Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ, ΛΟΙΠΟΝ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΝΟΥN ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΩΡΑ, ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ, ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΝΑ ΟΔΗΓΗΘΕΙ ΣΕ ΛΥΣΗ, ΠΟΥ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ. OΤΙ, ΑΚΟΜΑ, ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΤΗ ΛΥΣΗ, ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ ΘΕΤΙΚΟ. ΤΟ ΤΙ ΛΥΣΗ ΘΕΛΕΙ, ΟΜΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ

Η λογική βάση των επιδιώξεων των ΗΠΑ στο Κυπριακό ήταν και πριν και μετά το 1974 η μετατροπή της Κύπρου σε δική τους Bάση, είτε απ’ ευθείας, είτε μέσω ΝΑΤΟ. Και όταν λέω Bάση, εννοώ ότι μέχρι το 1974 μάς ήθελαν απλώς ως αβύθιστο αεροπλανοφόρο. Μετά το 1974, με το Bάση, εννοώ ότι θέλουν την Κύπρο ως στρατιωτική, κατασκοπευτική, οικονομική και, βέβαια, ενεργειακή Bάση


Απ' αφορμή την αποκάλυψη για τη λειτουργία αμερικανικής «Bάσης» εντός Bάσης στο «βρετανικό» έδαφος στο Ακρωτήρι, ήλθε και πάλι στην επιφάνεια το μέγα ζήτημα της σχέσης Κυπριακής Δημοκρατίας και ΗΠΑ. Όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή «Bάση εντός Bάσης», είμαι σίγουρος ότι, όσο το ψάχνουμε, τόσο πιο πίσω θα πηγαίνουμε. Και θα ανακαλύψουμε ότι εδώ και δεκαετίες το Ηνωμένο Βασίλειο πωλεί το «κυρίαρχο βρετανικό έδαφος των Bάσεων», τη δική μας γη, δηλαδή, στους Αμερικανούς έναντι ανταλλαγμάτων.

Το μείζον, όμως, ζήτημα που εγείρεται είναι η σχέση μας με τις ΗΠΑ και εν γένει αυτό που αποκαλείται Δύση. Στις 7/4/2018 έγραφα στη Σημερινή: «Ακόμη και με γυμνό μάτι, όπως λένε, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Κύπρος μεθοδευμένα έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες και προσδοκίες της στη Δύση. Στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση συγκριμένα, κατά κύριο λόγο, στο Ισραήλ δευτερευόντως και, κατά τρίτο λόγο, ξεχωριστά σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, π.χ. Γερμανία και Γαλλία. Το γήπεδο, βέβαια, στα θέματα που μας αφορούν συνεχίζει να το χαράζει το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τούτου λεχθέντος, ότι δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο παράγοντας που σε μεγάλο βαθμό ακόμα σχεδιάζει τα παίγνια στο Κυπριακό, κάτω, βέβαια, από την ομπρέλα του Μεγάλου Αδελφού, ας δούμε τον ίδιο τον Μεγάλο Αδελφό πού στέκει. Οι ΗΠΑ, την εποχή του προγενέστερου ψυχρού πολέμου, είχαν για δεκαετίες υιοθετήσει την πολιτική της διπλής ένωσης, άρα ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου, που μας οδήγησε στο πραξικόπημα και την εισβολή - κατοχή, άρα την ντε-φάκτο διχοτόμηση.

Μετά το 1974 στήριξαν μια γραμμή λύσης χαλαρής Ομοσπονδίας. Αυτήν τη στιγμή, κατά τη γνώμη μου, δεν τις ενοχλεί και λύση πολύ χαλαρής ομοσπονδιακής έως συνομοσπονδιακής μορφής. Ιδιαίτερα μετά και την αποτυχία των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά. Ο Μεγάλος Αδελφός, λοιπόν, έχοντας κατά νουν ότι τα δικά του συμφέροντα στην περιοχή, δεκαετίες τώρα, εξυπηρετούνται από τους «ανθρώπους» του στην Ανατολική Μεσόγειο, Ισραήλ και Τουρκία, θα ήθελε το Κυπριακό να οδηγηθεί σε λύση, που να ενισχύσει τους δικούς του σχεδιασμούς στην περιοχή. Ότι, ακόμα, επιθυμεί τη λύση, είναι για μας θετικό. Το τι λύση θέλει, όμως, είναι το αντίθετο. Λύση που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όλοι… ικανοποιημένοι

Φρονώ ότι επιθυμούν η λύση να βολέψει επίσης και να προαγάγει και τις σχέσεις τών ως πρόσφατα ιπποτών τους στην περιοχή. Δηλαδή, Ισραήλ και Τουρκίας. Άρα, η Τουρκία θα πρέπει να αισθάνεται άνετα με τη λύση που θα δοθεί, το Ισραήλ να νιώθει ασφαλές και ενισχυμένο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμμαχος των ΗΠΑ, ικανοποιημένη, κυρίως λόγω της ρύθμισης που θα δοθεί στα θέματα του Φυσικού Αερίου, και η Ρωσία να κρατηθεί σε απόσταση. Σ' αυτό το πλαίσιο, που σίγουρα συμπληρώνεται και από τα ενδιαφέροντα και συμφέροντα άλλων παραγόντων της περιοχής, Ελλάδας και Αιγύπτου, για παράδειγμα, αφήνονται λίγα περιθώρια για μας τους Κυπρίους και τα συμφέροντα επιβίωσής μας.

Η λογική βάση των επιδιώξεων των ΗΠΑ στο Κυπριακό ήταν και πριν και μετά το 1974 η μετατροπή της Κύπρου σε δική τους Βάση, είτε απ’ ευθείας, είτε μέσω ΝΑΤΟ. Και όταν λέω Βάση, εννοώ ότι μέχρι το 1974 μάς ήθελαν απλώς ως αβύθιστο αεροπλανοφόρο. Μετά το 1974, με το βάση, εννοώ ότι θέλουν την Κύπρο ως στρατιωτική, κατασκοπευτική, οικονομική και, βέβαια, ενεργειακή βάση. Κάποιος ίσως να έλεγε και τι το κακό, αφού, έτσι ή αλλιώς, ανήκουμε στη Δύση.

Θα μπορούσα κι εγώ να πω τι το κακό, παραγράφοντας και ξεχνώντας το παρελθόν και τον ρόλο τους στο 1974, υπό έναν όρο. Ότι η πλήρης ταύτιση μαζί τους θα είχε ως επακόλουθο την απαλλαγή της πατρίδας μας από την εισβολή - κατοχή και τις συνέπειές τους! Δεν βλέπω, όμως, αυτή να είναι η πρόθεσή τους.

Δυστυχώς. Γιατί το λέω; Στις 6/7/2018, έγραφα στη Σημερινή: «Σήμερα, στο έτος 2018, το Κυπριακό, έπειτα από μια πολύμηνη απραξία, αναμένεται να εισέλθει σε νέα κινητικότητα. Προς αυτόν τον σκοπό, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, διόρισε την Αμερικανίδα Τζέιν Λουτ ως ειδική του απεσταλμένη. Σε μια στιγμή που έπειτα από πολλές δεκαετίες έχει δημιουργηθεί μια νέα περιρρέουσα περί "διπλής" λύσης, αλλά όχι ένωσης. Λύση δύο κρατών.

Ατμόσφαιρα που όντως έχει βάση, από τη στιγμή που έχουν τοποθετηθεί υπέρ ενός τέτοιου ενδεχομένου Τούρκοι αξιωματούχοι, τόσο της κυβερνώσας κατάστασης όσο και της αντιπολίτευσης στην Τουρκία. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο στην Τουρκία που εμφανίζονται τέτοιες απόψεις. Αλλά και στην Ελλάδα και στην Κύπρο και στην ε/κ κοινότητα και στην τ/κ κοινότητα.

Μέσα σε ένα βαρύ κλίμα, για διάφορους λόγους, η επανέναρξη των συνομιλιών δεν φαντάζει τόσο απλή, αν ο στόχος, βέβαια, είναι η ουσία. Ένας ουσιαστικός και αποδοτικός διάλογος, ο οποίος θα οδηγήσει σε μια τελική λύση. Λύση λειτουργική και βιώσιμη και αμοιβαία αποδεκτή. Να είναι διασφαλισμένο ότι, τόσο οι δύο κοινότητες, όσο και οι τρεις εγγυήτριες εννοούν λύση πραγματικής ομοσπονδίας, όταν μιλούν για λύση. Ότι δεν μιλούν για Ομοσπονδία και εννοούν άλλα στο περιεχόμενο και άλλα στην πράξη. Συνομοσπονδία ή δύο χωριστά κράτη, που καλά θα έχουν κάποια σχέση».

Γιατί δεν τοποθετούνται;

Εφόσον λοιπόν το ζητούμενο είναι μια λύση πραγματικής Ομοσπονδίας, όπως άλλωστε προνοούν και τα ομόφωνα ψηφίσματα και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, που, χωρίς την έγκριση των πέντε μεγάλων, δεν υιοθετούνται, θα ήταν, ή όχι, φυσιολογικό οι ΗΠΑ να τοποθετούντο στο θέμα: Όπως, π.χ., κάθε τρεις και μία, ευτυχώς, τοποθετούνται στα θέματα της Κυπριακής ΑΟΖ, γιατί δεν τοποθετούνται και στο μέγα θέμα που δημιουργεί η τουρκική θέση για δύο κράτη; Γιατί, άραγε, η νέα Πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο, αντεξεταζόμενη στην αμερικανική Γερουσία, αρνήθηκε να υιοθετήσει τη θέση ότι το 1974 στην Κύπρο έγινε εισβολή και υπάρχει κατοχή;

Και το αρνήθηκε επίμονα, παρά τις πιέσεις Αμερικανών γερουσιαστών, φίλων της Κύπρου. Άρα, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι, αν εμείς θα ταυτιστούμε 100% με τις ΗΠΑ, αλλά αν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να μας βοηθήσουν, έστω στο ελάχιστο, ως αντάλλαγμα για τη δική μας πλήρη «υποταγή». Και το αντάλλαγμα που εμείς ζητούμε είναι εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ περί Κύπρου που έχουν υπερψηφίσει και οι ίδιες οι ΗΠΑ, και υλοποίηση της θέσης του Γ.Γ. του ΟΗΕ περί ενός φυσιολογικού/κανονικού κράτους.
Ιδού το ζήτημα.