ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ 250 ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ
ΔΕΝ ΑΠΟΣΥΡΕΙ, ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ «ΥΙΟΘΕΤΕΙ» ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
«Το αρμόζον Σώμα και βήμα για να λεχθεί οτιδήποτε περί του γλωσσαρίου είναι το βήμα της Γενικής Συνέλευσης, όπως επίσης και τα θεσμικά όργανα, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο». Με τα λόγια αυτά ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου (ΕΣΚ), Γιώργος Φράγκος, άναψε εκ νέου φωτιές στον δημοσιογραφικό κόσμο. Το γλωσσάρι της ντροπής, που κυκλοφόρησε σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και της διεθνούς κοινότητας, προκαλώντας ζημιά στην εθνική μας υπόθεση (θυμίζουμε τις σχετικές αναφορές Γκουτέρες), δυστυχώς δεν έχει ακόμα αποσυρθεί, αφού το θεσμικό όργανο των δημοσιογράφων ουδέποτε ζήτησε την απόσυρσή του, όπως αξίωσαν πέραν των 250 ενεργών δημοσιογράφων σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Καταστατικές αλλαγές
Η πιο πάνω τοποθέτηση του Γ. Φράγκου έγινε στο πλαίσιο συνεδρίασης της ΕΣΚ την περασμένη Τρίτη (4 Δεκεμβρίου), κατά την οποία το ΔΣ πρότεινε και κάλεσε τους δημοσιογράφους να υπερψηφίσουν σημαντικές καταστατικές αλλαγές, πλείστες εκ των οποίων προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις μελών της Συντεχνίας.
Σημεία έντονης διένεξης αποτέλεσαν η εισήγηση του ΔΣ για εγγραφή στην ΕΣΚ εκπροσώπων Τύπου οργανώσεων (μεταξύ των οποίων εμπορικές εταιρείες, σωματεία, κόμματα και πρεσβείες), ο αποκλεισμός των συνταξιούχων από την ηγεσία της ΕΣΚ και ο περιορισμός τους, μετά από 60 χρόνια, μόνο στο δικαίωμα του εκλέγειν, η κατάργηση του Κώδικα Δεοντολογίας των μελών της ΕΣΚ, καθώς η Ένωση είναι μέλος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και η μείωση του αριθμού των μελών του ΔΣ από εννέα σε εφτά, παρά την εντυπωσιακή αύξηση των μελών από το 1959 που ιδρύθηκε.
Κληθείς να σχολιάσει την καταγγελία εναντίον του προεδρείου ότι γίνεται «προσπάθεια συλλογής πελατείας» και ότι οι προτεινόμενες αλλαγές ισοδυναμούν με «πραξικόπημα ενάντια στη δημοσιογραφική οικογένεια», ο Γ. Φράγκος είπε: «Νομίζω να περιοριστούμε σε επιχειρήματα, που αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Με ποιο σκεπτικό και με ποιο κριτήριο αυτοί που θα προσέλθουν να εγγραφούν θα είναι τιτλοποιημένοι στον άλφα ή στον βήτα συνάδελφο, που θα διεκδικήσει πόστο στην ηγεσία; Ο καθένας είναι ελεύθερος και να τοποθετηθεί και να διεκδικήσει».
Λάδι στη φωτιά έριξε ο Φράγκος
Όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα του γλωσσαρίου, κατά τον πρόεδρο της ΕΣΚ, ό,τι έχει λεχθεί στα ΜΜΕ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημοσίως ή άλλως πως, αποτελεί και αποτέλεσε μια «εξωθεσμική διαχείριση του όλου ζητήματος». Πρόσθεσε, δε, ότι «ως ΔΣ αρκεστήκαμε σε τρεις ανακοινώσεις», για να συμπληρώσει:
«Από τον Μάρτιο του 2017 η ΕΣΚ, μαζί με τον Τουρκοκυπριακό Σύνδεσμο Δημοσιογράφων και τη συντεχνία εργατών Τύπου ΠΑΣΥΞΕΝ, μετέχουν στο πρόγραμμα Κυπριακός Διάλογος του γραφείου για την ελευθερία του Τύπου ΟΑΣΕ». Οι αναφορές του πυροδότησαν ιδιαίτερα έντονες ενστάσεις σε μεγάλη μερίδα των μελών, που ζήτησαν να τοποθετηθούν επί του θέματος. Επιχειρώντας να εξηγήσει τις ενέργειες του ΔΣ, ο πρόεδρος της ΕΣΚ ανέφερε ότι στις 9 Οκτωβρίου του 2017 υπεβλήθη πρόταση από τους αξιωματούχους του ΟΑΣΕ για εκπόνηση του γλωσσαρίου.
«Από την πρώτη προκαταρκτική συζήτηση εγώ στην παρουσία του Γενικού Γραμματέα της ΕΣΚ, ξεκαθάρισα τη θέση μας ότι ενώ προκρίνουμε την ιδέα να καταβληθεί μια προσπάθεια που δυνητικά θα μπορούσε να φέρει πιο κοντά τους επαγγελματίες του κλάδου μας, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ως συνδικαλιστικά όργανα, αδυνατούμε να συμβάλουμε ενεργά στην εκπόνηση ενός τέτοιου θέματος. Μάλιστα πείσαμε και τις τουρκοκυπριακές οργανώσεις να τηρήσουν ανάλογη στάση», είπε.
Ισχυρίστηκε, μάλιστα, ότι στις αρχές Ιουνίου διέρρευσαν στον Τύπο πληροφορίες περί της υπόθεσης, οι οποίες κατά τα λεγόμενά του «προκάλεσαν μια τριβή με βάση κάποια πράγματα που δημοσιοποιήθηκαν, τα οποία λυπούμαι να παρατηρήσω πόρρω απείχαν από την πραγματικότητα, καθότι το γλωσσάρι δεν ήταν υποχρεωτικό».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε «έντυπο που δημοσίευσε 20 ρεπορτάζ κατά σειρά χωρίς να υπάρχει η επίσημη άποψη της Ένωσης ούτε σε ένα από αυτά», εξοργίζοντας μερίδα των παρευρισκομένων, που χαρακτήρισαν την τοποθέτησή του ως ψευδή. Συμπλήρωσε πως στις 3 Ιουλίου 2018, το ΔΣ της ΕΣΚ «υποχρεώθηκε», κατά την έκφρασή του, «να εκδώσει ανακοίνωση και να πει ότι η ΕΣΚ είναι εδώ όχι για να διχάζει, αλλά για να ενώνει τους δημοσιογράφους».
Στις 10 Ιουλίου, όπως είπε, «παρουσιάστηκε το γλωσσάρι, η αμέσως επόμενη συνεδρία του ΔΣ ήταν στις 17 Ιουλίου. Συνεδριάσαμε και εκδώσαμε την τελευταία μας ανακοίνωση, που λέει ότι εμείς δεν υιοθετούμε το γλωσσάρι και, εκ του αποτελέσματος, κρίνοντάς το, θεωρούμε ότι δεν δικαίωσε τις προσδοκίες και είναι κάτι το άτοπο». Πρόσθεσε, τέλος, πως ο ίδιος θεωρεί το θέμα λήξαν, παραγνωρίζοντας μάλλον τόσο τις αντιδράσεις μελών της ΕΣΚ, όσο και τη διανομή του γλωσσαρίου σε εκατοντάδες δημοσιογραφικούς οργανισμούς, τις ενστάσεις κοινοβουλευτικών κομμάτων, οργανώσεων και φορέων, αλλά και τη δήλωση του Νίκου Αναστασιάδη, ότι «ναρκοθετείται ο στόχος που έχει τεθεί».
Τον έστησαν στον τοίχο
Αρκετοί ήταν οι δημοσιογράφοι που εξέφρασαν την αντίθεσή τους σε κάθε γλωσσάρι ως θέμα αρχής. Κάποιοι μάλιστα υπήρξαν ιδιαίτερα καυστικοί στη διάρκεια της συζήτησης, προτάσσοντας τα ανά χείρας έγγραφα με στοιχεία και αποδείξεις που διέψευδαν τα όσα είχε δηλώσει νωρίτερα από το βήμα ο Γ. Φράγκος. Προς αποκατάσταση της αλήθειας η υπογράφουσα το ρεπορτάζ, αναφερόμενη στα λεχθέντα του προέδρου της Ένωσης, ξεκαθάρισε ότι η εφημερίδα μας, η οποία πρώτη ανέδειξε το θέμα, ουδέποτε παρέλειψε να ζητήσει τη θέση του ΔΣ.
Συγκεκριμένα, στο πρώτο αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της «Σημερινής» περιλήφθηκαν δηλώσεις εκπροσώπου της Επιτροπής Δεοντολογίας που συνέδραμε στην εκπόνηση του γλωσσαρίου, αλλά και του ίδιου του γραμματέα της ΕΣΚ και εκ των συγγραφέων, Χρίστου Χριστοφίδη. Παράλληλα, τηρώντας τις δημοσιογραφικές αρχές, ο εκδοτικός Οίκος «ΔΙΑΣ», προέβαλε σε όλα τα Μέσα που διαθέτει και τις δύο απόψεις. Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ο πρόεδρος της ΕΣΚ αρνείτο να προβεί σε δηλώσεις.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ακούστηκαν πολλές τοποθετήσεις απογοήτευσης και δυσαρέσκειας από τους δημοσιογράφους που ήταν παρόντες, για τον τρόπο με τον οποίο η ηγεσία της ΕΣΚ χειρίστηκε το θέμα μετά και την επιστολή αντίδρασης δεκάδων δημοσιογράφων που ζητούσαν την απόσυρση του γλωσσαρίου της ντροπής. Πλείστοι εξ αυτών μίλησαν για διάσπαση της Ένωσης και πρωτοφανείς επιθέσεις εναντίον παλαιότερων μελών και δη του τέως προέδρου της ΕΣΚ, Αντώνη Μακρίδη, που συμμετείχε στη Συνέλευση και εξέφρασε την αντίθεσή του για το γλωσσάρι, αλλά και για τις καταστατικές αλλαγές.
Παραιτήσεις λόγω… νοθείας
Εν μέσω τεταμένου κλίματος, από την Καταστατική Συνέλευση αποχώρησε, μεταξύ άλλων, και το μέλος του ΔΣ, Γιώργος Θεοδούλου, εξηγώντας ότι «κάποιες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις αλλοιώνουν τη μορφή και τον ρόλο της Συντεχνίας των δημοσιογράφων». Απευθυνόμενος στο προεδρείο και στους συναδέλφους του, ο κ. Θεοδούλου πρόσθεσε ότι «η συμμετοχή μου σε αυτήν τη διαδικασία θα σήμαινε προσυπογραφή της μετάλλαξης της συντεχνίας των δημοσιογράφων».
Επιπλέον, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο παραίτησής του αν οι συγκεκριμένες προτεινόμενες αλλαγές εγκριθούν από τον Έφορο, προσθέτοντας ότι θα μελετήσει το τι μέλλει γενέσθαι για τον ίδιο προσωπικά. Σημειώνεται ότι ο Γιώργος Θεοδούλου είναι μέλος του ΔΣ της ΕΣΚ εδώ και αρκετά χρόνια, εφόσον αποτελεί επιλογή μεγάλης μερίδας των δημοσιογράφων. Καταλήγοντας, εξέφρασε την ανησυχία του για μια πιθανή διάσπαση και σημείωσε ότι ακούει φωνές δημοσιογράφων «που θέλουν συντεχνία καθαρόαιμη των δημοσιογράφων και όχι νοθευμένη, όπως πάει να την κάνει η παρούσα ηγεσία της ΕΣΚ».




