ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΗΦΘΟΥΝ ΣΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΜΕΝΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΓΚΡΙΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΗΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΔΙΕΘΝΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥ

Αφού, λοιπόν, επικαλούμαστε το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο στη λύση του Κυπριακού, ας παύσουμε να περιλαμβάνουμε την ασφάλεια στη διεθνή πτυχή, παρέχοντας, έτσι, το δικαίωμα στην Τουρκία να έχει λόγο για τα θέματα ασφάλειας της Κύπρου, κάτι που ήταν πάγια επιδίωξή της από την εποχή του Νιχάτ Ερίμ


Mε αφορμή τις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, η κυπριακή και ελληνική αντιπροσωπία επιδόθηκαν την εβδομάδα που πέρασε, στη Νέα Υόρκη, σε έναν μαραθώνιο διαβουλεύσεων με όλους τους εμπλεκομένους στο Κυπριακό, σε μια προσπάθεια διερεύνησης των δυνατοτήτων επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για λύση του προβλήματος. Επίκεντρο των διεργασιών αυτών ήταν, όπως είναι φυσικό, η διεθνής πτυχή του προβλήματος, η οποία, όπως εδώ και δεκαετίες διακηρύσσεται, περιλαμβάνει τα ζητήματα εγγυήσεων και ασφάλειας.

Είναι όμως η ασφάλεια της επανενωμένης Κύπρου ζήτημα που ανήκει στη διεθνή πτυχή ή μήπως από αφέλεια ή άγνοια του διεθνούς δικαίου αφήνουμε το ζήτημα αυτό να συζητείται από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και ενδεχομένως και από άλλους ενδιαφερομένους χωρίς να έχουν καμιά αρμοδιότητα;

Διεθνές δίκαιο και ασφάλεια

Και, όμως, σύμφωνα πάντοτε με το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, αλλά και το άρθρο 4 της Σύμβασης της Λισσαβώνας, η ευθύνη για την ασφάλεια των κρατών ανήκει αποκλειστικά στα ίδια τα κράτη. Τα κράτη έχουν το δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας και στο πλαίσιο αυτού του δικαιώματος αποφασίζουν για τα ζητήματα της δικής τους άμυνας και ασφάλειας.

Και επειδή, όπως είναι γνωστόν, ο Καταστατικός Χάρτης υπερισχύει τόσο του εσωτερικού δικαίου όσο και κάθε άλλης διεθνούς σύμβασης, είναι φανερόν ότι, και αν ακόμα, καθ’ υπέρβασιν, συμπεριληφθεί στη συμφωνία λύσης του Κυπριακού οποιαδήποτε πρόνοια που να αναφέρεται σε ζητήματα ασφάλειας, αυτή θα είναι εξ υπαρχής άκυρη και μπορεί το κράτος να την αγνοήσει όποτε το θελήσει.

Στη συνθήκη του Πότσδαμ (Αυγ. 1945), οι τρεις νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποφάσισαν την αποστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας, για ευνόητους λόγους. Με την ίδρυση του ΟΗΕ, η Γερμανία, κάνοντας χρήση του δικαιώματος τής αυτοάμυνας, άρχισε να επανεξοπλίζεται και σήμερα είναι μια από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης χωρίς καμιάν αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Το ίδιο συνέβη και με την Ελλάδα, αναφορικά με τον εξοπλισμό των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) και τη Συνθήκη των Παρισίων (1947), η Ελλάδα υποχρεούτο να τηρεί αποστρατιωτικοποιημένα τα πιο πάνω νησιά. Μετά, όμως, την ίδρυση της στρατιάς του Αιγαίου από την Τουρκία και τον προσανατολισμό της στα δυτικά παράλια έναντι των ελληνικών νησιών, η Ελλάδα, κάνοντας χρήση του δικαιώματος τής αυτοάμυνας, εξόπλισε τόσο τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όσο και τα Δωδεκάνησα, με μόνη χώρα να αντιδρά την Τουρκία.

Θα πρέπει επιπλέον να λάβουμε υπόψη και τις ασφαλιστικές δικλίδες που θέσπισε ο ΟΗΕ, έτσι ώστε όλες οι διεθνείς συμβάσεις να συνάδουν με το διεθνές δίκαιο. Προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 104 του Καταστατικού Χάρτη, προκειμένου οι διεθνείς συμβάσεις να αποκτήσουν νομιμότητα και ισχύ, θα πρέπει να αποστέλλονται στη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ για έλεγχο και έγκριση από τη νομική υπηρεσία του Οργανισμού. Στην περίπτωση, επομένως, που περιληφθούν στη συμφωνία λύσης του Κυπριακού πρόνοιες αναφορικά με την ασφάλεια της επανενωμένης Κύπρου, αυτή δεν θα εγκριθεί από τον ΟΗΕ και δεν θα αποκτήσει διεθνή νομιμότητα και ισχύ.

Διεθνής πτυχή του Κυπριακού

Ύστερα από τα πιο πάνω αναφερθέντα, καθίσταται φανερόν ότι η διεθνής πτυχή του Κυπριακού περιλαμβάνει μόνο δύο ζητήματα. Την κατάργηση της συνθήκης εγγυήσεων και την αποχώρηση του κατοχικού στρατού. Ζητήματα στα οποία θα πρέπει να επικεντρωθούν η ελληνοκυπριακή και η ελληνική πλευρά και να αφήσουν τα ζητήματα ασφάλειας να τα ρυθμίσει το κράτος που θα προκύψει από τη λύση, έτσι όπως καθορίζεται στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το νέο κράτος είναι εκείνο που θα αποφασίσει αν θα έχει Ένοπλες Δυνάμεις ή όχι, αν θα συνάψει συμμαχίες με άλλα γειτονικά κράτη, αν θα ενταχθεί σε συλλογικό σύστημα ασφάλειας, π.χ. ΝΑΤΟ, κ.λπ. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και με τη συγκρότηση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Στη συνθήκη εγκαθίδρυσης δεν περιλαμβάνεται ούτε μια λέξη για τα ζητήματα ασφάλειας της χώρας. Τα ζητήματα αυτά περιλαμβάνονται στο σύνταγμα της Δημοκρατίας και στη συνθήκη συμμαχίας, κείμενα που συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν μετά τη συγκρότηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, μέλη και οι τρεις του ΝΑΤΟ, θα μπορούσαν να περιλάβουν διάταξη στη συνθήκη εγκαθίδρυσης για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, κάτι που θα προσέδιδε σημαντικά πλεονεκτήματα στη συμμαχία διαρκούντος του ψυχρού πολέμου. Δεν το έπραξαν, γιατί αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και άφησαν την απόφαση στη διακριτική ευχέρεια της Κυβέρνησης της Κύπρου, κάτι βέβαια που δεν έγινε για άλλους λόγους.

Εθνική Φρουρά

Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο θα έχει επιπτώσεις η τυχόν συμπερίληψη της ασφάλειας στη διεθνή πτυχή του Κυπριακού, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, είναι το μέλλον της Εθνικής Φρουράς στην περίπτωση λύσης. Η Εθνική Φρουρά είναι ο νόμιμος στρατός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναγνωρισμένος τόσο από την Ε.Ε. όσο και από τις ΗΠΑ και όλους τους διεθνείς Οργανισμούς.

Δικαίωμα αναδιάρθρωσης ή και διάλυσης της ΕΦ έχει είτε η Κυπριακή Δημοκρατία πριν από τη λύση, είτε το νέο κράτος μετά τη λύση, αφού αυτό θα αποτελεί τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά συνέπειαν, καμιά διάταξη δεν πρέπει να υπάρχει στη συμφωνία λύσης αναφορικά με το μέλλον της Εθνικής Φρουράς και ούτε αυτό θα πρέπει να συσχετισθεί είτε με την αποχώρηση του κατοχικού στρατού είτε με τη διάλυση των δυνάμεων ασφαλείας του ψευδοκράτους.

Αφού, λοιπόν, επικαλούμαστε το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο στη λύση του Κυπριακού, ας παύσουμε να περιλαμβάνουμε την ασφάλεια στη διεθνή πτυχή, παρέχοντας, έτσι, το δικαίωμα στην Τουρκία να έχει λόγο για τα θέματα ασφάλειας της Κύπρου, κάτι που ήταν πάγια επιδίωξή της από την εποχή του Νιχάτ Ερίμ.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ
Αντιστράτηγος ε.α.