπόθεση ή (2.5.3) ο δικαστής ή ένα μέλος της οικογένειας του δικαστή έχει οικονομικό συμφέρον σε σχέση με την έκβαση της υπόθεσης.
Ακεραιότητα
“Η ακεραιότητα είναι απαραίτητη για την ορθή εκτέλεση του δικαστικού αξιώματος”.
3.1. Ο δικαστής να διασφαλίζει ότι η συμπεριφορά του/της δεν μπορεί να κατηγορηθεί από έναν λογικό παρατηρητή.
3.2. Η συμπεριφορά ενός δικαστή πρέπει να επαναβεβαιώνει την εμπιστοσύνη του λαού στην ακεραιότητα του δικαστικού Σώματος. Η δικαιοσύνη δεν πρέπει απλώς να απονέμεται, αλλά να φαίνεται ότι απονέμεται.
Ορθότητα
“Η ιδιότητα και η εμφάνιση της ευπρέπειας είναι απαραίτητες για την απόδοση του συνόλου των δραστηριοτήτων του δικαστή”.
4.1. Ο δικαστής να αποφεύγει την παρατυπία, αλλά και να φαίνεται ότι δεν παρανομεί σε όλες του τις δραστηριότητες.
4.2. Ως αντικείμενο συνεχούς δημόσιου ελέγχου, ο δικαστής πρέπει να αποδέχεται προσωπικούς περιορισμούς που μπορεί να θεωρηθούν ως επιβαρυντικοί για τον απλό πολίτη και να το κάνουν ελεύθερα και οικειοθελώς. Συγκεκριμένα, ο δικαστής πρέπει να συμπεριφέρεται κατά τρόπο που συνάδει με την αξιοπρέπεια του δικαστικού αξιώματος.
4.3. Στις προσωπικές σχέσεις του με μεμονωμένα μέλη του δικηγορικού επαγγέλματος, που ασκούν τακτική άσκηση στο δικαστήριο, ν' αποφεύγει καταστάσεις που θα μπορούσαν ευλόγως να οδηγήσουν στην υποψία ευνοιοκρατίας ή μεροληψίας.
4.4. Ο δικαστής δεν θα συμμετέχει στην έκβαση μιας υπόθεσης, σε περιπτώσεις που μέλος της οικογένειάς του εκπροσωπεί έναν διάδικο ή συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την υπόθεση.
4.5. Δεν πρέπει να επιτρέπει τη χρήση της κατοικίας του από ένα μέλος του νομικού επαγγέλματος για την υποδοχή πελατών ή άλλων μελών του νομικού επαγγέλματος.
4.6. Ο δικαστής, όπως και κάθε άλλος πολίτης, έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, της πίστης, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, αλλά κατά την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων, ο δικαστής πρέπει να συμπεριφέρεται πάντα κατά τρόπον που να διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του δικαστικού αξιώματος, την αμεροληψία και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
4.7. Ενημερώνει τον εαυτό του για τα προσωπικά και οικονομικά συμφέροντά του δικαστή και καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να ενημερώνεται και για τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της οικογένειάς του.
4.8. Ο δικαστής δεν πρέπει να επιτρέπει στην οικογένεια, τις κοινωνικές ή άλλες σχέσεις του να επηρεάσουν αθέμιτα τη δικαστική συμπεριφορά και κρίση του.
4.9. Δεν πρέπει να χρησιμοποιεί ή να δανείζει το κύρος του δικαστικού αξιώματος για την προώθηση των ιδιωτικών συμφερόντων του ιδίου, μέλους της οικογένειάς του ή οποιασδήποτε άλλης οικογένειας, ούτε μεταβιβάζει ή επιτρέπει σε άλλους να μεταφέρουν την εντύπωση ότι κάποιος βρίσκεται σε ειδική θέση που δεν μπορεί να επηρεάσει τον δικαστή κατά την εκτέλεση δικαστικών καθηκόντων.
4.10. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτώνται από τον δικαστή με την ιδιότητά του δεν χρησιμοποιούνται ή αποκαλύπτονται, για σκοπό που δεν σχετίζεται με τα καθήκοντά του.
4.11. Στο πλαίσιο της ορθής εκτέλεσης των δικαστικών καθηκόντων, ο δικαστής μπορεί: (4.11.1) να γράφει, να διδάσκει και να συμμετέχει σε δραστηριότητες που αφορούν το δίκαιο, το νομικό σύστημα, τη διοίκηση της δικαιοσύνης ή συναφή θέματα, (4.11.2) εμφανίζεται σε δημόσια ακρόαση ενώπιον επίσημου φορέα που ασχολείται με θέματα που αφορούν το δίκαιο, το νομικό σύστημα, τη διοίκηση της δικαιοσύνης ή συναφή θέματα, (4.11.3) υπηρετεί ως μέλος ενός επίσημου οργάνου ή άλλης κυβερνητικής επιτροπής, επιτροπής ή συμβουλευτικού οργάνου, εάν η ιδιότητα αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με την αμεροληψία και την πολιτική ουδετερότητα ενός δικαστή, (4.11.4) ν' ασκεί άλλες δραστηριότητες, εάν αυτές δεν μειώνουν την αξιοπρέπεια του δικαστικού αξιώματος ή παρεμποδίζουν άλλως την εκτέλεση των καθηκόντων του.
4.12. Δεν μπορεί να ασκεί δικηγορία, εφόσον κατέχει δικαστικό αξίωμα.
4.13. Ο δικαστής μπορεί να σχηματίζει ή να συμμετέχει σε ενώσεις δικαστών ή να συμμετέχει σε άλλες οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των δικαστών.
4.14. Ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του δεν πρέπει, ούτε να ζητήσουν ούτε να δεχθούν οποιοδήποτε δώρο, κληροδοσία, δάνειο ή εύνοια σε σχέση με την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του.
4.15. Ο δικαστής δεν πρέπει να επιτρέπει στους υπαλλήλους του δικαστηρίου ή σε άλλους που υπόκεινται στην επιρροή, την κατεύθυνση ή την εξουσία του, να ζητούν ή να δέχονται οποιοδήποτε δώρο, κληροδοσία, δάνειο ή εύνοια σε σχέση με τα καθήκοντα ή τις λειτουργίες του δικαστή.
4.16. Με την επιφύλαξη του νόμου και των τυχόν νομικών απαιτήσεων δημοσιοποίησης, ένας δικαστής μπορεί να λάβει ένα συμβολικό δώρο, να απονείμει ή να επωφεληθεί, ανάλογα με την περίσταση, ότι μια τέτοια δωρεά, αποζημίωση ή παροχή δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στο να τον επηρεάσει κατά την εκτέλεση δικαστικών καθηκόντων του.
Ισότητα
“Η διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης σε όλους ενώπιον των δικαστηρίων είναι ουσιώδης για την εκτέλεση του δικαστικού αξιώματος”.
5.1. Ο δικαστής πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί την ποικιλομορφία στην κοινωνία και τις διαφορές, που προκύπτουν από διάφορες πηγές, όπως φυλή, χρώμα, φύλο, θρησκεία, εθνική καταγωγή, αναπηρία, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, σεξουαλικό προσανατολισμό, οικονομική κατάσταση κ.ά.
5.2. Δεν μπορεί, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με λόγια ή συμπεριφορά, να προκαλέσει προκατάληψη έναντι οποιουδήποτε προσώπου ή ομάδας.
5.3. Ασκεί ορθά τα δικαστικά του καθήκοντα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πρόσωπα, όπως διάδικοι, μάρτυρες, δικηγόροι, δικαστικοί υπάλληλοι και συνεργάτες.
5.4. Ο δικαστής δεν πρέπει να επιτρέπει στους υπαλλήλους του δικαστηρίου ή σε άλλους που υπόκεινται στην επιρροή, την κατεύθυνση ή τον έλεγχό του να κάνουν διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων, σε υπόθεση ενώπιον του δικαστή, για οποιοδήποτε άσχετο λόγο.
5.5. Υποχρεώνει τους δικηγόρους να μην εκδηλώνουν με λόγια ή συμπεριφορά προκατάληψη, που βασίζεται σε άσχετους λόγους, πλην εκείνων που σχετίζονται νομικά με ένα ζήτημα στο πλαίσιο διαδικασίας και μπορεί ν' αποτελέσουν αντικείμενο νόμιμης υπεράσπισης.
Επάρκεια και αξιοπιστία
“Η ικανότητα και η αξιοπιστία είναι προϋποθέσεις για την ορθή εκτέλεση του δικαστικού αξιώματος”.
6.1. Τα δικαστικά καθήκοντα ενός δικαστή υπερισχύουν όλων των άλλων δραστηριοτήτων του.
6.2. Ο δικαστής αφοσιώνει τις επαγγελματικές δραστηριότητές στα δικαστικά καθήκοντα.
6.3. Λαμβάνει λογικά μέτρα για να διατηρεί και να ενισχύει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του.
6.4. Ο δικαστής πρέπει να ενημερώνεται για τις σχετικές εξελίξεις του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών συμβάσεων και άλλων πράξεων που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα.
6.5. Εκτελεί όλα τα δικαστικά καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης δεσμευμένων αποφάσεων, αποτελεσματικά, δίκαια και με εύλογη ταχύτητα.
6.6. Διατηρεί την τάξη και τη νομιμότητα σε όλες τις διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου και είναι υπομονετικός, αξιοπρεπής και ευγενικός έναντι των διαδίκων, άλλων δικαστών, μαρτύρων, δικηγόρων και άλλων.
6.7. Ο δικαστής δεν πρέπει να ασκεί συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την επιμελή εκτέλεση των καθηκόντων του.




