ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΘΝΟΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ, Η ΚΥΠΡΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΥΠΟΔΑΥΛΙΖΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΔΙΕΝΕΞΗ: ΤΙΣ ΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ. ΜΕ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ: ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΕΠΙΔΙΩΚΑΝ ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΧΡΗΣΗ ΒΙΑΣ, ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕ «ΕΞΕΥΓΕΝΙΣΜΕΝΟ» ΤΡΟΠΟ

Στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, δύο είναι οι κύριες τάσεις που διαμορφώνουν την εθνοτική σύγκρουση: η τάση για επικυριαρχία και ο αποσχιστικός εθνικισμός.
Η τάση για επικυριαρχία χαρακτηρίζει την ελληνοκυπριακή πλευρά και εκφράζεται με δύο μορφές: ως αίτημα για Ένωση, ως αποτέλεσμα της επίδρασης του ελληνικού εθνικισμού στο νησί, και ως «κρατικός εθνικισμός», δηλαδή ως βούληση για επικυριαρχία και μονοπώληση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η πρώτη τάση ανήκει στο παρελθόν. Άρχισε να φθίνει από τη δεκαετία του 1960 και ανήκει στο παρελθόν από το 1974.

Η δεύτερη τάση άρχισε να ενδυναμώνεται κατά τη δεκαετία του 1960 και κορυφώθηκε μετά το 1974.

Η ισχύς αυτής της ιδεολογίας εκφράστηκε ξεκάθαρα στο δημοψήφισμα του 2004, όταν η διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας υπερίσχυσε έναντι της ομοσπονδιακής λύσης. Η συγκεκριμένη τάση, η οποία κυριαρχούσε κυρίως ανάμεσα στις μακαριακές πολιτικές ελίτ, διαδόθηκε στους κόλπους της κοινότητας μετά το 1974, λαμβάνοντας διαφορετικές μορφές. Σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται υπό την επίδραση αυτής της ιδεολογίας, έστω και σε διαφορετικό βαθμό.

Τόσον ο ελληνικός εθνικισμός, που ιστορικά εκφράστηκε ως αίτημα για Ένωση, όσο και ο «κρατικός εθνικισμός», που έλαβε τη μορφή της βούλησης για επικυριαρχία και μονοπώλησης του κυπριακού κράτους, περιέχουν μιαν αντίληψη της ελληνοκυπριακής κοινότητας ως «κύριας εθνοτικής ομάδας» ή «κυρίαρχου λαού». Δηλαδή, σύμφωνα με αυτές τις δύο ιδεολογίες, η ελληνοκυπριακή κοινότητα αποτελεί το «κύριο σώμα» του κυπριακού λαού και, ως τέτοια, έχει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας.

Τόσο κατά τον αγώνα για την Ένωση μέχρι το 1964, όσο και κατά την περίοδο μετά το 1974, όταν η ελληνοκυπριακή κοινότητα κατόρθωσε να κυριαρχήσει και να μονοπωλήσει το κυπριακό κράτος, οι Τουρκοκύπριοι αντιμετωπίζονταν ως «μειονότητα», στην οποία θα έπρεπε να αποδοθούν μειονοτικά δικαιώματα, αντίστοιχα με αυτά που η Συνθήκη της Λωζάννης είχε αποδώσει στους μουσουλμάνους της Θράκης. Όταν έγινε ξεκάθαρο ότι η Ένωση ήταν ανέφικτη, ο Μακάριος πρότεινε στους Τουρκοκυπρίους «διευρυμένα μειονοτικά δικαιώματα», όπως η τοπική αυτοδιοίκηση. Αμφότερες οι εισηγήσεις υποδαύλισαν την εθνοτική σύγκρουση, εφόσον οι Τουρκοκύπριοι τις απέρριψαν ως «απαράδεκτες».

Μετά την αλλαγή του ισοζυγίου δυνάμεων το 1974, οι ελληνοκυπριακές πολιτικές ελίτ υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν τη θέση της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας, ωστόσο είναι ξεκάθαρον ότι σε αυτό το θέμα υπήρξε σοβαρή σύγχυση. Πιο συγκεκριμένα, οι ελληνοκυπριακές πολιτικές ελίτ πειθαναγκάστηκαν να συναινέσουν στην πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων και την αποτελεσματική συμμετοχή τους στα ομοσπονδιακά κρατικά όργανα, χωρίς όμως πραγματικά να αποδεχθούν την πολιτική ισότητα. Γι’ αυτό και απέρριψαν και συνεχίζουν να απορρίπτουν τη μεγάλη πλειονότητα των ιδεών και εισηγήσεων που κατατίθενται από τα Ηνωμένα Έθνη κατά καιρούς.

Στις μέρες μας, η τάση του «κρατοκεντρικού εθνικισμού» κατευθύνει τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνοκυπριακών πολιτικών ελίτ. Διαφορετική στάση τηρεί ουσιαστικά μόνον το ΑΚΕΛ σήμερα.

Στο μεταξύ, το περιεχόμενο του «κρατικού εθνικισμού» διαφοροποιείται στην περίοδο από το 1974 και μετά. Πλέον, πλην του ΕΛΑΜ, δεν υπάρχει ελληνοκυπριακό κόμμα το οποίο να αναφέρεται ανοικτά στους Τουρκοκυπρίους ως «μειονότητα». Στις συνομιλίες, ωστόσο, η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να περιορίσει τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στα ομοσπονδιακά όργανα, καταθέτοντας προτάσεις που παραπέμπουν σε ενιαίο κράτος. Η πρόσφατη πρόταση της «αποκεντρωμένης ομοσπονδίας» του Νίκου Αναστασιάδη αποβλέπει ακριβώς σε αυτό: πολιτική αυτονομία στους Τουρκοκυπρίους, υπό την έννοια της αυτοδιοίκησης στις δικές τους περιοχές, με αντάλλαγμα τον περιορισμό της αποτελεσματικής συμμετοχής τους στην ομοσπονδιακή διοίκηση.

Η «γενναιόδωρη» προσέγγιση του Αναστασιάδη περί πολιτικής αυτονομίας των Τουρκοκυπρίων έρχεται σε αντίθεση με τη φεντεραλιστική αντίληψη της αυτονομίας. Μοιάζει περισσότερο με εισηγήσεις συγκεντρωτικών κρατών προς τις εθνικές τους μειονότητες και αυτό πόρρω απέχει από τη φεντεραλιστική αρχή της αυτονομίας, καθότι στα ομοσπονδιακά κράτη οι συνιστώσες πολιτείες αυτοδιοικούνται και συγχρόνως συμμετέχουν αποτελεσματικά στην κεντρική ομοσπονδιακή διοίκηση.

Ο αποσχιστικός εθνικισμός

Όσον αφορά τους Τουρκοκυπρίους, ο αποσχιστικός εθνικισμός είναι αναμφίβολα η τάση που ιστορικά επικράτησε. Αυτή μεταφράστηκε ιστορικά σε δύο πολιτικές επιδιώξεις: α) Τη διχοτόμηση του νησιού και τον διαμοιρασμό του σε Ελλάδα και Τουρκία (Διπλή Ένωση), και β) τη διχοτόμηση του νησιού και τη δημιουργία ενός ξεχωριστού τουρκικού κράτους.

Ωστόσο, καμιά από τις δύο πολιτικές επιδιώξεις δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί. Κάθε ιδέα για «Διπλή Ένωση» ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το νησί ντε φάκτο διαμελίστηκε, όμως δεν έγινε κατορθωτό να ιδρυθεί ένα χωριστό και νόμιμο τουρκικό κράτος. Ως εκ τούτου, οι υπέρμαχοι του αποσχιστικού εθνικισμού, με προεξάρχοντα τον Denkta?, υποχρεώθηκαν, τουλάχιστον στα χαρτιά, να αποδεχθούν τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία. Ωστόσο, οι προτάσεις που κατέθεταν στις διαπραγματεύσεις είχαν περισσότερο συνομοσπονδιακό περιεχόμενο, παρά ομοσπονδιακό. Μάλιστα, ο Denkta?, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, στράφηκε επίσημα στη λύση της συνομοσπονδίας δύο κρατών, χωρίς ωστόσο οι προσπάθειές του να καρποφορήσουν. Οι πρωτοβουλίες του με στόχο την αναγνώριση της «ΤΔΒΚ» από τη διεθνή κοινότητα και τους Ελληνοκυπρίους απέτυχαν.

Παρ’ όλα αυτά, οι νεότερες γενιές Τουρκοκυπρίων άρχισαν να ζουν, ως κοινωνιολογική πραγματικότητα, αυτό που ο Denkta? απέτυχε να επιβάλει ιδεολογικά, υιοθετώντας τους διχοτομικούς θεσμούς της «ΤΔΒΚ». Ιδιαίτερα τα στελέχη των νεότερων πολιτικών ελίτ που μεγάλωσαν μετά το 1974 κτίζουν τις πολιτικές καριέρες τους μέσα στους θεσμούς της «ΤΔΒΚ». Ανεξάρτητα από την πολιτική τους τάση, Δεξιά ή Αριστερά, φιλοδοξούν να σταδιοδρομήσουν και να ανελιχθούν πολιτικά μέσα στην «ΤΔΒΚ» και, παράλληλα, αναπτύσσουν μια διαφορετική πολιτική ρητορεία από την προηγούμενη γενιά υπερασπιστών του διαχωρισμού.

Μολονότι δεν αναπαράγουν εκφράσεις όπως «δεν μπορούμε να συζητήσουμε με τους Ελληνοκυπρίους» ή «το Κυπριακό τέλειωσε το 1974», εντούτοις, έστω και αν δηλώνουν ανοιχτοί στην ομοσπονδιακή λύση, οι εκπρόσωποι των νεότερων πολιτικών ελίτ αναπτύσσουν με «εξευγενισμένο» τρόπο διχοτομικές πολιτικές, ευνοώντας περισσότερο τη λύση δύο κρατών (συνομοσπονδία), παρά την ομοσπονδία.

Εν ολίγοις, μετά από τόσα χρόνια εθνοτικής σύγκρουσης, η Κύπρος δεν κατόρθωσε ακόμα να απαλλαγεί από αυτά που υποδαυλίζουν τη διακοινοτική διένεξη: τις τάσεις της επικυριαρχίας και του διαχωρισμού. Με μια διαφορά: οι παλαιότεροι επιδίωκαν τους στόχους τους ακόμα και με χρήση βίας, οι σημερινοί το κάνουν με «εξευγενισμένο» τρόπο.