Πόσο, όμως, διαφοροποιητικοί είναι όλοι αυτοί οι όροι; Αλλάζουν τη σχέση των σημαινόντων και των σημαινομένων του Κυπριακού; Μεταβάλλουν την εσώτερη λογική του; Αναδιαρθρώνουν τους αφετηριακούς συσχετισμούς που το συνθέτουν; Ή συνιστούν, απλώς, μια μοιραία «μετακύλιση» -επί τα χείρω ή άλλως πώς, ποιος ξέρει;- της ίδιας κυρίαρχης λογικής που έχει επιβάλει η τουρκική επικυριαρχία από το ’74 και εντεύθεν, τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο;

«Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος»… Οι πολίτες θα μπορούσαν να επικαλεστούν τον φημισμένο στίχο του Μιχάλη Κατσαρού, προκειμένου να αποτυπώσουν το «δράμα» της αμηχανίας τους μπροστά στα εσχάτως τεκταινόμενα στο Κυπριακό. Μέσα από τους φακούς της οποίας βλέπουν, γι’ άλλη μια φορά, τους ευφάνταστους «ρεαλισμούς» να συνθλίβονται μπροστά στη δύναμη του ανέφικτου, τις «ονειροθρεμμένες» ελπίδες να μετατρέπονται σε ανάλγητες Χίμαιρες, τις βαρυσήμαντες «αποφασιστικότητες» να γελοιοποιούνται μπροστά στα τείχη της αδήριτης ιστορικής λογικής.

Οι πολιτικοί και τα κόμματα, όμως; Κι αυτοί, ενδεχομένως, να διατελούν εν πλήρει συγχύσει, αλλ’ ασφαλώς όχι αθώοι. Μάλλον, ένοχοι μιας… οκνηρά κεκτημένης αστοχίας να αντιληφθούν, να προγραμματίσουν, να πράξουν. Να πουν, ευθαρσώς, και χωρίς περιστροφές, στον λαό, αυτό που γνώριζαν, εκτιμούσαν ή διέβλεπαν.

Γιατί, από τη μέρα της άδοξης λήξης της στο ελβετικό θέρετρο, η διαδικασία του Κραν Μοντανά είναι νεκρή, η περιβόητη «περίοδος περισυλλογής», που εξήγγειλε ο Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών, δεν ήταν ποτέ η προετοιμασία επιστροφής σ’ έναν φιλοπαίγμονα «απόδειπνο» λύσης, όπως εξέλαβε ή ήθελε να θεωρεί η ε/κ πλευρά, ενώ το περίφημο «κεκτημένο των συνομιλιών», που έγινε μαχητικό φλάμπουρο και παιάνας της πλευράς μας, υπερίπταται μόνον στους φαιδρούς οραματισμούς της πολιτικής Νεφελοκοκκυγίας μας.

Και, περισσότερο απ’ όλα, η περιλάλητη «βάση της διαπραγμάτευσης και της λύσης» έπαψε να βρίσκεται στη θέση της. Έχει, ανεπιστρεπτί, πια, μετατοπιστεί από τον σταθερό άξονα περιφοράς της, σπρώχνοντας, εκόντες άκοντες, τους όποιους χειρισμούς στο βάραθρο μιας αγχωτικής μετεώρισης…

Θα ήταν, λοιπόν, βραδύνοια ή εσκεμμένος εθελοτυφλισμός η μη ύπαρξη εναλλακτικού σχεδίου, τη στιγμή που όλα άρχιζαν να κινούνται αλλιώς μέσα στην ελώδη, ανησυχαστική στασιμότητά τους. Αλλά, φευ!

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτό το ομιχλώδες σκηνικό επιπολάζει ακόμη μεγαλύτερη θολούρα, αφού, καθώς παραπατούμε στους μαιάνδρους των αμφισημιών για το πραγματικό νόημα της λύσης ΔΔΟ, με το σωστό, το λανθασμένο ή το… σκέτο περιεχόμενο, προέκυψαν, εσχάτως, και οι εξίσου γριφώδεις όροι «χαλαρή ομοσπονδία», «αποκεντρωμένη ομοσπονδία», «συνομοσπονδία», ακόμη και ο όρος «δύο κράτη», μέσα στη γλωσσικώς πρόδηλη σαφήνειά του.

Νομικίστικες ακριτομυθίες

Με αποτέλεσμα, ενώ οι κινήσεις στη δίνη του πολιτικού παιγνίου να μοιάζουν ριψοκίνδυνες και αβέβαιες, εμείς αναλισκόμαστε σε μιαν άκρως βιαστική, νομικίστικη ακριτομυθία όρων και εννοιών, όχι εκεί που θα επέβαλλε η κρισιμότητα των περιστάσεων και των επιλογών, δηλαδή στο πεδίο μιας στέρεας συγκριτικής εννοιολογικής ανάλυσης και με φόντο το διαμορφούμενο πολιτικό συγκείμενο και την ιστορικότητα των αναφορών, αλλά στην αρένα των άγονων πολιτικο-κομματικών αντιπαραθέσεων, που επιτείνουν αντί να μειώνουν τη σύγχυση.

Πόσο, όμως, διαφοροποιητικοί είναι όλοι αυτοί οι όροι; Αλλάζουν τη σχέση των σημαινόντων και των σημαινομένων του Κυπριακού; Μεταβάλλουν την εσώτερη λογική του; Αναδιαρθρώνουν τους αφετηριακούς συσχετισμούς που το συνθέτουν; Ή συνιστούν, απλώς, μια μοιραία «μετακύλιση» -επί τα χείρω ή άλλως πώς, ποιος ξέρει;- της ίδιας κυρίαρχης λογικής που έχει επιβάλει η τουρκική επικυριαρχία από το ’74 και εντεύθεν, τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο, και η οποία διαπερνά όλες τις «συμφωνίες», τις υποχωρήσεις, τις «συγκλίσεις» και τους συμβιβασμούς στους οποίους έχει προβεί, έκτοτε, η πλευρά μας, στοχεύοντας, διά της μονίμου και ανυπέρβλητης διαιρέσεως, σε μια παράδοξη «επανένωση»;

Ίσως, θα είχε νόημα να σταθμίσουμε όλους αυτούς του όρους και το εννοιολογικό τους περιεχόμενο μόνο στη βάση του απροϋπόθετου αξιώματος, ότι απώτερη επιδίωξη της Τουρκίας είναι η ολοκληρωτική κατάληψη της Κύπρου και, έως τότε, η υπαγωγή της στον πλήρη γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό της έλεγχο, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για γεωπολιτική ηγεμονία σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Εν άλλοις λόγοις, ποια η σημασία του ενός ή του άλλου όρου, όταν η βάση εκ της οποίας εκκινούν και επί της οποίας ερείδονται είναι αμετάστρεπτα διαιρετική, αλλά και επιτρέπει στην Άγκυρα ν’ ασκεί τον επιζητούμενο γεωπολιτικό έλεγχο; Μόνο, λοιπόν, σε συσχετισμό με την υπέρτατη τουρκική επιδίωξη θα μπορούσε να φωτιστεί, per se, το σημασιολογικό τους περιεχόμενο, έστω κι αν αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας θα ήταν o οδυνηρός ισολογισμός των διαβαθμίσεων της τουρκικής επικυριαρχίας.

Συνεπακόλουθα, εκείνο που θα ήταν πρωτευούσης σημασίας αυτήν τη στιγμή να γίνει, θα ήταν η επικέντρωση στην ανάλυση του περιεχομένου των εννοιών και όχι η άγονη απόδυση σε μια ταμπελομαχία για τις λέξεις. Τοσούτω μάλλον, όταν η έννοια της ομοσπονδίας είναι εξόχως ρευστή και θα πρέπει, όπως επισημαίνει ο νομικός, Γιώργος Κολοκασίδης, «να επικεντρωθεί κάποιος στην αυστηρή ανάλυση του περιεχομένου» και όχι σε μια «σεβάσμια», και, ως εκ τούτου, άκριτη αποδοχή του όρου (την οποία ήδη διενεργούν ορισμένοι). Στην προκειμένη περίπτωση, θα έπρεπε κάποιος να αναλύσει το περιεχόμενο της προτεινόμενης ομοσπονδίας -με οιοδήποτε πρόσημο-, εν σχέσει προς την πρακτική του επίδραση στη λειτουργικότητα του πολιτειακού μορφώματος, που θα επέλθει ως αποτέλεσμα.

Και είναι προφανές ότι ένα εξόχως φυγόκεντρο και εξισωτικό πολιτειακό σύστημα, όπως αυτό που προτείνεται στην περίπτωση της Κύπρου, θα ήταν εξαιρετικά ευάλωτο ως προς τη λειτουργική του διάσταση.

Επιπρόσθετα, κάθε τέτοιου είδους ανάλυση θα πρέπει εκκινεί από την επίγνωση ότι κάθε ομοσπονδιακό σύστημα συναρτάται προς τις δυνάμεις και τις σχέσεις ισχύος που επιδρούν επί του ιδίου, κατά τρόπο αναπόδραστο, αφού «αυτές είναι, εν τη δράσει τους, που καθορίζουν τη λειτουργία ενός θεωρητικού κατασκευάσματος, όπως είναι ένα ομοσπονδιακό σύνταγμα».

Ως προς τούτο, η ιστορία του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα, υπενθυμίζει ο Γ. Κολοκασίδης, αφού «το ομοσπονδιακό σύστημα των ΗΠΑ διαμορφώθηκε υπό το γεγονός της νίκης των κεντρομόλων και όχι των κεντρόφυγων δυνάμεων της χώρας, άρα προσέλαβε και την προσίδια δομή». Ό,τι αποδεικνύεται και στο Κυπριακό…