ΑΜΟΛΟΥΣΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΑΠΑΝΩΤΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΨΩ ΖΩΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΣ ΑΦΗΣΩ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΝΑ ΣΥΛΛΟΓΙΕΤΑΙ. ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ! ΕΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΟΛΥ… ΓΝΩΡΙΖΕ ΓΙΑ ΤΟ ΓΟΡΓΟ ΛΙΓΟΣΤΕΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΕΡΕΜΑ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Είχαμε για τα καλά πλησιάσει το τέλος του έτους. Ένας ακόμα χρόνος ήταν έτοιμος να περάσει στα περσινά των ημερολογίων. Πέρασα απ’ εκεί. Κτύπησα την πόρτα και βούτηξα απ’ το παράθυρο για να τη δω. Όργωνε βιαστικά το δωμάτιο, δεξιά-αριστερά, ψάχνοντας κάτι ανυπόμονα. Στο τέλος πήρε στο χέρι ένα κασκέτο και το φόρεσε στο κεφάλι. Αφού έσιαξε με προσοχή τα ξεχειλισμένα απ’ το αδύνατο κορμί της ρούχα της, περπάτησε προς την πόρτα και την άνοιξε με ένα χαμόγελο στ’ ακρόχειλα, αγκαλιασμένο με πεταλούδες που φτερούγιζαν. «Καλώς όρισες». Έκανα πως θύμωσα, «γιατί μ’ έχεις να περιμένω μπροστά στην πόρτα», πασπαλίζοντας τον πόνο μου με ένα φτιαχτό παράπονο. «Δεν σ’ ήθελα να δεις τα μαλλιά μου πεσμένα, μη λυπηθείς».

Η φωνή της τρυφερή και σπασμένη. Εδώ και καιρό γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε πια να μάχεται την ανίατη αρρώστια. Ακόμη και τώρα σκεφτόταν τους γύρω της και πάσχιζε να μην κακοκαρδίσει αυτούς που αγαπούσε. «Είσαι όμορφη, όπως πάντα. Άντε, βγάλε αυτό το πράγμα απ’ το κεφάλι σου», είπα, και συνέχισα: «Δεν μου είπες, πού θα γιορτάσουμε την Πρωτοχρονιά; Στο σπίτι; Θα πάμε σε κανένα φίλο;».

Αμολούσα τις λέξεις γρήγορα, απανωτά, για να κλέψω ζωή απ’ τον χρόνο, να μην της αφήσω περιθώριο να συλλογιέται. Εις μάτην! Είχε φτάσει να σκεφτεί και μάλιστα πολύ… Γνώριζε για το γοργό λιγόστεμα της ζωής της, για το στέρεμα του πεπερασμένου χρόνου μπροστά στην αιωνιότητα (Στο μεταξύ, είχε βγάλει το κασκέτο και η άτριχη κώμη της θύμιζε κεφάλι νεογέννητου μωρού.)

«Έλα έξω, να κάνουμε τα τελευταία μας τσιγάρα», είπε με ήρεμη φωνή. Καθίσαμε, όπως πάντα, στις λευκές πλαστικές καρέκλες κάτω από τη λεμονιά, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Όπως συνήθιζε, τέντωσε σε μια καρέκλα τα, ισχνά, πια, μακριά και όμορφα πόδια της και άναψε τσιγάρο. Πήρε μια ρουφηξιά («ικανή να σε σκοτώσει») και με κοίταξε: «Δεν θα γιορτάσω την επόμενη Πρωτοχρονιά. Ξέρεις καλά ότι η ζωή μου φτάνει στο τέλος της. Ίσα-ίσα που θα φτάσω να γιορτάσω τον ερχομό αυτής της χρονιάς (Έμοιαζε τόσο σίγουρη καθώς μιλούσε, που οι ζυγιασμένες κουβέντες που στριμώχνονταν να βγουν από το στόμα μου δεν έμοιαζαν παρά με ανοησίες).

Καθίσαμε για αρκετή ώρα σιωπηλοί. Γνώριζα ότι, από τη στιγμή που θα ’φευγα, δεν θα τη ξανάβλεπα. Ήξερα, συνάμα, ότι το να παραμένω γαντζωμένος στην καρέκλα δεν ωφελούσε σε τίποτα… Αυτή πρώτη τερμάτισε τη σιωπή. Άρχισε να εξηγεί το πώς οργάνωσε τα σχετικά με τον θάνατό της, πώς σχεδίασε το καθετί με την παραμικρή λεπτομέρεια. Το μέλλον του παιδιού της είχε, από κάθε άποψη, διασφαλιστεί. Ο πατέρας της είχε αναλάβει τη φροντίδα του και θα μπορούσε να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο χωρίς οικονομικές στεναχώριες. Την Πρωτοχρονιά θα την περνούσε μόνη με τον γιο της και μαζί του θα μοιραζόταν κάθε στιγμή του στερνού αποχαιρετισμού.

Καθώς άκουγα αμίλητος τα τελευταία σχέδιά της, αυτή η γυναίκα, που ζύγωνε τον θάνατο, μου είπε ξαφνικά «όσο για σένα», και συνέχισε κοιτώντας με στα μάτια: «Από τη μέρα που σε γνώρισα, κυνηγάς την ουτοπία. Όπως σου είπα από την αρχή, σε αυτό το καταραμένο νησί δεν θα υπάρξει ποτέ ενότητα και ομοψυχία. Όμως, ακριβώς όπως και στην Ιθάκη του Καβάφη, η ουτοπία σού έδωσε το ταξίδι και άλλα δεν έχει να σου δώσει πια. Συνέχισε το ταξίδι σου…».

Τη στιγμή που χωριστήκαμε, ήξερα ότι πια θα συναντιόμασταν στην κηδεία της. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα ν’ ακούσω το αγαπημένο μας τραγούδι: «Κι αν τα μάτια σου δεν κλαίνε, έχουν τρόπο και μου λένε για τον πόνο που πονούν/ Μ’ ένα βλέμμα λυπημένο, πρωινό συννεφιασμένο, για την άνοιξη ρωτούν/ Με κοιτάζουν, μου μιλούν και απορούνε, αχ τα μάτια σου, για τα όνειρα που κάναμε ρωτούνε, αχ τα μάτια σου…».

Μια μελαγχολική χαρά

Κι ενώ προχωρούσα σίγουρος ότι δεν θα την ξαναδώ, πάλευα να αδράξω, να συγκρατήσω ανάγλυφη κάποιαν από τις σημαδιακές στιγμές της ζωής της που ξετυλιγόταν σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Τέτοιες στιγμές χώρεσαν πολλές στον πολυκύμαντο βίο της, αλλά η πιο χαρακτηριστική υπήρξε ίσως το άνοιγμα των «σημείων διέλευσης».

Ανέκαθεν θεωρούσε την απαγόρευση μετάβασης στο άλλο μισό της χώρας της ως το χείριστο των δεινών της. Γνώριζε καλά την ιστορία των πολέμων, είχε διαβάσει τον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι στη γλώσσα τους και στο σπίτι όπου μεγάλωσε οι Τουρκοκύπριοι μνημονεύονταν με περισσή αγάπη. Ωστόσο, ήταν γι’ αυτήν πραγματικά ακατανόητο και απαράδεκτο οι νικητές του πολέμου να διαμελίσουν το νησί και να απαγορεύσουν στο 80% του πληθυσμού τη μετάβαση στο άλλο μισό.

Ποθούσε να περπατήσει ξανά στα σοκάκια της παιδικής ηλικίας και της πρώτης νεότητας. Λαχταρούσε να ξαναδεί τα μέρη που παραθέριζε με τους γονείς της στην ακροθαλασσιά. Διψούσε να τρέξει σ’ αυτές τις θάλασσες (Οι Τουρκοκύπριοι μάλλον ποτέ τους δεν κατάλαβαν αυτήν τη νοσταλγία των Ελληνοκυπρίων.) Και ήρθε η στιγμή που οι νικητές αποφάσισαν, με τον ίδιο τρόπο που αναντίρρητα τα σφάλισαν στο παρελθόν, να ανοίξουν τα, στριμωγμένα ανάμεσα σε συρματοπλέγματα, «σημεία διέλευσης», ή, καλύτερα, τις διόδους που οδηγούν στις ζωές και τις μνήμες των Ελληνοκυπρίων. Όταν της είπα το νέο, δεν με πίστεψε.

Νόμιζε πως τη δούλευα. Όταν της μίλησα σε προστακτική, «αύριο πρωί πήγαινε στο Λήδρα Πάλας, πέρνα απέναντι και, όταν επιστρέψεις, να με γυρέψεις», πείστηκε ότι μιλούσα σοβαρά. Την επομένη βρέθηκε στον δρόμο με χιλιάδες άλλους Ελληνοκύπριους. Επιστρέφοντας, ήταν πλημμυρισμένη με μια μελαγχολική χαρά και μια βαριά θλίψη…

Το τελευταίο νούμερο στο ημερολόγιο αυξήθηκε κατά 365 ημέρες και ο ανεπιθύμητος νέος χρόνος μπήκε με όλη του την στυγνότητα. Τα γρανάζια του χρόνου περιστρέφονταν με ταχύτητα. Κάθε μέρα του 2014 έπαιρνε ακόμα μιαν ανάμνηση, έσβηνε λίγο ακόμα απ’ το φιτίλι της ζωής.

Είχαν περάσει μόνο 2 μήνες και 25 ημέρες από τότε, όταν ξύπνησα νωρίς ένα πρωί (η νύχτα πέρασε χωρίς να καταφέρω να κοιμηθώ καλά). Κάθισα μπροστά στον υπολογιστή και κτυπώντας τα μαύρα πλήκτρα άρχισα να γράφω την ομιλία που θα έδινα το μεσημέρι στην εκκλησία…