Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΚΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

«Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ ΜΑΣ ΕΠΙΑΣΕ ΕΞΑΠIΝΗΣ. ΥΠΗΡΧΕ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ»

Κάποιοι φοβούνται να προβληματιστούν και αυτή η φοβία μάς κρατά καθηλωμένους σε μιαν άκαρπη πορεία εδώ και 44 χρόνια


Όταν ο Τάσσος Παπαδόπουλος τού έδωσε εντολή να φύγει από το Υπουργικό Συμβούλιο για να μεταβεί στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, όπου χιλιάδες πολίτες ανέμεναν στις ουρές για να μεταβούν στα κατεχόμενα, πριν από 16 χρόνια, ούτε και ο ίδιος ήξερε τι θα τους έλεγε. Πήρε τον τηλεβόα, είπε μερικές λέξεις και σταμάτησε. Τον διέκοψε μια ηλικιωμένη κυρία. «Τωρά εν να μας εμποδίσετε εσείς;», του είπε. Λίγο αργότερα, επέστρεψε στο Προεδρικό για να ενημερώσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ο τότε Υπουργός Εμπορίου, νυν πρόεδρος της Συμμαχίας Πολιτών, μιλώντας στη «Σημερινή», αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της πολιτικής του θητείας, υπογραμμίζει ότι «τρίτο αδιέξοδο σε τρίτη διαδοχική διάσκεψη θα είναι το τέλος» του Κυπριακού και εκφράζει την πίστη του για τις ενεργειακές προοπτικές του τόπου.

Απρίλης 2003. Συμμετείχατε στην Κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου ως Υπουργός Εμπορίου. Πώς βιώσατε τη διάνοιξη του οδοφράγματος του Λήδρα Πάλας από το καθεστώς Ντενκτάς και ποιες ήταν οι πρώτες οδηγίες που ελάβατε από τον Πρόεδρο;

H απόφαση τότε της Τουρκίας, που την εφάρμοσε μέσω του κατοχικού στρατού, μας έπιασε εξαπίνης. Κανένας δεν το περίμενε και δεν είχαμε και καμία πληροφορία. Δεν ήρθαν πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή, που να μας προετοιμάσουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, για τη διαχείριση του όλου ζητήματος, κάλεσε μια έκτακτη ευρεία σύσκεψη στο Προεδρικό, η οποία διήρκεσε αρκετές ώρες.

Σ’ εκείνη τη συνεδρία ακούστηκαν διαφορετικές και αντίθετες προσεγγίσεις. Υπήρχαν φωνές που έλεγαν ότι πρέπει να κλείσουμε εμείς τα οδοφράγματα και υπήρχαν και φωνές που έλεγαν ότι θα ήταν παράδοξο η Κυπριακή Δημοκρατία να παρεμποδίσει τους πολίτες να διακινούνται, έστω και υπό προϋποθέσεις, ελεύθερα στη χώρα μας.

Κάποια στιγμή, ακριβώς επειδή δεν κατέληγε πουθενά η σύσκεψη και είχαμε ενημερωθεί ότι είχαν μαζευτεί χιλιάδες κόσμου στην Τάφρο για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές, μου ζήτησε ο Πρόεδρος να μεταβώ στο σημείο όπου βρισκόταν ο κόσμος, να συνομιλήσω μαζί τους και να δω αν μπορούμε να τους πείσουμε να προβληματιστούν για το κατά πόσον πρέπει να μεταβούν ή όχι στα κατεχόμενα.

Όντως πήγα εκεί - το πρώτο πράγμα που έκανα, θυμάμαι, ήταν να ζητήσω από τις αρμόδιες Αρχές του Κράτους να προμηθεύσουν με νερό τον κόσμο που βρισκόταν για ώρες μέσα στον ήλιο και είχαμε και λιποθυμίες από την αναμονή. Κατέβηκα και προσπάθησα, μ’ έναν τηλεβόα, να πω δυο λόγια, να θέσω έναν προβληματισμό στον κόσμο μας. Από τις πρώτες λέξεις που είπα, με διέκοψε μια γυναίκα, πρόσφυγας, που ήταν ακριβώς μπροστά μου, με την εξής φράση:

«Τόσα χρόνια γιε μου, εν μας αφήναν οι Τούρτζιοι να πάμε να δούμεν το σπίτι μας, τωρά εν να μας εμποδίσετε εσείς;». Οπότε, εκεί, σταμάτησα. Πήγα πίσω στο Προεδρικό και μετέφερα το στιγμιότυπο στον Πρόεδρο, λέγοντάς του ότι εγώ δεν νιώθω ότι έχω οποιοδήποτε δικαίωμα να παρεμποδίσω έναν πρόσφυγα, που περιμένει τόσα χρόνια, να πάει να δει το σπίτι του.

Το κλίμα σ’ εκείνη την έκτακτη σύσκεψη; Υπήρχε αναστάτωση; Η δική σας η θέση ποια ήταν;

Ήταν λογικό να υπάρχει αναστάτωση, γιατί όπως είπα και πριν, ήταν μια εξέλιξη που δεν αναμέναμε. Καμιά πληροφορία δεν μας προειδοποιούσε, ώστε να μπορούμε να προετοιμαστούμε. Η δική μου εισήγηση ήταν αν υπήρχε τρόπος, που να μην εξέθετε την Κυπριακή Δημοκρατία, να μην το επιτρέπαμε. Από την άλλη, όμως, υπήρχε και η προσέγγιση των νομικών που έλεγε ότι αν ένας πολίτης προσφύγει σ’ ένα οποιοδήποτε δικαστήριο και πει «θέλω να πάω στο σπίτι μου στα κατεχόμενα και το κράτος μου δεν μου επιτρέπει», θα καταδικαζόταν η ΚΔ. Οπότε, επικράτησε αυτή η άποψη. Ότι δεν μπορεί η ΚΔ να περιορίσει το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης.

Σήμερα, η στάση σας θα ήταν ανάλογη;

Πρέπει να πω ότι έγιναν πολλές προσπάθειες τότε από την Κυβέρνηση του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου να το αξιοποιήσουμε μ’ έναν θετικό τρόπο, προσφέροντας στους Τουρκοκύπριους την ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι δεν τους βλέπουμε σαν εχθρούς, ότι είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε μαζί τους και ότι έχουν πιο πολλά οφέλη να ζήσουν με τους Ελληνοκύπριους και να συνεργαστούμε στο πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά με την Τουρκία. Τα χρόνια, όμως, πέρασαν.

Πριν από τρία περίπου χρόνια κατέθεσα στο Εθνικό Συμβούλιο την άποψη ότι μετά από 13 χρόνια έπρεπε να αξιολογήσουμε το ζήτημα των οδοφραγμάτων. Κατά πόσον μας έφερε πιο κοντά στη λύση ή κατά πόσον καθιερώνει στη συνείδηση των πολιτών ότι αυτή θα είναι η λύση -να ζούμε σαν γειτονικοί λαοί- και μέσα από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ουσιαστικά οδηγούμαστε σε έναν είδος κανονικοποίησης και εξοικείωσης με την κατοχή. Έγινε ομόφωνα αποδεκτό ότι το θέμα πρέπει να συζητηθεί, αλλά αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ και θεωρώ ότι κάποια στιγμή πρέπει να την κάνουμε. Όσο περνά ο καιρός, η άποψή μου είναι ότι δεν έχουν συμβάλει τα οδοφράγματα στο να φτάσουμε στη λύση.

Στο οδόφραγμα, τότε, ο Πρόεδρος είχε στείλει μόνο εσάς;

Αρχικά, ναι. Τις επόμενες μέρες πήγαν και άλλοι υπουργοί και υπηρεσιακοί παράγοντες, αλλά εκείνη την ημέρα μού ζήτησε να φύγω από τη σύσκεψη και να πάω να μιλήσω με τον κόσμο.

Με τι διάθεση μεταβήκατε;

Αναστατωμένος. Με ανάμεικτα συναισθήματα. Γιατί τότε δεν μπορούσαμε να εκτιμήσουμε και σωστά πού θα οδηγούσε το άνοιγμα του οδοφράγματος. Η πρώτη εκτίμηση ήταν ότι αποσκοπούσε στο να ξεφουσκώσει τις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κρατώ ακόμα μέσα μου την εικόνα μιας ηλικιωμένης κυρίας, η οποία επιστρέφοντας από το σπίτι της στα κατεχόμενα, την πρώτη μέρα της διάνοιξης, μίλησε στις κάμερες και όταν την ρώτησαν οι δημοσιογράφοι «πώς βρήκες το σπίτι σου;», τους είπε «το βρήκα πιο μικρό και πιο χαμηλή την πόρτα».

Αναφέρω τη φράση της στο βιβλίο που εξέδωσα το 2008 και σχολιάζω ότι το πιο μεγάλο κακό που προκάλεσε η διάνοιξη των οδοφραγμάτων είναι ότι γκρέμισε το όνειρο της επιστροφής. Γιατί για τους πρόσφυγες, που εκδιώχθηκαν διά της βίας από τις περιουσίες τους, το σπίτι τους ήταν ο χαμένος παράδεισος. Το είχαν εξιδανικεύσει μέσα τους και ζούσαν με το όνειρο να επιστρέψουν. Και στο μυαλό τους, το σπίτι τους ήταν το πιο ωραίο του κόσμου. Το πιο μεγάλο, το πιο όμορφο.

Ζώντας στις ελεύθερες περιοχές, με την πάροδο του χρόνου, και ζώντας σε καλύτερες συνθήκες από το 1974, επιστρέφοντας είδαν την πραγματικότητα, η οποία ήταν σκληρή. Είτε γιατί βρήκαν κάποιο έποικο μέσα είτε γιατί το βρήκαν σε κακά χάλια. Κι εκεί γκρεμίστηκε το όνειρο. Κι ενώ δεν υπάρχει άλλη δύναμη που να μπορεί να γκρεμίσει το όνειρο, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων νομίζω ότι αυτό έκανε. Νίκησε το όνειρο.

Πρέπει να κλείσουν;

Να κλείσουν δεν είναι τόσο εύκολο, γιατί πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις αντιδράσεις από τη διεθνή κοινότητα και από την ίδια την ΕΕ. Υπάρχουν, όμως, μια σειρά από ζητήματα που μπορούμε να δούμε, χωρίς να αποκλείω καμιάν απόφαση, ακόμα και κλείσιμο. Αλλά πρέπει να γίνει μια σωστή και σε βάθος μελέτη και, όποιαν απόφαση πάρουμε, να την σχεδιάσουμε σωστά, για να έχει και αποτέλεσμα. Να μην κάνουμε βεβιασμένες κινήσεις, που θα μας φέρουν άλλα προβλήματα.

Αποτιμώντας, 16 χρόνια μετά, τις συνέπειες της διάνοιξης του πρώτου οδοφράγματος, σε σχέση και με την πορεία του Κυπριακού, η Κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου θα έπρεπε τότε να είχε αντιδράσει διαφορετικά; Υπήρχε η δυνατότητα;

Θεωρώ πως όχι. Η θέση του αείμνηστου Τάσσου ήταν ότι, όντως, δεν μπορεί η ΚΔ να παρεμποδίσει το νόμιμο δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης των πολιτών της. Προσωπικά δεν έχω μεταβεί ποτέ στα κατεχόμενα. Για λόγους αρχής. Εξ ου και αντέδρασα έντονα όταν είχε μεταβεί ο Νίκος Αναστασιάδης και είχα πει ότι τέτοιες μετακινήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας στα κατεχόμενα, ενόσω ισχύει η κατοχή, είναι πρωτοφανείς στην παγκόσμια ιστορία. Και τον είχα τότε κατηγορήσει ότι συνέβαλλε, άθελά του, στο να υπάρχει ένα είδος εξοικείωσης με την κατοχή, όπως συνέβαλλαν και κάποιες εκδηλώσεις που γίνονταν στην Αμμόχωστο υπό κατοχή.

Όλα αυτά, σε άλλες χώρες έγιναν αφού τερματίστηκε η κατοχή και όχι προηγουμένως. Και επειδή ακούω διάφορα ανιστόρητα κατά καιρούς στον πολιτικό διάλογο -να λένε ας πούμε να γίνει επιτροπή αποκατάστασης σχέσεων- και φέρνουν το παράδειγμα της Γαλλίας με τη Γερμανία, πρέπει να πούμε ότι όλα αυτά έγιναν όχι όσο ήταν υπό κατοχή, αλλά αφού η Γαλλία απελευθερώθηκε, αφού ηττήθηκε η Γερμανία και δύο δημοκρατικές χώρες αποφάσισαν να συζητήσουν πώς θα εξομαλύνουν τις σχέσεις τους και πώς θα απαμβλύνουν κάποιες ιστορικές πληγές.

Δεν τα έκαναν υπό κατοχή. Κάτι που πρέπει να συνειδητοποιήσουν κάποιες ομάδες στον τόπο μας που μιλούν για ειρήνη, είναι πως η ειρήνη δεν είναι υποκατάστατο της ελευθερίας, αλλά απότοκο της ελευθερίας. Δεν μπορείς να έχεις ειρήνη έχοντας κατοχή.

Το επόμενο αδιέξοδο θα σημάνει το τέλος

Ορθά ή λανθασμένα υλοποιήθηκε η συμφωνία της διάνοιξης των δύο οδοφραγμάτων την περασμένη Δευτέρα χωρίς να υπάρχει σοβαρή προοπτική επίλυσης του Κυπριακού;

Σε μεγάλο βαθμό, τα οδοφράγματα δημιουργούν πλέον δεδομένα που θα αποτελούν συνισταμένες της λύσης. Το πιο σωστό θα ήταν να ρυθμιστούν όλα αυτά τα ζητήματα μέσα από το πλαίσιο λύσης. Στην πορεία προέκυψαν τα λεγόμενα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» μέσα από τη λογική της επαναπροσέγγισης. Έλεγα πάντα ότι αυτή η επικοινωνία μπορεί να βοηθήσει στην εφαρμογή της λύσης, αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει στη λύση την ίδια.

Προσωπικά δεν έχω ψευδαισθήσεις, ούτε αυταπάτες. Για τη λύση του Κυπριακού είναι η Τουρκία που αποφασίζει και όχι οι Τουρκοκύπριοι. Εάν εξευρεθεί λύση του Κυπριακού, η επικοινωνία και η βελτίωση εμπιστοσύνης σίγουρα θα βοηθήσουν στην καλύτερη εφαρμογή της. Αλλά αν είναι μια κακή λύση, η καλή σχέση μεταξύ των ανθρώπων δεν είναι αρκετή για να ξεπεράσει τις δυσλειτουργίες ενός κράτους.

Εναλλακτικές λύσεις ή αδιέξοδα ήταν ο τίτλος της ομιλίας σας σε εκδήλωση της Συμμαχίας Πολιτών την περασμένη Τετάρτη. Πού οδηγείται τελικά το Κυπριακό;

Θα πρέπει να πάμε λίγο πίσω. Από τον Οκτώβρη του 2016, όταν ενημερωθήκαμε από τον Πρόεδρο στο Εθνικό Συμβούλιο ότι η Τουρκία πίεζε για λύση πριν από το τέλος του χρόνου, είχα πει ότι πρέπει να μας προβληματίσει το εξής ερώτημα: Γιατί πιέζει ο Ερντογάν για σύγκληση διάσκεψης εδώ και τώρα; Δυο τινά συμβαίνουν, έλεγα. Είτε ο Ερντογάν έχει χάσει τον ύπνο του από τη στεναχώρια του διότι το Κυπριακό είναι άλυτο είτε θέλει να κορυφώσει τη διαδικασία και να μας φέρει μπροστά στο δίλημμα «τουρκική λύση ή αδιέξοδο», για να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα ότι το Κυπριακό δεν λύνεται με αυτές τις διαδικασίες.

Δυστυχώς, δεν εισακούστηκα. Και ενώ ναυάγησε η Γενεύη, κάναμε το δεύτερο -και τραγικότερο- λάθος, να πάμε στο Κραν Μοντανά. Εκεί ουσιαστικά κορυφώθηκε το αδιέξοδο, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε τον ΓΓ να υιοθετεί τουρκικές στην έκθεσή του θέσεις και να διασυνδέει το ενεργειακό πρόγραμμα με τη λύση του Κυπριακού. Επανάληψη των συνομιλιών τώρα, όπως ζητούν κάποιοι, θα μας οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο σημείο όπου ήμασταν στο Κραν Μοντανά. Μπροστά στο ίδιο δίλημμα. Τρίτο αδιέξοδο σε τρίτη διαδοχική διάσκεψη θα είναι το τέλος.

Τι εισηγείστε;

Να εξετάσουμε τις εναλλακτικές επιλογές. Να έρθουν ενώπιον Εθνικού Συμβουλίου για πρώτη φορά συγκριτικές μελέτες, ώστε να επιλέξει ποια είναι εκείνη η εναλλακτική επιλογή που διασφαλίζει τον κυπριακό Ελληνισμό στο πλαίσιο λύσης. Να καθορίσουμε τους στόχους μας και στη συνέχεια να χαράξουμε τη στρατηγική που θα μας επιτρέψει να τους υλοποιήσουμε. Είναι μια άσκηση που έπρεπε να την είχαμε κάνει πριν από χρόνια. Δεν την κάναμε ποτέ, γιατί κάποιοι φοβούνται τον διάλογο. Κάποιοι φοβούνται να προβληματιστούν και αυτή η φοβία μάς κρατά καθηλωμένους σε μιαν άκαρπη πορεία, που εδώ και 44 χρόνια αποδεικνύεται ανίκανη να κάμψει την τουρκική αδιαλλαξία.

Δεν μπορούν να μας σταματήσουν οι Τούρκοι

Η εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της Κύπρου θα γίνει ποτέ πραγματικότητα, με δεδομένο ότι η Τουρκία μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει θερμό επεισόδιο;

Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δεχτούμε την όποια διασύνδεση του ενεργειακού προγράμματος με τη λύση του Κυπριακού. Με κανέναν τρόπο. Η Τουρκία ήταν αναμενόμενο ότι θα αντιδρούσε. Αντέδρασε από το 2006, βγάζοντας τον στόλο της και απειλώντας μας. Και εις απάντησιν, είχαμε τότε παγώσει μονομερώς το κεφάλαιο ενέργειας και στη συνέχεια άσκησα βέτο στη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του Οργανισμού Ασφάλειας και της Τουρκίας, που θα της απέφερε πολλά δισεκατομμύρια και θα της έδινε λόγο στα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ. Έκτοτε, η Τουρκία σιώπησε, μέχρι το 2011, που έβγαλε ξανά έξω τον στόλο της. Είναι μια μεγάλη χώρα, αλλά δεν είναι ούτε υπερδύναμη ούτε παντοδύναμη. Ξέρει μέχρι πού μπορεί να φτάσει.

Άρα, η Άγκυρα δεν θα υλοποιήσει τις απειλές της;

Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις της ΕxxonMobil και της Total και αν, με λίγη τύχη, οι επόμενες γεωτρήσεις ανακαλύψουν ένα από τα αναμενόμενα μεγάλα κοιτάσματα, θα αλλάξει ακόμα περισσότερο η προσέγγιση τόσο των ΗΠΑ προς την Κύπρο, όσο και κάποιων ευρωπαϊκών χωρών. Θεωρώ ότι θα αλλάξουν και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί τους και θα έρθει στο επίκεντρο η δημιουργία τερματικού υγροποίησης στην Κύπρο.

Ένα από τα ερωτήματα που εγείρεται και θα έπρεπε ήδη να αποτελεί αντικείμενο ερευνών από πλευράς μας είναι πώς αλλάζουν τα δεδομένα για τη λύση από την ανακάλυψη σημαντικών ποσοτήτων υδρογονανθράκων. Πιστεύω ότι η Τουρκία δεν θα μπορέσει να σταματήσει την εκμετάλλευση χωρίς λύση του Κυπριακού. Βέβαια, πρέπει να κάνουμε κι εμείς πολλές άλλες ενέργειες και επιτέλους πρέπει να ενισχύσουμε και την αμυντική μας θωράκιση.

Έχουμε εγκαταλείψει εδώ και πάρα πολλά χρόνια την άμυνα, λες και είμαστε Ελβετία. Αν και η Ελβετία διαθέτει έναν από τους πιο σύγχρονους στρατούς, παρά το γεγονός ότι δεν έχει εμπλακεί σε πόλεμο εδώ και αιώνες.

«Η Βαρβάρα κι εγώ…»

Από τη σχέση μας κρατώ και τον σεβασμό και την εκτίμηση και θα κρατήσω και τις καλύτερες στιγμές

Τις φήμες για τον χωρισμό σας, επιβεβαίωσε η ίδια η σύζυγός σας σε πρόσφατη συνέντευξή της. Πώς αισθάνεστε που η προσωπική σας ζωή βρίσκεται αυτό το διάστημα στα φώτα της δημοσιότητας;

Νομίζω ότι πρέπει να μάθουμε και στον τόπο μας να σεβόμαστε την ιδιωτική και την οικογενειακή ζωή των ανθρώπων και να μην επιτρέπουμε να επικρατεί ο κανιβαλισμός. Πρέπει να μάθουμε να γεμίζουμε τη ζωή μας με τις δικές μας στιγμές και όχι με τα κουτσομπολιά ή με τον πόνο των συνανθρώπων μας. Είναι μια δύσκολη περίοδος και για τη Βαρβάρα και για μένα. Αναμένω, όπως εγώ σεβάστηκα τη ζωή των άλλων και ουδέποτε έχω εμπλακεί, παρά μόνον όταν μου ζητήθηκε να βοηθήσω, το ίδιο να πράξουν όλοι. Όσοι περιμένουν ότι θα ακούσουν από το στόμα μου οτιδήποτε που θα θίγει ή θα μειώνει τη Βαρβάρα, θα απογοητευτούν. Από τη σχέση μας κρατώ και τον σεβασμό και την εκτίμηση και, ταυτόχρονα, θα κρατήσω και τις καλύτερες στιγμές. Αλλά αυτό αφορά μόνο εμένα και τη Βαρβάρα και κανέναν άλλο.

Εντελώς λανθασμένη η πολιτική μας για Βάσεις

Έχουμε χάσει την ευκαιρία να θέσουμε το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων;

Θεωρώ ότι χάσαμε μία ευκαιρία και όχι την ευκαιρία. Οι Βρετανοί έχουν επίγνωση ότι οι Βάσεις όχι απλώς δεν είναι κυρίαρχες, αλλά είναι και παράνομες. Σ’ εμάς λοιπόν εναπόκειται να το αξιοποιήσουμε. Εδώ εκδόθηκε απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, πριν από μερικές εβδομάδες, που, απαντώντας στο Υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας, είπε «οι Βάσεις, κύριοι, δεν είναι κυρίαρχες, αλλά αποικιακό κατάλοιπο». Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας! Έχουμε γνωματεύσεις στα χέρια μας από τους καλύτερους διεθνολόγους και συνταγματολόγους. Θεωρώ ότι απλώς πρέπει να αλλάξουμε εμείς την προσέγγισή μας. Ακολουθούμε μια πολιτική εντελώς λανθασμένη, την οποία ακολουθούσα κι εγώ προσωπικά μέχρι το 2010 που έγινε η Διάσκεψη για τις Βάσεις με τον Γάλλο καθηγητή Αllain Ρellet. Η παραδοσιακή μας πολιτική είναι ότι δεν πρέπει να ανοίξουμε μέτωπο με τους Βρετανούς ενόσω είναι άλυτο το Κυπριακό. Είναι σαν να τους λέμε «φροντίστε να μη λυθεί το Κυπριακό, γιατί τότε θα έχετε πρόβλημα με τις Βάσεις». Το επιχείρημα πρέπει να αντιστραφεί και να γίνει: Θα ανοίξουμε θέμα Βάσεων αν συνεχίσετε να υποστηρίζετε τις τουρκικές θέσεις και την τουρκική πολιτική. Βοηθήστε μας έμπρακτα να λύσουμε το Κυπριακό σωστά και δίκαια κι εμείς θα βρούμε τρόπο, όχι διατηρώντας τις βάσεις, αλλά μέσα από μια διακρατική συμφωνία να εξυπηρετούμε τα γεωστρατηγικά σας συμφέροντα από την Κύπρο, άρα θα είστε διασφαλισμένοι. Αυτή πρέπει να είναι η προσέγγισή μας και είμαι σίγουρος ότι οι Βρετανοί είναι έτοιμοι να τη συζητήσουν.