4 ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΣΤΗ «Σ» ΤΑ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ ΚΑΙ ΕΝΟΨΕΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΓΕΩΤΡΗΣΕΩΝ

· Λυσσαρίδης: Μόνο μια στρατηγική, που θα καθιστά τους στόχους της Τουρκίας ανέφικτους, μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ορθής λύσης

· Ρολάνδης: Πρότεινα ένα μορατόριουμ στις έρευνες, ώστε να μπορέσει σε αυτό το διάστημα να λυθεί το Κυπριακό

· Κασουλίδης: Ένας δρόμος μόνο υπάρχει. Να ακολουθηθεί η διαδικασία που διεξάγεται μέσω της Λουτ

· Κουτσού: Αν συνεχίσουμε έτσι, η ποινή μας είναι δεδομένη. Είτε λύση τουρκικών προδιαγραφών είτε μη λύση

Δεδομένη η νέα τροχιά στην οποία υπεισέρχεται το Κυπριακό, μετά από 44 χρόνια συνομιλιών. Η εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας για αποκέντρωση εξουσιών, όπως επεξηγήθηκε στον λαό στο διάγγελμα/διάσκεψη Τύπου την περασμένη Τρίτη, θέτει ευλόγως το ερώτημα για την επόμενη μέρα. Μεσούσης της διαδικασίας ζυμώσεων για επανέναρξη των συνομιλιών υπό την αιγίδα του Αντόνιο Γκουτέρες και στο... παρά ένα της έναρξης των γεωτρήσεων στο οικόπεδο 10 από την ExxonMobil, βετεράνοι της πολιτικής σκηνής του τόπου αναλύουν στη «Σημερινή» της Κυριακής τις από τούδε και στο εξής επιλογές της πλευράς μας.
Βάσος Λυσσαρίδης, Νίκος Ρολάνδης, Ιωάννης Κασουλίδης και Νίκος Κουτσού καταθέτουν τις θέσεις και τις ανησυχίες τους, προτείνοντας παράλληλα -έκαστος μέσα από τον προσωπικό ιδεολογικό του φακό- την πορεία που θεωρούν ότι θα οδηγήσει στην επίλυση του προβλήματος.

Λυσσαρίδης: Στρατηγική, χωρίς παζαρέματα

«Για να χαράξεις μια νέα γραμμή λύσης του Κυπριακού, επιβάλλεται να γίνει πρώτα ορθή ανάλυση των τουρκικών στόχων. Έγινε; Εάν στόχος της Τουρκίας είναι η Αλεξανδρεττοποίηση του Κυπριακού, που είναι, και η δημιουργία ενός μετα-αποικιακού καθεστώτος με τελικό στόχο την ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια, που είναι, τότε είναι αυταπάτη να πιστεύει κάποιος ότι η Τουρκία θα αποστεί των στόχων της με τις δικές μας νέες υποχωρήσεις.
Δυστυχώς, έγιναν πολλά σφάλματα από δικής μας πλευράς.

»Διολισθαίνοντας από τη μία υποχώρηση στην άλλη εις βάρος των δικαίων του λαού μας, ξεφεύγοντας από την ουσία του κυπριακού προβλήματος, της τουρκικής εισβολής και κατοχής εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν βοηθούμε στην εξεύρεση δημοκρατικής και λειτουργικής λύσης. Αντίθετα, ενισχύουμε την προοπτική λύσης τουρκικών προδιαγραφών. Γι’ αυτό, μόνο μια στρατηγική που θα καθιστά τους στόχους της Τουρκίας ανέφικτους και επικίνδυνους για τα συμφέροντά της, μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ορθής και δίκαιης λύσης του Κυπριακού. Μια τέτοια στρατηγική είναι εκείνη που περνά μέσα από το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, χωρίς εκπτώσεις και παζαρέματα. Αξιοποιήσαμε αυτές τις δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας παράλληλα τους πραγματικούς στόχους της Τουρκίας; Πιστεύω, όχι».

Ρολάνδης: Αλληλένδετες συνομιλίες και αέριο

«Η κατάσταση γύρω από το κυπριακό πρόβλημα, χωρίς αμφιβολία, δεν είναι καθόλου εύκολη. Έχουν μαζευτεί διάφορα θέματα, τα οποία είναι δυσεπίλυτα και, φυσικά, το πρώτο βήμα είναι η έναρξη των συνομιλιών. Χωρίς συνομιλίες, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Διότι αν δεν υπάρξουν συνομιλίες, τι θα γίνει; Θα γίνει πόλεμος; Και για να επιτύχουμε πρέπει πρώτα απ’ όλα ο Γ.Γ. ν’ ανάψει το πράσινο φως, εφόσον οι συνομιλίες θα διεξαχθούν υπό τη δική του αιγίδα. Εάν το ανάψει, ξεκινούν οι συνομιλίες το συντομότερο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που, όπως έχω πει πολλές φορές, παρέλαβε το Κυπριακό πολύ αργά, θα πρέπει να καταβάλει το άπαν των δυνάμεών του, διότι αν αποτύχει κι αυτήν τη φορά η προσπάθεια, μετά από μισό αιώνα, δεν βλέπω πλέον πώς μπορεί να επιλυθεί το Κυπριακό με τον τρόπο που θέλουμε, να καταλήξουμε δηλαδή σε μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία. Παράλληλα, επαναλαμβάνω κάτι που λέω εδώ και χρόνια, ότι για το θέμα των υδρογονανθράκων πρέπει να γίνει μια διευθέτηση με τους Τουρκοκύπριους. Πραγματική διευθέτηση, με το άνοιγμα κάποιου λογαριασμού στον οποίο να μπαίνει ένα ποσό για τους Τ/κ. Αυτό δεν έγινε.

»Αν αρχίσουν οι συνομιλίες και αρχίσουν και τα θέματα των υδρογονανθράκων και αρχίσει η Τουρκία να επεμβαίνει ή να προσπαθεί να αντλήσει τα δικά μας κοιτάσματα ή να δημιουργήσει περιπέτειες, περιλαμβανομένων ίσως και πολεμικών περιπετειών, αντιλαμβάνεστε ότι αυτή η ιστορία δεν μπορεί να προχωρήσει. Σε αυτό συμφωνούσε μαζί μου και ο Γλαύκος Κληρίδης. Πρότεινα, επίσης, προ αρκετών μηνών ένα μορατόριουμ, μιαν ανακοπή δηλαδή στις έρευνες, ώστε να μπορέσει σε αυτό το διάστημα να λυθεί το Κυπριακό. Αν λυθεί το Κυπριακό, θα λυθεί και το θέμα των υδρογονανθράκων, γιατί είναι συμφωνημένο το τι θα γίνει - το θέμα του φυσικού αερίου θα τύχει χειρισμού από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

»Διαφωνώ με τον Πρόεδρο, όσον αφορά την απρόσκοπτη συνέχιση του προγράμματος, γιατί δεν βλέπω πρακτικά με ποιο τρόπο θα μπορέσει να συνεχίσει τη διαδικασία. Τι θα γίνει αν παρέμβει η Τουρκία και ποιος έχει τη στρατιωτική δύναμη να την σταματήσει ή ποιος μπορεί να μετακινήσει την οποιαδήποτε πλατφόρμα τοποθετήσουν μέσα στη δική μας ΑΟΖ; Κατά συνέπειαν καλώ τον Πρόεδρο να προσέξει το συγκεκριμένο σημείο, που μπορεί να οδηγήσει σε τεράστιες περιπέτειες. Συμφωνώ, όμως, με την εισήγησή του για αποκέντρωση εξουσιών. Άλλωστε, προϋπάρχει ως θέση - δεν είναι νέο στοιχείο. Όλα τα μέχρι τούδε υποβληθέντα προς εμάς σχέδια είχαν αποκεντρωμένη εξουσία και αυτό βοηθά στο να συγκρατήσουμε το κράτος. Όσα περισσότερα, αχρείαστα, συγκεντρώσεις στην κεντρική κυβέρνηση, τόσα περισσότερα προβλήματα δημιουργείς».

Κασουλίδης: Διακήρυξη στη βάση Γκουτέρες

«Θεωρώ ότι, στο σημείο που βρισκόμαστε, ένας δρόμος μόνο υπάρχει. Και αυτός είναι να ακολουθηθεί η διαδικασία που με εντολή του Γενικού Γραμματέα διεξάγεται μέσω της Τζέιν Χολ Λουτ και, παράλληλα, να επιδιωχθεί η συμφωνία των όρων αναφοράς, για να οριστεί το πλαίσιο και ο τρόπος που θα προχωρήσουμε περαιτέρω. Θα πρόκειται, δηλαδή, για μια συμφωνία αντίστοιχη της κοινής διακήρυξης που έγινε τον Φλεβάρη του 2014, η οποία αυτήν τη φορά δεν θα περιέχει εκείνα τα σημεία, που θεωρούνται ως συμφωνημένα, αλλά θα περιέχει κατά την άποψή μου τις έξι προτάσεις που έγιναν από τον Γενικό Γραμματέα στο Κραν Μοντανά και οτιδήποτε άλλο επιθυμούν να προσθέσουν οι πλευρές σε αυτό το πλαίσιο.

»Στη συνέχεια, αφού θα έχει συμφωνηθεί αυτό το κείμενο, θα μπορούν να ξεκινήσουν τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα αφορούν στα εκκρεμούντα θέματα που ακόμα δεν έχουν επιλυθεί στο τραπέζι των συνομιλιών των δύο κοινοτήτων. Ταυτόχρονα, χρειάζεται και η καλή προετοιμασία της Διάσκεψης για την Κύπρο, όπου θα πρέπει να συμφωνηθεί, κατά κύριο λόγο, το θέμα της Ασφάλειας».

Κουτσού: Ανέφικτη η λύση που επιδιώκουμε

«Πιστεύω ότι οι πολίτες είναι σήμερα πιο συγχυσμένοι απ' όσο ήταν πριν από τη συνέντευξη Τύπου. Και αυτό γιατί το μόνο που μας είπε ο Πρόεδρος είναι ότι πρόκειται για πρόταση, την οποία υπέβαλε το 2010 και γεννιέται αμέσως το ερώτημα: Πώς από το 2010, που ήταν πρόταση, μετεξελίχθηκε το 2018 σε τροφή για σκέψη και πώς πέρασαν 8 χρόνια χωρίς να μελετηθεί αυτή η πρόταση, έστω και από τους ιδίους; Όταν μάλιστα σήμερα είναι κυβέρνηση.

Συνεπώς, αυτό που παρακολουθήσαμε δεν ήταν ένα διάγγελμα, μια διάσκεψη Τύπου, αλλά ένα ‘παίξιμο’ με τη νοημοσύνη του κυπριακού λαού. Η συνέντευξη δεν άγγιξε κανένα από τα ουσιαστικά θέματα του Κυπριακού, που περίμενε να ακούσει ο πολίτης. Και η μη επίλυση των αδιεξόδων και η ύπαρξη των Εγγυήσεων και των στρατευμάτων μένουν εκεί και δεν ξέρω αν έχουν συζητηθεί ή αν αποδέχεται τη συζήτησή τους η Τουρκία. Θεωρώ ότι με τη συνέντευξη του Προέδρου απεδείχθη πως δεν υπάρχει καθορισμένος στόχος, ούτε συγκεκριμένη στρατηγική. Εκτός από την ευθύνη της Τουρκίας, την αδιαλλαξία που επέδειξε σε όλη τη διάρκεια των συνομιλιών, νομίζω ότι υπάρχει ευθύνη και στη δική μας πλευρά που δεν ξεκαθαρίζει αυτά τα δύο θέματα.

»Όσον αφορά το πού οδηγείται το Κυπριακό απ’ εδώ και μπρος, σίγουρο είναι ότι δεν προβλέπεται λύση και θα δούμε όταν και εφόσον αρχίσουν οι συνομιλίες σε ποια βάση θα διεξαχθούν και σε τι θα αποβλέψουν. Επαναλαμβάνω ότι, εκείνο που περίμενε να ακούσει ο πολίτης είναι αν υπάρχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για ομοσπονδία στην Κύπρο. Φαίνεται ότι δεν υπάρχουν. Και αυτό που μένει τώρα είναι να βρεθεί τρόπος να υπάρξει μια κοινή πολιτική με την Ελλάδα για τα εξωτερικά θέματα και μία κοινή πολιτική των κομμάτων και των πολιτικών ομάδων για τα εσωτερικά θέματα, με δεδομένο ότι για 44 χρόνια δεν οδηγηθήκαμε σε λύση.

Επιδιώκουμε κάτι ανέφικτο και αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε, και όλοι μαζί να βρούμε τη λύση και την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουμε, τόσο για τα εξωτερικά όσο και για τα εσωτερικά ζητήματα. Αν συνεχίσουμε έτσι, η ποινή μας είναι δεδομένη. Είτε λύση τουρκικών προδιαγραφών είτε μη λύση. Δεν είναι θέμα ποιος ασκεί την Προεδρία, αλλά τι πολιτική εφαρμόζουμε και ποιο στόχο επιδιώκουμε».

Με τον φακό της νέας γενιάς

ΤΡΕΙΣ ΝΕΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ, ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ, ΚΑΤΑΘΕΤΟΥΝ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΤΟΥΣ


Σκέψεις και προβληματισμό ως προς το τι μέλλει γενέσθαι πυροδότησαν τα λεχθέντα κατά τη διάσκεψη Τύπου και στις τάξεις των νέων. Επί τούτων, μιλούν στη «Σ» ο ο Ειδικός Επιστήμονας του Τμήματος Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και Διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών «Προμηθέας», Γιάννος Κατσουρίδης, ο μεταπτυχιακός φοιτητής Κοινωνικής και Ιστορικής Ανθρωπολογίας Γιώργος Τάττης και ο πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Παναγιώτου.

Σύγχυση ως προς τις στοχεύσεις

Σε εικόνα σύγχυσης και ανάγκη ξεκαθαρίσματος αναφέρεται ο Γ. Κατσουρίδης, εκφράζοντας ταυτόχρονα απαισιοδοξία ως προς τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. «Η σημερινή συγκυρία του κυπριακού προβλήματος αναδεικνύει όλα τα διαχρονικά ζητήματα που το διέπουν», λέει στη «Σ» αναφερόμενος στις «βασικές αλήθειες», όπως τις ονομάζει, όπως για παράδειγμα ο ρόλος της Τουρκίας και των Δυτικών δυνάμεων, αλλά και «στις παθογένειες του πολιτικού μας οικοδομήματος (π.χ., η αδυναμία να κατανοήσουμε τη δισυπόστατη φύση του Κυπριακού), τις δυσκολίες της προώθησης μιας λύσης ακόμα και όπως αυτή καταγράφηκε σε αμέτρητα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στις ψευδαισθήσεις (π.χ., επιστροφή στο ενιαίο κράτος)».

Η σημερινή εικόνα, συνεχίζει, «αναδεικνύει, επίσης, το γεγονός ότι πιθανόν να είμαστε ενώπιον ουσιαστικών αλλαγών ως προς το πλαίσιο λύσης. Το αύριο μπορεί να μην είναι όπως το σήμερα. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ως κοινότητα δεν έχουμε τα ίδια σημεία αναφοράς μεταξύ μας ως προς το περιεχόμενο της λύσης. Ούτε καν στην επικεφαλίδα της λύσης. Μας είναι δύσκολο, επίσης, να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτόν τον τόπο. Ότι θα μοιραστούμε πράγματα και θεσμούς με την άλλη κοινότητα».

Συμπληρώνει, δε, ότι «το πλαίσιο Γκουτέρες ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως και αντιφατικώς. Ο ίδιος ο ΟΗΕ είναι απρόθυμος να εμπλακεί περαιτέρω, αν και αποτελεί ευθύνη του να μεριμνά για την υλοποίηση των δικών του αποφάσεων. Η πρόσφατη εξαγγελία του Προέδρου για χαλαρή ομοσπονδία περιέπλεξε περαιτέρω το σκηνικό, με αποτέλεσμα η εσωτερική πολιτική σκηνή να θυμίζει την χομπσιανή κατάσταση πόλεμος όλων εναντίων όλων, τουλάχιστον όσον αφορά τις πολύ ενεργές ακτιβιστικές μειοψηφίες, αλλά όχι κατ’ ανάγκην τη μάζα. Η τελευταία, αν και έχει θέσεις, φαίνεται να κουράζεται και να είναι αδιάφορη. Το μείγμα που προκύπτει από τα παραπάνω δημιουργεί σύγχυση ως προς τις στοχεύσεις της πλευράς μας και κάνει τις προοπτικές επίλυσης να φαντάζουν απαισιόδοξες. Η πρωταρχική ευθύνη για το ξεκαθάρισμα ανήκει εκ των πραγμάτων στην κυβέρνηση. Να ξεκαθαρίσει τι θέλει και να το επικοινωνήσει προς όλες τις κατευθύνσεις. Από ό,τι φαίνεται, όμως, απαιτείται επιβεβαίωση και των αυτονόητων».

Επαίσχυντες οι νέες προτάσεις

Το Κυπριακό δεν οδηγείται τώρα σε αδιέξοδο, σημειώνει ο Γ. Τάττης, αναφερόμενος σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τις τελευταίες επαίσχυντες προτάσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και τους κεκαλυμμένους επικοινωνιακούς όρους που σηματοδοτούν παραίτηση και παράδοση, περί ‘νέων ιδεών’ και ‘χαλαρής ομοσπονδίας’». Μία σύντομη περιδιάβαση για τις αντιδράσεις στον τουρκοκυπριακό Τύπο, εξηγεί στη συνέχεια, «μπορεί να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές. Υπάρχει μία διαφοροποίηση στην ερμηνεία. Εμείς το βλέπουμε ως ένα βήμα πίσω, ενώ οι Τ/κ το βλέπουν ως μία προσπάθεια να περιοριστεί η ολοκληρωτική πολιτική ισότητα που έχει συμφωνηθεί. Τα αντικειμενικά δεδομένα, όμως, δεικνύουν το αντίθετο. Όλη η νέα επιχειρηματολογία προέκυψε -όπως παραδέχθηκε και ο Πρόεδρος- από τις πιέσεις του Τσαβούσογλου. Παράλληλα, από ΔΔΟ με ισχυρή κεντρική εξουσία, πάμε σε "χαλαρή ομοσπονδία" με περαιτέρω "αποκέντρωση εξουσιών". Αυτά επιδέχονται μόνο αντικειμενική ανάλυση, όντας νομικοί όροι. Μία προσεκτική ανάλυση στη ρητορική του Προέδρου, μπορεί να αναδείξει και τη μετατόπιση των βασικών του θέσεων».

Συνεπώς, υπογραμμίζει, «όλες αυτές οι παραχωρήσεις δεν αποτελούν δική μας υποκειμενική φαντασίωση. Αποτελούν αντικειμενικές παραδοχές. Ένα πρόβλημα που σχετίζεται με την καθολική συλλογική μας ύπαρξη, δεν μπορεί να επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες. Χρειάζεται συγκεκριμένη στρατηγική».

Τέλος, θυμίζει ότι «πριν από μια εβδομάδα, το τουρκικό κράτος επιτέθηκε ξανά στις περιοχές της Β. Συρίας. Καταγγέλθηκε από τους αμυνόμενους ως μια προσπάθεια ενίσχυσης του ΙΚ. Όλα αυτά όμως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, τόσο στους ενεργειακούς σχεδιασμούς μας όσο και στο τι θεωρείται ευκταίο και εφικτό». Και καταλήγει με τα ερωτήματα: «Είναι εφικτή μία λύση τουρκικών προδιαγραφών; Είναι βιώσιμη μία λύση χωρίς ισχυρές κεντρικές δομές εξουσίας; Είναι ορθή μία στρατηγική που εντάσσει τον ενεργειακό μας σχεδιασμό στη λύση, πριν από τη λύση; Και τι σηματοδοτεί λύση, αν όχι η αποχώρηση στρατευμάτων και η άρση των εγγυήσεων;».

Αδόκιμη η έννοια της «αποκεντρωμένης»

«Η ομοσπονδιακή λύση μπορεί να καταστήσει την επανενωμένη Κύπρο μια σύγχρονη, ασφαλή και ευημερούσα χώρα», αναφέρει στη «Σ» ο Γ. Παναγιώτου και εξηγεί ότι, «η σημερινή κατάσταση που επιβάλλεται από το status quo της εισβολής και της κατοχής ως επίπλαστη κανονικότητα, εμποδίζει τη χώρα να πετύχει τους αναπτυξιακούς στόχους και να διαδραματίσει τον στρατηγικό ρόλο ενός μεγαλύτερου και καλύτερου επανενωμένου κράτους».

Οι προκλήσεις και οι δυσκολίες για την επίλυση του Κυπριακού, όπως λέει, «είναι πολλές και σύνθετες, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Όμως, η λαϊκή εντολή προς την πολιτική ηγεσία έχει να κάνει με την αποτελεσματική διαχείριση και όχι με την κυνική αποδοχή των προκλήσεων και των δυσκολιών». Όσον αφορά την εισαγωγή της έννοιας της λεγόμενης «αποκεντρωμένης ομοσπονδίας», θεωρεί ότι «τόσο στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων όσο και στη δημόσια συζήτηση είναι αδόκιμη και προβληματική». Και εξηγεί: «Επειδή αφενός αποτελεί παλινδρόμηση έναντι διαχρονικών διαπραγματευτικών θέσεων περιορίζοντας τη διαπραγματευτική αξιοπιστία της πλευράς μας, και επειδή αφετέρου αποτελεί αμφισβήτηση έναντι της δυνατότητας συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων ενισχύοντας τις υφιστάμενες αρνητικές αντιλήψεις έναντι της λύσης του Κυπριακού».

Περαιτέρω, αναφέρει ότι «σε συνάρτηση με τις άλλες πτυχές του Κυπριακού, η λειτουργικότητα της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης μπορεί να διασφαλιστεί μέσα από τις κατάλληλες συνταγματικές και νομικές ρυθμίσεις για τη λήψη των αποφάσεων και για την επίλυση των διαφορών, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή εμπειρία και τις διεθνείς καλές πρακτικές». Καταλήγοντας, υπογραμμίζει πως «απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις για την πραγματική εφαρμογή των όποιων ρυθμίσεων εκατέρωθεν, είναι η συνέπεια στην υποστήριξη της ενότητας του επανενωμένου κράτους, η πίστη στην αξία της συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων και η ειλικρίνεια στην επιδίωξη αμοιβαία επωφελών επιτευγμάτων. Και όταν αυτές οι πολιτικές προϋποθέσεις απουσιάζουν, προκύπτει η αναζήτηση άλλων επιλογών, που δεν συνεπάγονται συζήτηση για το περιεχόμενο της λύσης, αλλά συζήτηση για τη λειτουργικότητα της διχοτόμησης».