ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΝ ΝΟΜΙΚΟΙ
Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΠΛΕΓΜΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
«Θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παρέμβει, καλώντας όλους τους εμπλεκομένους, προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του κράτους και των θεσμών, είτε μέσω παραιτήσεων είτε μέσω επιβολής αλλαγών, τις οποίες ο ίδιος θα αποφασίσει»
Την ανάγκη διενέργειας δραστικών αλλαγών στον χώρο της Δικαιοσύνης, προκειμένου να αρθούν στρεβλώσεις και δυσρυθμίες στην άσκησή της, επισημαίνουν έγκριτοι νομικοί, με αφορμή τη μείζονα θεσμική κρίση της τελευταίας περιόδου.
Απαντώντας στο ερώτημα, αν και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί συνταγματικώς η ανακύψασα θεσμική «ανωμαλία», καθώς και για το αν και με ποιον τρόπο μπορεί να παρέμβει η εκτελεστική εξουσία, σημειώνουν τις δυνατότητες τροποποίησης του Συντάγματος, με ενδεχόμενη επαναφορά του θεσμού του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλά και την προοπτική παρέμβασης του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως θεματοφύλακα της εύρυθμης και ομαλής λειτουργίας του Κράτους.
Μιλώντας στη «Σ» της Κυριακής, ο νομικός Μιχάλης Παπαπέτρου επισημαίνει ότι, από το 1964 και εντεύθεν, ότε και καταργήθηκε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έπαψε να υπάρχει ένα σώμα το οποίο να ασχολείται με συνταγματικά θέματα και να επιλαμβάνεται, διεξοδικώς, ανάλογων κρίσεων.
Στην ίδια γραμμή πλεύσης, ο δικηγόρος Κωστής Ευσταθίου υποδεικνύει ότι, με ενεργοποίηση του δικαίου της ανάγκης, το οποίο συνεχίζει να υφίσταται, θα μπορούσε να ψηφιστεί ένας νέος νόμος, που να καθορίζει τα της ευθύνης και τα του οίκου του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, επισημαίνει, θα μπορούσε να αντικριστεί και η δυνατότητα επαναφοράς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει με Ελληνοκύπριους δικαστές, ελέγχοντας, στο προσίδιο θεσμικό επίπεδο, τη δικαστική εξουσία.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
Κατά τη γνώμη μου, υφίσταται συνταγματικό κενό, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει θεσμοθετημένο όργανο, για να μπορεί να επιλαμβάνεται τέτοιων κρίσεων και να τις επιλύει.
Όταν το 1964 καταργήσαμε το Συνταγματικό Δικαστήριο και το ενοποιήσαμε με το Ανώτατο Δικαστήριο, καταργήσαμε, ουσιαστικά, ένα σώμα το οποίο να μπορεί να ασχολείται με συνταγματικά θέματα.
Τροποποιήσαμε το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, αφαιρώντας από τη σύνθεσή του τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον εκπρόσωπο του δικηγορικού κόσμου. Το αφήσαμε, έτσι, να λειτουργεί αποκλειστικά με μέλη από το δικαστικό σώμα και, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, δεν μπορεί οι ίδιοι να κρίνουν τους εαυτούς τους ή ενάντια στους εαυτούς τους.
Πώς, λοιπόν, μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το συνταγματικό κενό; Κατά τη γνώμη μου, υπό τις παρούσες συνθήκες, με δύο τρόπους: Είτε με τροποποίηση του Συντάγματος, πράγμα που αυτήν τη στιγμή δεν υφίσταται, είτε με παρέμβαση της Greco, της αρμόδιας Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς, που, όπως διαφαίνεται, προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται τα πράγματα.
Η Greco, βεβαίως, αφού έρθει και μελετήσει την κατάσταση, θα υποβάλει κάποιες εισηγήσεις, οι οποίες είναι μεν καθοδηγητικές, αλλά μόνον προαιρετικές, καθότι δεν έχει αρμοδιότητα επιβολής.
Εδώ ακριβώς εγείρεται ο ρόλος της εκτελεστικής εξουσίας και του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος έχει την κύρια και πρωταρχική ευθύνη για την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του Κράτους.
Θα μπορούσε, λοιπόν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παρέμβει, καλώντας όλους τους εμπλεκομένους, προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του κράτους και των θεσμών, είτε μέσω παραιτήσεων είτε μέσω επιβολής αλλαγών, τις οποίες ο ίδιος θα αποφασίσει.
ΚΩΣΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
Όπως δημιουργήθηκε ο νόμος για την απονομή της δικαιοσύνης με βάση το δίκαιο της ανάγκης, θα μπορούσε και τώρα να ψηφιστεί ένας νέος νόμος, που να καθορίζει τα της ευθύνης και τα του οίκου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εδώ, λοιπόν, υπάρχει ένα κενό… Ένας τέτοιος νόμος, που μπορεί να είναι και εμπλουτιστικός της υφιστάμενης νομοθεσίας, μπορεί να συμπληρώσει αυτό το κενό, ενεργοποιώντας συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις. Το δίκαιο της ανάγκης υπάρχει, άρα υφίσταται το δικαίωμα, βάσει αυτού, ψήφισης νέων νόμων, που να καλύπτουν εμφανιζόμενα κενά. Δυστυχώς, στερούμαστε προνοητικότητας, αλλά και λελογισμένης έγνοιας για το μέλλον, εφησυχάζοντες στα δεδομένα και στα υφιστάμενα.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να αντικριστεί και η δυνατότητα επαναφοράς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο καταργήθηκε το 1964, ενοποιούμενο με το Ανώτατο Δικαστήριο.
Γνώμη μου είναι ότι τίποτα δεν εμποδίζει την επαναφορά του συγκεκριμένου θεσμού, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει με Ελληνοκύπριους δικαστές, ελέγχοντας, στο προσίδιο θεσμικό επίπεδο, τη δικαστική εξουσία. Θα μπορούσε, βεβαίως, να γίνει μείωση των δικαστών, για παράδειγμα στους 5-6. Εδώ θα πρέπει να υπομνήσω ότι, κατά το παρελθόν κατατέθηκε μελέτη από ομάδα Ιρλανδών εμπειρογνωμόνων, με βάση το κατά γενικήν ομολογίαν επιτυχημένο ιρλανδικό μοντέλο, για μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, η οποία, δυστυχώς, παραθεωρήθηκε και μόνον κάποιες επουσιώδεις εισηγήσεις της υιοθετήθηκαν.
Ειδικότερα, τώρα, όσον αφορά το προκύψαν ζήτημα με τις συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις και το θέμα της «αντικειμενικής αμεροληψίας» που ήγειρε ο Γενικός Εισαγγελέας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, θεωρητικώς, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον δικαστού, αυτή, όμως, πρέπει να είναι πλήρως και επαρκώς τεκμηριωμένη και όχι βασισμένη σε απλές «πεποιθήσεις» ή την έξωθεν κακή μαρτυρία. Τέτοιες προσεγγίσεις δεν μπορεί να υπάρχουν. Δυστυχώς, όμως, εδώ που έφτασαν τα πράγματα, διερωτάται κανείς ποια μπορεί να είναι η διέξοδος.
Ίσως θα μπορούσε να γίνει ένα βήμα προς την ορθή κατεύθυνση, αν έκανε ο καθένας, στο δικό του επίπεδο, την επιβαλλόμενη αυτοκάθαρση και αυτομεταρρύθμιση.
«Αποψίλωση» του Συντάγματος
Εν τω μεταξύ, νομικοί κύκλοι, που θέλησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους, επισημαίνουν στην εφημερίδας μας ότι η εντεινόμενη θεσμική κρίση πλήττει βαθύτατα το κύρος και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας πως ο χώρος της δικαστικής εξουσίας βρίθει πολλαπλών δυσλειτουργιών, που χρήζουν άμεσων διορθωτικών παρεμβάσεων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος.
Χαρακτηρίζουν, ωστόσο, δυσοίωνες τις προοπτικές εξόδου από την υφιστάμενη κρίση, σημειώνοντας πως είναι «εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπούν παγιωμένοι θεσμοί, κανονισμοί και πρακτικές δεκαετιών», που αποδεικνύεται, σήμερα, ότι «λειτουργούν ανασχετικά στην εύρυθμη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας».
Σημειώνουν, ταυτόχρονα, ότι, με την πάροδο του χρόνου, αποψιλώθηκε εντελώς το Σύνταγμα απ’ όλες τις εγγυητικές δικλίδες για την ομαλή ρύθμιση ανάλογων θεμάτων, επισημαίνοντας ως απαρχή της συγκεκριμένης διαδικασίας την κατάργηση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Τονίζουν, παράλληλα, ότι είναι επιβαλλόμενη «η επαναφορά στη συνταγματική τάξη», με το δίκαιο της ανάγκης εν ισχύι για 56 ολόκληρα χρόνια. Ως εκ τούτου, υποδεικνύουν, «πρέπει να εξετάσουμε όλες τις δυνατότητες αλλαγών, και, εκεί όπου μπορούμε, να το πράξουμε».
Στο πλαίσιο αυτό, προσθέτουν, επιβάλλεται η πλήρης κατοχύρωση της εξισορρόπησης των εξουσιών, «αλλά και της κάθε εξουσίας ξεχωριστά».
Υπερσυγκέντρωση εξουσιών
Αφήνουν, ταυτόχρονα, αιχμές, για «υπερσυγκέντρωση εξουσιών εις τας χείρας του Ανωτάτου Δικαστηρίου», το οποίο, «προφανώς, βολεύεται με αυτήν την κατάσταση».
Την ίδια ώρα, εγείρουν θέμα «πλήρους απουσίας κριτικής της δικαστικής εξουσίας», η οποία προβάλλει, λίγο πολύ, ως απρόσβλητη και αδιαμφισβήτητη. Με αυτό δεν υπονοείται, διευκρινίζουν, ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι λανθασμένες, «παρότι κάποτε μπορεί να είναι», αλλά ότι υπάρχουν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, που πρέπει να αντιμετωπιστούν καλόπιστα απ’ όλους τους εμπλεκομένους.
Η Greco
Όσον αφορά τη διαφαινόμενη παρέμβαση της Greco, σημειώνουν ότι η αρμόδια Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς έχει κάθε δικαίωμα να παρέμβει, χωρίς την πρόσκληση οιουδήποτε γηγενούς θεσμού, «πόσω μάλλον της Βουλής ή βουλευτού, η οποία Βουλή είναι ο θεσμός εν Κύπρω που έχει δεχθεί τις περισσότερες παρατηρήσεις από την Επιτροπή χωρίς να πράξει, ακόμη, τα δέοντα προς συμμόρφωσιν».
Πολυεπίπεδη κρίση
Προσθέτουν, επίσης, ότι η κρίση στη Δικαιοσύνη είναι πολύμορφη και πολυεπίπεδη περιλαμβάνοντας το ευρύτερο πλέγμα άσκησης και απόδοσής της, καθώς και τις σχέσεις ανάμεσα στη δικαστική εξουσία και στον δικηγορικό κόσμο.
Υπογραμμίζουν, ταυτόχρονα, ότι, πέρα από το πρόβλημα της αξιοπιστίας και του κύρους της Δικαιοσύνης, υπάρχουν διαφορετικού τύπου προβλήματα, που «θα πρέπει, κάποια στιγμή, να αχθούν στο επίπεδο του προβληματισμού και του δημόσιου διαλόγου» και να τεθούν «με όρους διαφορετικούς από αυτούς που τίθενται αυτήν τη στιγμή».
Κάνουν, μάλιστα, λόγο για «εξακολουθητικά τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στη δικαστική εξουσία και στους δικηγόρους», ενώ προσθέτουν ότι, «αντίθετα με ό,τι τείνει να διαμορφωθεί σήμερα ως κυρίαρχη εντύπωση της κοινής γνώμης, τα δικαστήρια, στον χειρισμό μιας υπόθεσης και στις αποφάσεις τους, δεν λαμβάνουν τόσο υπ’ όψιν τους δικηγόρους, αλλά τους διαδίκους. Και για το γεγονός ότι λαμβάνουν υπ’ όψιν τους διαδίκους, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία και ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει».
Χαρακτηρίζουν, τέλος, την εκδηλωθείσα κρίση ως σύμπτωμα, απλώς, «μιας ευρύτερης κατάπτωσης του θεσμού της Δικαιοσύνης» και όχι ένα απλό επικαιρικό φαινόμενο.




