«Είχε ονειρευτεί πως διέσχιζε ένα δάσος από φραγκοσυκιές, όπου ψιλόβρεχε και, για μια στιγμή, ήταν ευτυχισμένος μες στ’ όνειρό του».
(«Το Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου», Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)
Το εορταστικό κλίμα της ημέρας μετατράπηκε σε μια εκκωφαντική βουβαμάρα. Και στο τέλος εκείνου του δρόμου με τους φράχτες τι υπήρχε;
14 Αυγούστου 1996. Το άψυχο σώμα του Σολάκη μεταφέρεται από κυανόκρανους και από άλλους διαδηλωτές από τη νεκρή ζώνη στις ελεύθερες περιοχές. Η τρύπα στον λαιμό ανοικτή και θεόρατη. Λίγα εκατοστά κάτω από το δεξί αφτί. Χαριστική βολή! Μερικά λεπτά προηγουμένως, είχε κάνει την -για πολλούς- απερίσκεπτη πράξη να τρέξει ανάμεσα από τα συρματοπλέγματα που χώριζαν την ελεύθερη από την ανελεύθερη πατρίδα του, να ανέβει στον ιστό και να αποπειραθεί να κατεβάσει τη σημαία ενός κίβδηλου κράτους. Ο δολοφόνος του κατείχε πλεονεκτική θέση. Στεκόταν στο μπαλκόνι ενός διπλανού σπιτιού, το οποίο βρισκόταν εντός της νεκρής ζώνης, κατεχόμενο από το 1974, και χρησιμοποιείτο ως στρατιωτικό φυλάκιο του εισβολέα.
Την ίδια μέρα, στο κοιμητήριο του Παραλιμνίου, έθαβαν τον ξάδελφό του, τον Τάσο. Λίγες μέρες πριν, λίγα μέτρα παραπέρα από τον ιστό εκείνο, τον ξυλοκόπησαν με μίσος μέχρι θανάτου. Σε εκείνη την απλωσιά, μερικές εκατοντάδες μέτρα από την περιφραγμένη και βουβή χρυσή αμμουδιά. Έτσι ξεψύχησαν τα παλληκάρια του Παραλιμνίου. Σε εκείνη εκεί την απλωσιά. Με τον καημό της επιστροφής και με τη νεανική ορμή που ξεθαρρεύει έναν ήρωα.
Είκοσι δύο χρόνια μετά, ο πατέρας του Σολάκη, ο Σπύρος, ήταν εκεί. Κρατούσε τη φωτογραφία του γιου του. Νέος, είκοσι έξι μόλις χρονών ο Σολωμός, με αυτά τα μάτια που κρύβουν μέσα τους τη φωτιά που είναι έτοιμη να ξεσπάσει και «να γεμίσει ο νους με την τρέλα», κατά τον ποιητή. Ήταν εκεί ο κύριος Σπύρος, αποκαμωμένος και καταβεβλημένος. Κρατούσε εκείνη την εικόνα και κοιτούσε τα συρματοπλέγματα να μετακινούνται στο πλάι και ανθρώπους να τρέχουν να περάσουν τη νοητή γραμμή. «Σήμερα δολοφόνησαν για δεύτερη φορά τον γιο μου», ψέλλισε ο κύριος Σπύρος, βλέποντας το εορταστικό κλίμα της ημέρας. Το ίδιο απόγευμα η μάνα του Τάσου, κρατώντας την εικόνα του δικού της παιδιού, περπάτησε στο οδόφραγμα και απέθεσε βουβή ένα δάφνινο στεφάνι.
Τι φταίνε οι πρόσφυγες; Τι φταίνε οι άνθρωποι που έτρεξαν να περάσουν το οδόφραγμα και να πάνε να δουν τα σπίτια τους; Τι φταίνε όσοι αδημονούσαν για τη μέρα εκείνη που θα περάσουν το κατώφλι του σπιτιού τους, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά; Αλλά η προσμονή έγινε απογοήτευση, όταν στις εισόδους των ερειπωμένων τους σπιτιών βρήκαν φράχτες. Ψηλά συρματοπλέγματα δεξιά κι αριστερά, χώριζαν το φρέσκο οδόστρωμα από τις γειτονιές της Κάτω Δερύνειας.
Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο ευθύς δρόμος, που ενώνει τη Δερύνεια με τη χρυσή εκείνη αμμουδιά, μετατράπηκε σε ένα δρόμο με φράχτες. Εκεί που σταμάτησαν τα όνειρά τους τον Αύγουστο του ’74, εκεί σταμάτησαν και αυτόν τον Νοέμβριο. Και λίγα μέτρα πριν τους υποδέχθηκε εκείνη η ερυθρόλευκη σημαία του κίβδηλου κράτους, που «έριξε» τον Σολάκη. Με ελιές και χειραψίες τούς υποδέχθηκαν οι άλλοτε γείτονές τους, κάτοικοι πλέον των δικών τους σπιτιών. Τι φταίνε, αλήθεια, κι αυτοί;
Κανένας πολιτικός λόγος την ημέρα εκείνη δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τα λόγια της γυναίκας που κρεμόταν από τα σύρματα του φράχτη ανήμπορη να μπει στο σπιτικό της και αναρωτιόταν πώς γίνεται να δείχνει ταυτότητα για να μπει μέσα. Κανένα πολιτικό σύνθημα και κανένας πύρινος λόγος δεν της άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της. Τουρίστες στις ίδιες τους τις γειτονιές, να κοιτούν τις στέγες που με κόπους ζωής έκτισαν, να χάσκουν μισογκρεμισμένες και ταλαίπωρες από το πέρασμα του χρόνου.
Περπατήσαμε σε εκείνον τον δρόμο, πρόσφυγες, αλλά από άλλες γειτονιές. Το συναίσθημα, το ίδιο. Ο πόθος της επιστροφής, ο ίδιος. Η ανάγκη του γυρισμού, αναλλοίωτη. Η ανάγκη λύσης, επιτακτική. Όμως η εικόνα, το τρεμούλιασμα στα πόδια όταν περπατάς έναν δρόμο, που ποτέ δεν περπάτησε κανείς από εμάς εδώ και τέσσερεις δεκαετίες, πρωτόγνωρο. Οι πινακίδες δεξιά και αριστερά προειδοποιούσαν για στρατιωτική περιοχή και πιο πίσω ναρκοπέδιο. Τέσσερεις δεκαετίες πριν, σε τούτη εδώ τη γειτονιά θα υπήρχε ζωή, «τα νέα κορμιά θα πέρασαν από εδώ», έλεγε ο Σεφέρης, μα τώρα ο δρόμος «γεμάτος θρύψαλα, παλιά πιθάρια».
Το εορταστικό κλίμα της ημέρας μετατράπηκε σε μια εκκωφαντική βουβαμάρα. Και στο τέλος εκείνου του δρόμου με τους φράχτες τι υπήρχε; Η βουβή φυλακισμένη μητρόπολη. Ο δρόμος της επιστροφής, ο δρόμος προς την ολόχρυση αμμουδιά, δεν ήταν τίποτε άλλο την ημέρα εκείνη παρά ένα αδιέξοδο.
Πίσω από τα σύρματα των φραχτών, ένας πορτοκαλόκηπος. Το δάσος με τις πορτοκαλιές. Εκεί, όπου έναν άλλο Αύγουστο, είκοσι δύο χρόνια πριν τον Σολάκη και τον Τάσο, ξεψύχησαν από τα πυρά του εισβολέα άμαχοι, γυναικόπαιδα και έφηβοι στρατιώτες. Ο πορτοκαλόκηπος της Πέρτζιενας θα ήταν ακόμη εκεί. Και οι πορτοκαλιές τέτοια εποχή θα είχαν καρπούς, έτοιμους για αποκομιδή.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μοιρασμένα στα δυο. Είκοσι δύο χρόνια μετά την εισβολή ξεψύχησαν τα παλληκάρια του Παραλιμνιού στην απλωσιά εκείνη. Είκοσι δύο χρόνια μετά τη θυσία τους άνοιξε ο δρόμος, για τον οποίο μαρτύρησαν. Και οι ψυχές των προσφύγων κι αυτές μοιρασμένες στα δυο. Από τη μια ο πόνος του ξεριζωμού και της προσφυγιάς κι από την άλλη ο πόθος της επιστροφής. Τι φταίνε οι άνθρωποι εκείνοι, που έτρεξαν να πάνε στα σπίτια τους; Τι έφταιγαν οι ίδιοι άνθρωποι όταν ξεριζώθηκαν από εκείνα τα σπίτια και, με τα βρέφη τους στο χέρι και τις περιουσίες τους σε μια βαλίτσα, εκδιώχθηκαν από έναν αλλότριο εισβολέα;
Ποιος δεν θέλει τη λύση; Ποιος δεν θέλει τη συμβίωση; Ποιος δεν θέλει να επιστρέψει; Όμως οι εικόνες δεν αλλάζουν. Πώς να χωρέσουν σαράντα τέσσερα χρόνια σε μια στιγμή; Πώς να χωρέσουν οι αναμνήσεις σε μια βαλίτσα; Πώς να κοιτάξεις με τα δακρυσμένα μάτια το σπίτι που έχτισες με το μεροκάματο και το υστέρημά σου να στέκει εκεί αγέρωχο, αλλά ερείπιο να περιμένει; Άνθρωποι σε μια πατρίδα, μοιρασμένη κι αυτή στα δυο.
Επιστρέφοντας, περάσαμε κάτω από το μπαλκόνι, όπου ο δολοφόνος έριξε εκείνη τη χαριστική βολή. «Μνημείο» κι αυτό στην ιστορία του κατακτητή.
«…Τα όνειρα ξεκινούν απ’ την καρδιά
και γεμίζουν ολάκερο το σπίτι.
Δεν περιμένουν να τους δοθεί άδεια.
Ο κόσμος γύρω είναι δικός τους.
Κι η γη κι η θάλασσα κι ο αγέρας.
Μοιάζουν πελώριοι γερανοί
που ταξιδεύουν ασταμάτητα,
ώσπου να φτάσουνε στο τέρμα.
Και θα φτάσουν».
«Νοσταλγία», Κλαίρη Αγγελίδου




