Η ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΜΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΣΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΒΑΘΜΟ ΤΙΣ ΕΥΡΩΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. ΑΝ ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΛΑΪΚΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕΙ ΕΥΟΙΩΝΟ
Στα 55 χρόνια των ευρωτουρκικών σχέσεων έχουν σημειωθεί αρκετά σκαμπανεβάσματα. Όμως, το γεγονός ότι τα τελευταία 10 χρόνια η προοπτική ένταξης εξασθενεί μέρα με τη μέρα, γίνεται αιτία για να εκφρασθούν οι διαδεδομένες απόψεις σχετικά με τον τερματισμό της ενταξιακής διαδικασίας, τα θεμέλια της οποίας τέθηκαν το 1963. Τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ, η απομάκρυνση της Τουρκίας από τη δημοκρατία (με τη δυτική έννοια) και το γεγονός ότι η ΕΕ έχει, σε κάποιο βαθμό, χάσει την αίγλη του παρελθόντος, λειτουργούν υπέρ της διάλυσης της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας.
Η μη λύση του Κυπριακού -σημαντική παράμετρος στις ευρωτουρκικές σχέσεις-, η άνοδος της ακροδεξιάς και της αντιτουρκικής ρητορικής στην Ευρώπη, καθώς και η αντιδυτική στάση του Erdo?an επιδρούν αρνητικά στην πορεία των σχέσεων ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία. Ως αποτέλεσμα, η συζήτηση γύρω από την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας έχει εξασθενήσει και επικεντρωθεί σε θέματα οικονομικής φύσεως. Υπό αυτά τα δεδομένα, φαίνεται ότι Τουρκία και ΕΕ επικεντρώνονται στην επέκταση της Τελωνειακής Ένωσης.
Εξετάζοντας την ευρωπαϊκή περιπέτεια της Τουρκίας στο σύνολό της, φαίνεται ότι αν κάτι μπορεί να σημειωθεί ως επιτυχία είναι ακριβώς η ενδυνάμωση των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Η πρόνοια για την Τελωνειακή Ένωση, η οποία θεωρήθηκε ως το πρώτο βήμα στην ενταξιακή προοπτική της χώρας, είχε ήδη τεθεί από το 1963, στη Συμφωνία της Άγκυρας, ωστόσο κατέστη δυνατό να υλοποιηθεί 33 χρόνια αργότερα, το 1996, μετά από μια πορεία γεμάτη προβλήματα και παλινδρομήσεις. Έκτοτε, η συμφωνία για την Τελωνειακή Ένωση ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία προνοεί την ελεύθερη διακίνηση μόνο των βιομηχανικών αγαθών και όχι των γεωργικών. Πέραν τούτου, η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Η Τελωνειακή Ένωση όχι μόνο συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, αλλά με αυτήν ξεκίνησε και η διαδικασία οικονομικής ενσωμάτωσης της Τουρκίας στην ΕΕ, με τελικό στόχο την πλήρη ένταξη. Στα 20 χρόνια που έχουν παρέλθει από την εφαρμογή της, διευρύνθηκαν οι αγορές και των δύο πλευρών και αυξήθηκε το μερίδιό τους στις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η Τελωνειακή Ένωση δεν είναι σημαντική μόνον από τη σκοπιά της ελεύθερης διακίνησης αγαθών, αλλά συνέδραμε ουσιαστικά στην οικονομική ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ΕΕ.
Στις μέρες μας γίνεται λόγος για επικαιροποίηση της Τελωνειακής Ένωσης, την οποία είναι εύλογο να επιζητούν και οι δύο πλευρές. Ως αποτέλεσμα των σημαντικών επενδύσεων τα τελευταία 20 χρόνια, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε. Πέραν τούτου, οι οικονομικές πολιτικές της ΕΕ έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά τις τελευταίες 2 δεκαετίες. Πραγματικότητα, επίσης, αποτελεί το γεγονός ότι η ισχύουσα συμφωνία της Τελωνειακής Ένωσης είχε προετοιμαστεί με το σκεπτικό ότι η Τουρκία κάποτε θα καταστεί πλήρες μέλος της ΕΕ. Πλέον, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κάτι τέτοιο. Συνεπώς, δοθέντος ότι η Τουρκία συνιστά τον μεγαλύτερο μη-ευρωπαϊκό εταίρο της ΕΕ και παρά τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, η προσκόλληση σε κανόνες που θεσπίστηκαν 20 χρόνια πριν θα αποτελέσει χαμένη ευκαιρία και για τις δύο πλευρές.
Στην ανάλυση του τουρκικού Υπουργείου Εμπορίου αναφέρεται ότι η παλιά συμφωνία είχε απλώς σχεδιαστεί ως μεταβατική περίοδος προς την πλήρη ένταξη της χώρας, αλλά, λόγω του ότι οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, αποκαλύφθηκαν τα συστημικά προβλήματά της. Τα κυριότερα από αυτά αφορούν τις ποσοστώσεις των οδικών μεταφορών και τις δυσκολίες στην εφαρμογή της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου της ΕΕ με τρίτες χώρες. Πλέον, οι πρόνοιες της προηγούμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς και επιβάλλεται η επικαιροποίησή τους. Οι όροι των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ θα πρέπει να επεκταθούν πέραν των βιομηχανικών προϊόντων, σε τομείς όπως η γεωργία, οι δημόσιες συμβάσεις, οι υπηρεσίες και το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Επικαιροποίηση της συμφωνίας
Η ΕΕ βρίσκει τα τουρκικά αιτήματα δικαιολογημένα. Με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Αντιπροσωπίας στην Τουρκία, γίνεται αποδεκτό το ότι η Τελωνειακή Ένωση χρειάζεται επικαιροποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου την τελευταία εικοσαετία, το ενδιαφέρον της ΕΕ για την ασιατική αγορά και τις αλλαγές στους τομείς που καλύπτει η Τελωνειακή Ένωση, δεν είναι δυνατό η ΕΕ να μην έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της σε μιαν ανεπτυγμένη οικονομία, όπως η τουρκική.
Σε αυτό το πλαίσιο, το σημείο που ελκύει την προσοχή είναι η δημιουργία μιας νέας εμπορικής σχέσης, η οποία θα περιλαμβάνει και τη διακίνηση προϊόντων πέραν των βιομηχανικών και θα δημιουργεί ένα ακόμα πιο ανταγωνιστικό εμπορικό περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή πλευρά θεωρεί ότι η επικαιροποίηση της συμφωνίας θα αυξήσει ακόμα περισσότερο το μέγεθος της οικονομικής ενσωμάτωσης της Τουρκίας. Αναφερόμενη στις νέες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που θα συναφθούν σύντομα με τρίτες χώρες, η Ευρωπαϊκή Αντιπροσωπία στην Τουρκία στοχεύει να καταστήσει τη χώρα παίκτη σε αυτήν τη διαδικασία, ώστε να επικεντρωθεί στις μεταρρυθμίσεις και να ενισχύσει τη δυνατότητά της για ενσωμάτωση.
Ωστόσο, έστω και αν μια ενδεχόμενη απόφαση για επικαιροποίηση της συμφωνίας θα προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες και για τις δύο πλευρές, εντούτοις τα προβλήματα στις διμερείς τους σχέσεις επιδρούν αρνητικά. Η παλινδρόμηση της Τουρκίας σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εφαρμογής του κράτους δικαίου, καθώς και η μη λύση του Κυπριακού καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Αν σε αυτά προσθέσουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς και της αντιτουρκικής στάσης λαϊκιστών πολιτικών, το μέλλον των ευρωτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευοίωνο.




