ΣΗΜΕΡΑ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΛΙΤ ΔΙΑΤΕΙΝΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ «ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ», ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. ΜΑΛΙΣΤΑ, ΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΝΕΤΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1960, ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ

Παρά το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνυπέγραψε τις συμφωνίες για την ίδρυση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, δεν εγκατέλειψε την απαγορευμένη από το κυπριακό σύνταγμα θέση της Ένωσης και δεν αποδέχθηκε την πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων. Αντίθετα, ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν συχνά λόγο για «δυσλειτουργικό» κράτος «ένεκα των υπερπρονομίων» των Τουρκοκυπρίων. Συνεπώς, επιζητούσαν ουσιώδεις τροποποιήσεις στο κυπριακό σύνταγμα.

Με άλλα λόγια, διεκδικούσαν τον τερματισμό της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων.

Υιοθετώντας μια λαϊκιστική στάση, το ΑΚΕΛ τότε επιδοκίμαζε τις θέσεις του Μακαρίου.

Στην πραγματικότητα, η θέση περί δυσλειτουργικότητας του κράτους ήταν εσφαλμένη. Ο ίδιος ο Μακάριος απέφευγε να εφαρμόσει το σύνταγμα και αντιτασσόταν στην ίδρυση ξεχωριστών τουρκικών δήμων στις πέντε μεγάλες πόλεις. Ως αντίδραση, οι Τουρκοκύπριοι έθεταν εμπόδια στην εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με τη φορολογία.

Ένα άλλο ζήτημα που προέκυψε, αφορούσε στην ίδρυση του Κυπριακού Στρατού, στο οποίο ο αντιπρόεδρος δρ K???k άσκησε για πρώτη και τελευταία φορά το δικαίωμα του βέτο. Όπως αποδείχθηκε, το βέτο του δρος K???k λειτούργησε προς όφελος του Μακαρίου. Η στενή συνεργάτιδα του Μακαρίου, Στέλλα Σουλιώτη, αναφέρει σχετικά με αυτό το θέμα τα εξής: «Οι Τουρκοκύπριοι έκαναν ένα σοβαρό τακτικό σφάλμα, καθότι η μη ίδρυση του Κυπριακού Στρατού αντιμετωπίστηκε θετικά από τους Ελληνοκύπριους, εφόσον τους πρόσφερε μια μεγάλη ευκαιρία».

Αφενός υποστηρίζοντας ότι το κράτος «δεν είναι λειτουργικό» και αφετέρου, ενθαρρύνοντας την ίδρυση παρακρατικών οργανώσεων όπως η Ακρίτας, ο Μακάριος εκτιμούσε ότι θα επιτύγχανε την Ένωση. Η προσπάθεια για τροποποίηση του συντάγματος δεν έγινε επειδή το κράτος ήταν δυσλειτουργικό, αλλά αποτελούσε το πρώτο βήμα προς την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Εν τέλει, κωφεύοντας στις προειδοποιήσεις που έφθαναν από την Ελλάδα και άλλα διεθνή κέντρα, επιδίωξε να περιορίσει τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων με την πρόταση των 13 σημείων, οδηγώντας τη χώρα στην ένταση και τη σύγκρουση.

Η σημερινή κατάσταση θυμίζει το χθες...

Σήμερα, οι ελληνοκυπριακές πολιτικές ελίτ διατείνονται ότι το υπό διαπραγμάτευση ομοσπονδιακό κρατικό μοντέλο «δεν θα είναι λειτουργικό», λόγω της αποτελεσματικής συμμετοχής της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Μάλιστα, τάσσονται υπέρ της κατάργησης της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων, η οποία κατοχυρώνεται τόσο από το σύνταγμα του 1960, όσο και από τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών.

Πολιτική ισότητα

Δεν χωράει αμφιβολία ότι αυτή η προσέγγιση θα οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε νέα αδιέξοδα και τον τόπο σε νέες εντάσεις.

Ο λόγος είναι ότι το καθεστώς των δύο κοινοτήτων στο κυπριακό κράτος δεν ρυθμίζεται στη βάση της σχέσης μειοψηφία-πλειοψηφία. Η σχέση αλληλεξάρτησης, που έχουν οι δύο κοινότητες από το 1960, δεν επιτρέπει στη μια πλευρά να επιβάλει τη βούλησή της και να κυριαρχήσει επί της άλλης. Αυτό το καθεστώς είναι πολιτικό, ιστορικό και, το σημαντικότερο, συνταγματικά κατοχυρωμένο. Συνεπώς, παιγνίδια με αυτό είναι παιγνίδια με τη φωτιά.

Στο βιβλίο-συνέντευξη που συνέγραψα μαζί με τον Γλαύκο Κληρίδη, ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας παραδέχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της πολιτικής ηγεσίας τη δεκαετία του 1960 ήταν η μη αποδοχή της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων. Σήμερα, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αβέρωφ Νεοφύτου, εκφράζει την άποψη ότι η απόρριψη της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων ισοδυναμεί ουσιαστικά με τη διαίρεση. Παρόμοιες θέσεις εκφράζει και ο ΓΓ του ΑΚΕΛ, Άντρος Κυπριανού, ο οποίος ασκεί πιέσεις στον Πρόεδρο Αναστασιάδη για την επίτευξη μιας λύσης βασισμένης στη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία.

Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι ο Νίκος Αναστασιάδης εισήλθε στην πολιτική στο πλευρό του Γλαύκου Κληρίδη, σήμερα φαίνεται να παλινδρομεί και να βαδίζει στ' αχνάρια του Μακαρίου, φθάνοντας στο σημείο να αντιτάσσεται στην αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στην ομοσπονδιακή διοίκηση.

Όσον αφορά την τουρκοκυπριακή πλευρά, η ηγεσία της κοινότητας δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη συμβίωση των δύο κοινοτήτων υπό αυτό το κράτος. Το ταύτιζε με τον αφανισμό των Τουρκοκυπρίων και συνέχιζε να ασκεί πολιτική με στόχο τον διαχωρισμό. Ευρισκόμενη σε μαχητική ετοιμότητα, ανέπτυξε διχοτομικές τάσεις, περιμένοντας κάθε ευκαιρία που θα της πρόσφεραν οι χειρισμοί της ελληνοκυπριακής ηγεσίας.

Μάλιστα, o Denktas, σε έκθεση που συνέταξε και απέστειλε στην Άγκυρα στις 12 Αυγούστου 1963 και η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 2016 από τον συγγραφέα του παρόντος, αναφέρει τα εξής: «Όταν ο Μακάριος παρέμβει δραστικά στα δικαιώματα των Τούρκων, αυτοί οφείλουν να απαλλαγούν σε κάποιο βαθμό από τη ‘διοίκησή’ του, να γίνουν περισσότερο αυτόνομοι και ανεξάρτητοι.

Δηλαδή, εκμεταλλευόμενοι κάθε βήμα του Μακαρίου προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μιας Εθνικής Ελληνοκυπριακής Κυβέρνησης, θα προχωρήσουμε στην ίδρυση της δικής μας Εθνικής Κυβέρνησης. Στο τέλος, αν στην πορεία δεν χυθεί αίμα ή δεν ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, θα έχει δημιουργηθεί μια ομοσπονδιακή ελληνοτουρκική κυβέρνηση. Αν, στην έκβασή του, ο αγώνας καταλήξει αιματηρός, τότε το νησί θα διχοτομηθεί κατευθείαν» (Kızılyürek, Bir Hınç ve Şiddet Tarihi, σ. 308).

Σήμερα, όπως ακριβώς και στο παρελθόν, ως αποτέλεσμα και της κοντόφθαλμης προσέγγισης των Ελληνοκύπριων πολιτικών, στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και στην Άγκυρα προβάλλονται διαιρετικές θέσεις και υπάρχει γενικότερα μια τάση υπέρ του διαχωρισμού.

Δυστυχώς, παγιδευμένοι μέσα σε αυτόν τον στείρο φαύλο κύκλο, γυρνάμε πίσω στο μέρος απ’ όπου αρχίσαμε.