ΚΛΙΜΑ ΟΔΥΝΗΣ, ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΕ ΚΛΙΜΑ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΘΡΗΝΟΥ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΤΣΙΦΑ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΟΡΥΦΩΝΟΝΤΑΝ

Εκκωφαντικά ενοχλητική η «σιωπή» της ελληνικής Κυβέρνησης, με τον Αλέξη Τσίπρα να θέλει να αποφύγει την ένταση με τον Έντι Ράμα


Ξεπέρασε κάθε «κατανοητό» όριο προκλητικότητας η κυβέρνηση της Αλβανίας τη στιγμή που ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου αποχαιρετούσε έναν «ονειροπόλο» Έλληνα, έναν πατριώτη, η ζωή του οποίου για την αλβανική ηγεσία δεν είχε καμιά απολύτως αξία.

«Το κράτος μας δεν μάχεται ούτε με φέρετρα και ούτε με προβοκάτορες κηδειών. Εκείνος που ήρθε να προκαλέσει, μπήκε, ντρόπιασε τον εαυτό του και τη σημαία του και έφυγε. Μην ανησυχείτε, η Αλβανία δεν ντροπιάζεται από ορισμένους άξεστους, που ζουν σαν ύαινες και φωνάζουν σαν κοράκια». Αυτά ανέφερε ο Πρωθυπουργός της Αλβανίας, τονίζοντας, παράλληλα, αναφερόμενος στους δύο χιλιάδες Έλληνες που μετέβησαν στους Βουλιαράτες για να τιμήσουν τον νεκρό Κωνσταντίνο Κατσίφα, πως «οι άθλιοι βεβηλώνουν τον νεκρό που δήθεν σέβονται, και μειώνουν την αξιοπρέπεια της σημαίας του έθνους τους, που έδωσε πολλά στην ανθρωπότητα, ενός λαού που δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι ποτέ εχθρός μας, μιας χώρας όπου οι Αλβανοί βρήκαν στέγη, το ίδιο όπως βρήκαν στέγη οι Έλληνες σε μας. Η χώρα τους, όπως κάθε άλλη χώρα, έχει την ατυχία να έχει τους δικούς της χοίρους και γαϊδούρια».

Τη στιγμή που ο θρήνος των Ελλήνων κορυφωνόταν και η τελευταία πράξη του βίου του Κωνσταντίνου της Βορείου Ηπείρου ήταν σε πλήρη εξέλιξη, η αλβανική προκλητικότητα κορυφωνόταν. Ο πρώην Πρόεδρος και Πρωθυπουργός της Αλβανίας, Σαλί Μπερίσα, βάφτισε -κατά τη συνήθη πρακτική ορισμένων τελευταία- όλους τους Έλληνες που μετέβησαν στη Βόρειο Ήπειρο για την κηδεία του Κατσίφα «εξτρεμιστές». Χαρακτηριστικά ανέφερε πως «ομάδες Ελλήνων εξτρεμιστών, πρωτόγονων αντι-αλβανών εξτρεμιστών, μπαίνουν στο έδαφος της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Είναι ‘θαμμένοι’ με πανό ρατσιστικά, αντι-αλβανικά, βορειο-ηπειρωτικά του εξτρεμιστή Κατσίφα, που σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυρών με την αλβανική αστυνομία».

Παράλληλα, η Αλβανία κήρυξε ως ανεπιθύμητους 52 Έλληνες που μετέβησαν στην κηδεία, επειδή μιλώντας δημόσια κατήγγειλαν τις παράνομες πρακτικές αφανισμού της ελληνικής μειονότητας. Οι 52 δεν θα μπορούν να ξαναμπούν σε αλβανικό έδαφος για συγκεκριμένη περίοδο που προβλέπεται από το αλβανικό Σύνταγμα.

Επτασφράγιστα χείλη στο Μαξίμου

Η ελληνική Κυβέρνηση, όμως, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τις θέσεις που με πάθος υπερασπιζόταν ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, όφειλε να μην περιοριστεί σε μια ανακοίνωση ανήμερα την δολοφονία και να μην κλείσει τα μάτια στο έγκλημα εναντίον του Έλληνα ομογενούς, αλλά ούτε και στην αλβανική προκλητικότητα, που χωρίς κανένα σεβασμό ανακήρυξε ως «εξτρεμιστές» τους χιλιάδες ανθρώπους που θέλησαν να τιμήσουν τον νεκρό. Όλους αυτούς, που, παρά τα εμπόδια που συνάντησαν καθ' οδόν για τους Βουλιαράτες, απάντησαν -όχι με βία, όπως εκ προοιμίου τούς κατηγορούσαν κάποιοι ότι θα έκαναν- ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο και κρατώντας στα χέρια τους το φέρετρο όπου βρισκόταν ο Κατσίφας, σκεπασμένος με την ελληνική σημαία.

Τότε, μόνο, τοποθετήθηκε για πρώτη φορά και ο Έλληνα Πρωθυπουργός, λέγοντας πως ναι μεν κατανοεί «το πένθος της οικογένειας, τη χαροκαμένη μάνα», κατανοεί και δικαιολογεί την πικρία και τον θυμό, αλλά «αυτό το πολύ δυσάρεστο συμβάν, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να αλλάξουμε στρατηγική στο να έρθουμε κοντά με τη γειτονική χώρα»…

Το ιστορικό ενός «ανοιχτού ζητήματος»

Το βορειοηπειρωτικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό, καθώς η συνοριακή γραμμή Ελλάδος - Αλβανίας υφίσταται μόνο de facto και όχι de jure.
Η Αλβανία συγκροτήθηκε ως Κράτος με τη Συνθήκη του Λονδίνου τον Μάιο του 1913 και τα σύνορά της καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17 Δεκεμβρίου 1913. Οι τότε μεγάλες δυνάμεις -ΗΠΑ, Αγγλία, Γερμανία, Ρωσία, Γαλλία και Αυστροουγγαρία- συμπεριέλαβαν στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος και το κομμάτι της Βορείου Ηπείρου, το οποίο είχε απελευθερώσει ο ελληνικός στρατός στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι ζούσαν -όπως και σήμερα- με το όνειρο της ένωσης με την Ελλάδα, επαναστάτησαν και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους, στις 17 Φεβρουαρίου 1914.

Ακολούθησε η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, στις 17 Μαΐου, του ίδιου έτους, με το οποίο καθιερώθηκε επίσημα ως «Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός» ο Ελληνισμός της περιοχής και η Αυτόνομη Πολιτεία αναγνωριζόταν ως «Βόρειος Ήπειρος». Παραχωρείτο, δε, πλήρες καθεστώς αυτονομίας, δηλαδή διοικητικής, δικαστικής, εκπαιδευτικής και θρησκευτικής. Η Αλβανία δεν εφάρμοσε αυτήν τη συμφωνία, την οποία είχαν εγγυηθεί με υπογραφές έξι μεγάλες δυνάμεις.

Το 1946, στην Κοινωνία των Εθνών (σήμερα Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης), τέθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα προς επίλυση, μαζί με το αυστριακό και το γερμανικό πρόβλημα. Το αυστριακό ζήτημα λύθηκε το 1955, με την πλήρη ανεξαρτησία και μόνιμη ουδετερότητα της Αυστρίας, το δε γερμανικό ζήτημα λύθηκε το 1991, με την ένωση των δυο Γερμανιών και παραμένει σε εκκρεμότητα μόνο το βορειοηπειρωτικό ζήτημα.

Όσο όμως το ζήτημα μένει σε εκκρεμότητα, τόσο η σημερινή κυβέρνηση, στ' αχνάρια του Ενβέρ Χότζα, συνεχίζει το έργο του αφανισμού της ελληνικής μειονότητας, τα ανθρώπινα δικαιώματα της οποίας δεν στηρίζει καν ο νομικός της προστάτης, που δεν είναι άλλος από την Ελλάδα. Στην Αλβανία έχει απαγορευτεί ακόμη και η χρήση του όρου «Βόρειος Ήπειρος».

Το πραγματικό παράπονο των Βορειοηπειρωτών

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα, στην ολότητά του, εντοπίζεται στην επίσημη στάση του ελληνικού κράτους, ανεξάρτητα από τις προσωπικές πεποιθήσεις ενός εκάστου. Την ώρα που η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου καταγγέλλει την αλβανική προπαγάνδα και το «σκέπασμα» της δολοφονίας του Κατσίφα, η ελληνική Κυβέρνηση στρέφεται εναντίον εκείνων που είναι υποχρεωμένη -και από τις διεθνείς συνθήκες- να υπερασπίζεται.

Η σιωπή του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να μεταφραστεί σε ανοχή και η ανοχή σε αποδοχή των εγκλημάτων που διαπράττονται εναντίον της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου, κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου και των συνθηκών που έχουν υπογραφεί από τις δύο πλευρές. Χαρακτηριστικές επί τούτου ήταν και οι δηλώσεις του στελέχους του κυβερνώντος κόμματος και πρώην Υπουργού Παιδείας, Νίκου Φίλη, ο οποίος αποκάλεσε τον Κωνσταντίνο Κατσίφα «αυτόκλητο σωτήρα» της Νότιας Αλβανίας.

Και, όμως, το ζήτημα που θα έπρεπε να φέρει σε δύσκολη θέση την ελληνική Κυβέρνηση, δεν είναι η δολοφονία αυτή καθαυτή, αλλά η κραυγή απόγνωσης που ακούστηκε από την ελληνική μειονότητα την ώρα που ο Κατσίφας έπεφτε νεκρός. Γιατί πολύ απλά, η ζωή ενός ακραίου, ενός δεξιού, ενός αριστερού, ενός εθνιστή, ενός εθνικιστή, ενός πατριώτη ή ενός υπερμάχου της παγκοσμιοποίησης, δεν αξίζει περισσότερο ή λιγότερο. Αξίζει το ίδιο. Και το ζήτημα πλέον δεν είναι η συμφωνία ή διαφωνία με τις πολιτικές πεποιθήσεις του ενός, αλλά η δολοφονία ενός ανθρώπου και η κραυγή απόγνωσης των χιλιάδων άλλων. Μια κραυγή που ακούστηκε χάρη σε μια δολοφονία.

Το καθεστώς της επιβολής βίας από τον ισχυρότερο στον λιγότερο ισχυρό, η περιφρόνηση των δικαιωμάτων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτά. Και οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου μοιάζουν να είναι σχεδόν πάντα εγκαταλελειμμένοι από το ελληνικό κράτος, που, σύμφωνα με τις συνθήκες που έχει υπογράψει, οφείλει να τους υπερασπίζεται. Αντίθετα, η ελληνική Κυβέρνηση, αρνήθηκε ακόμη και να συναντηθεί με τα 50 ελληνικά σωματεία της Βορείου Ηπείρου.