Πέραν του διαμοιρασμού των εξουσιών σε δύο χωριστά επίπεδα, υπάρχει ακόμα ένα θεμελιώδες γνώρισμα των ομοσπονδιών, στο οποίο στην κυπριακή περίπτωση παρουσιάζονται δυσκολίες: οι ομόσπονδες μονάδες (συνιστώσες πολιτείες) συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ομοσπονδιακής διοίκησης. Δεν νοείται ομοσπονδία χωρίς αυτή την αρχή.

Σχεδόν σε κάθε δήλωσή του, ο Νίκος Αναστασιάδης θέτει πρωτίστως το ζήτημα της λειτουργικότητας του ομοσπονδιακού κράτους. Είναι ξεκάθαρο ότι οι συνομιλίες για το Κυπριακό δεν θα επαναρχίσουν χωρίς να σημειωθεί πρόοδος σε αυτό το θέμα. Οι αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, που προβλέπουν την αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ερμηνεύονται διαφορετικά από τις δύο πλευρές. Ο Αναστασιάδης θεωρεί την πρόνοια για τουλάχιστον μία θετική ψήφο στο Υπουργικό Συμβούλιο και τους άλλους ομοσπονδιακούς θεσμούς εμπόδιο για τη λειτουργικότητα του κράτους. Για τον Αkinci, αυτό είναι φυσικό επακόλουθο της πολιτικής ισότητας.

Διατεινόμενος ότι δεν υπάρχει αντίστοιχο παράδειγμα ομοσπονδίας στον κόσμο, ο Αναστασιάδης ζητεί να του «δείξουν» ένα ομοσπονδιακό κράτος όπου η τουλάχιστον μία θετική ψήφος των συνιστωσών μονάδων να αποτελεί προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων.

Προφανώς, η έννοια το φεντεραλισμού γενικότερα αλλά και συγκεκριμένα γνωρίσματα της κυπριακής περίπτωσης ειδικότερα δεν γίνονται πλήρως κατανοητά.
Ας κάνουμε αρχή με τις ομοσπονδίες ευρύτερα. Στα ομοσπονδιακά κράτη υπάρχουν δύο ξεχωριστά επίπεδα διοίκησης: η ομοσπονδιακή διοίκηση και οι ομόσπονδες διοικήσεις (συνιστώσες πολιτείες). Οι αρμοδιότητες που εκχωρούνται σε κάθε επίπεδο -ομοσπονδιακό ή ομόσπονδο- καθορίζονται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα.

Σε κάποιες περιπτώσεις εκχωρούνται πρώτα οι αρμοδιότητες στις ομόσπονδες διοικήσεις και στη συνέχεια οι εναπομείνασες αρμοδιότητες μεταβιβάζονται στην ομοσπονδιακή διοίκηση, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις συμβαίνει το αντίστροφο. Δηλαδή, καθορίζονται πρώτα οι αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής διοίκησης και, σε δεύτερο στάδιο, γίνεται η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στις ομόσπονδες διοικήσεις. Υπάρχουν και φορές που καθορίζονται κοινά πεδία αρμοδιοτήτων.

Θεμελιώδες γνώρισμα των ομοσπονδιών είναι το ισότιμο πολιτικό στάτους των ομόσπονδων διοικήσεων· καμιά δεν είναι ανώτερη της άλλης. Συγχρόνως, οι πολιτικά ισότιμες ομόσπονδες διοικήσεις έχουν ισότιμο πολιτικό στάτους και με την ομοσπονδιακή διοίκηση. Με άλλα λόγια, η ομοσπονδιακή διοίκηση δεν παρεμβαίνει στα πεδία αρμοδιοτήτων των ομόσπονδων διοικήσεων.

Μέχρι σε αυτό το σημείο, δεν φαίνεται να παρουσιάζονται οποιεσδήποτε δυσκολίες. Ο Αναστασιάδης επιθυμεί τη μείωση του αριθμού των αρμοδιοτήτων της ομοσπονδιακής διοίκησης, ώστε, όπως έχει συμβεί σε όλες τις ομοσπονδίες, με την πάροδο του χρόνου να υπάρχει η δυνατότητα αλλαγών στον διαμοιρασμό των εξουσιών.

Ωστόσο, πέραν του διαμοιρασμού των εξουσιών σε δύο χωριστά επίπεδα, υπάρχει ακόμα ένα θεμελιώδες γνώρισμα των ομοσπονδιών, στο οποίο στην κυπριακή περίπτωση παρουσιάζονται δυσκολίες: οι ομόσπονδες μονάδες (συνιστώσες πολιτείες) συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ομοσπονδιακής διοίκησης. Δεν νοείται ομοσπονδία χωρίς αυτή την αρχή. Μάλιστα, αυτή είναι σημαντικότερη και από τον διαμοιρασμό της εξουσίας, καθότι ο διαμοιρασμός εξουσίας ίσχυε τόσο στα φεουδαρχικά καθεστώτα όσο και στις αυτοκρατορίες. Πέραν του διαμοιρασμού της εξουσίας ανάμεσα στην ομοσπονδιακή και τις ομόσπονδες διοικήσεις, η ειδοποιός διαφορά των ομοσπονδιακών κρατών είναι η συμμετοχή των ομόσπονδων μονάδων στην ομοσπονδιακή διοίκηση. Αυτό το θέμα θα θίξουμε στη συνέχεια.

Καταρχήν, θα πρέπει να αναφερθούμε στη συμμετοχή στα όργανα της Νομοθετικής και Δικαστικής Εξουσίας. Σε αυτό το ζήτημα δεν παρουσιάζονται δυσκολίες, καθότι η συμμετοχή της τουρκοκυπριακής συνιστώσας (ομόσπονδης) πολιτείας στα νομοθετικά και δικαστικά όργανα γίνεται αποδεκτή. Όπως σε όλες τις ομοσπονδίες, έτσι και στο κυπριακό ομοσπονδιακό κράτος η ομοσπονδιακή βουλή θα αποτελείται από δύο κοινοβουλευτικά σώματα (βουλές). Το πρώτο θα στελεχώνεται κατ’ αναλογία του πληθυσμού κάθε πολιτείας και θα εκπροσωπεί το σύνολο του λαού, ενώ το δεύτερο θα διαμορφωθεί με την ισάριθμη συμμετοχή βουλευτών και από τις δύο συνιστώσες πολιτείες.

Οι νομοθεσίες που θα ψηφίζονται στη μια βουλή δεν θα μπορούν να τεθούν σε ισχύ χωρίς να εγκριθούν από την άλλη βουλή. O κανόνας της «ίσης εκπροσώπησης άνισων μονάδων» είναι αποτελεσματικός και ζωτικής σημασίας για τις μικρές ομόσπονδες πολιτείες, καθότι εμποδίζει την επικυριαρχία της εθνοτικής ομάδας με τον μεγαλύτερο πληθυσμό (πλειοψηφία).

Αναμφισβήτητα, τα νομοθετικά όργανα έχουν εξέχουσα σημασία στις δημοκρατίες, εφόσον οι κυβερνήσεις, ήτοι η εκτελεστική εξουσία, είναι υποχρεωμένες να εφαρμόσουν τις νομοθεσίες που ψηφίζονται. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να υπονομεύσουν τους νόμους που συντάσσει το νομοθετικό σώμα. Συνεπώς, η συμμετοχή των ομόσπονδων μονάδων όχι μόνο στα νομοθετικά και δικαστικά όργανα, αλλά και στην εκτελεστική εξουσία, είναι καίριας σημασίας.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα που έχουμε ενώπιόν μας: το πώς η τουρκοκυπριακή συνιστώσα (ομόσπονδη) πολιτεία θα συμμετέχει στην εκτελεστική εξουσία και στους υπόλοιπους ομοσπονδιακούς θεσμούς.

Στις ομοσπονδίες δεν υπάρχει κάποιος γενικός κανόνας ο οποίος να ρυθμίζει τον τρόπο συμμετοχής των ομόσπονδων πολιτειών στην ομοσπονδιακή διοίκηση. Οι εφαρμογές είναι πολλαπλές. Θεμελιώδης κανόνας, ωστόσο, είναι η αντιπροσώπευση των ομόσπονδων διοικήσεων στην ομοσπονδιακή διοίκηση.

Το κυπριακό ομόσπονδο κράτος

Σε αυτό το σημείο αξίζει να κάνουμε λόγο για το ιδιαίτερο γνώρισμα της κυπριακής ομοσπονδίας. Στην Κύπρο, το ομοσπονδιακό κράτος θα συγκροτηθεί μόνον από δύο συνιστώσες μονάδες. Αυτό, αναπόφευκτα, περιπλέκει τα πράγματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα -ομοσπονδίας με δύο μόνο συνιστώσες πολιτείες- ήταν η Τσεχοσλοβακία πριν από τη διάλυσή της, όπως και το Πακιστάν πριν από την απόσχιση του Μπαγκλαντές. Στην περίπτωση που η μια συνιστώσα μονάδα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις κατά βούληση, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ομοσπονδία, αλλά για ενιαίο κράτος. Για να μπορούμε να κάνουμε λόγο για ομοσπονδία, είναι απαραίτητη η σύνθεση της βούλησης των δύο συνιστωσών μονάδων και στη λήψη αποφάσεων από την εκτελεστική εξουσία.

Όπως, χωρίς τη χωριστή έγκριση των ομόσπονδων διοικήσεων δεν μπορεί να τροποποιηθεί το Σύνταγμα, έτσι και η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις στηριζόμενη στη βούληση μόνον της μιας ομόσπονδης διοίκησης. Εκ πρώτης όψεως, αυτό μπορεί να θυμίζει «συνομοσπονδία». Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι, για να λειτουργήσει μια «διπολιτειακή» ομοσπονδία, επιβάλλεται να υπάρξουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις, ώστε η μια πολιτεία να μην μπορεί να κυριαρχήσει επί της άλλης.

Προκειμένου το πρόβλημα να ξεπεραστεί μόνιμα, επιβάλλεται να «ομοσπονδοποιηθούν» τα μυαλά των πολιτικών κομμάτων και των ελίτ. Είναι μείζονος σημασίας να αποκτήσουν φεντεραλιστική αντίληψη και πνεύμα και να απαλλαγούν από τη νοοτροπία της διάκρισης ανάλογα με την εθνοτική καταγωγή.
Στην Κύπρο αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο μέλλον. Τώρα, αυτό που χρειάζεται είναι η υλοποίηση της διπολιτειακής ομοσπονδίας.