ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ-ΜΟΣΧΑΣ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ, ΜΕ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΜΕΙΖΟΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟ, ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑΣ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΜΟΣΧΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙ ΤΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ» ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Η θεωρία της Τρίτης Ρώμης βασίστηκε στο ιστορικά «πραγματολογικό» δεδομένο αφενός της παρακμής της Πρώτης Ρώμης (Αγία Έδρα) και αφετέρου της κατάληψης της Δεύτερης Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) από τους Οθωμανούς, γεγονός που, για τη Μόσχα, σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή σύνθεση του ορθόδοξου κόσμου, δημιουργούσε, ιστορικά, θέμα ηγεσίας των ορθοδόξων


Άλλο ένα επεισόδιο στη μακραίωνη αντιπαλότητα Οικουμενικού Πατριαρχείου και Μόσχας γράφτηκε στις 7 Σεπτεμβρίου, με την ενεργοποίηση, εκ μέρους της Κωνσταντινούπολης, της διαδικασίας ανακήρυξης του αυτοκεφάλου της Ουκρανικής Εκκλησίας. Γεγονός που προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Μόσχας, η οποία αποφάσισε τη διακοπή μνημόνευσης του Οικουμενικού Πατριάρχη, χωρίς, ωστόσο, να προβεί στην κατάργηση της κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κρίση η οποία, προφανώς, δεν είναι μόνον εκκλησιαστική, αλλά και πολιτική, η οποία επιχωριάζει στο σημερινό, ανταγωνιστικό ιστορικό συγκείμενο, τις σωρεύσεις ενός πολυδιάστατου αγώνα ισχύος, με βαθύτερες προεκτάσεις και συνεπαγωγές.

Η σημερινή κρίση στους κόλπους της Ορθοδοξίας, επισημαίνει στη «Σημερινή» της Κυριακής ο θεολόγος Θεόδωρος Κυριακού, μπορεί να αντικριστεί μέσα από τρεις βασικές παραμέτρους, με επίκεντρο την ιστορική πορεία των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών και το αδιαλείπτως μείζον και επικαιροποιούμενο, με διάφορους τρόπους, ζήτημα της Πρωτοκαθεδρίας, στο πλαίσιο του οποίου η Μόσχα αμφισβητεί το «πρωτείο» της Κωνσταντινούπολης.

Όπως εξηγεί, η αφετηρία της ενδο-ορθόδοξης διελκυστίνδας αρύεται στις αρχές του 16ου αι. με την έγερση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» εκ μέρους της Μόσχας. Η θεωρία της Τρίτης Ρώμης βασίστηκε στο ιστορικά «πραγματολογικό» δεδομένο αφενός της παρακμής της Πρώτης Ρώμης (Αγία Έδρα) και αφετέρου της κατάληψης της Δεύτερης Ρώμης (Κωνσταντινούπολης) από τους Οθωμανούς, γεγονός που, για τη Μόσχα, σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή σύνθεση του ορθόδοξου κόσμου, δημιουργούσε, ιστορικά, θέμα ηγεσίας των ορθοδόξων - ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και αυτή απέκτησε την αυτοκεφαλία της από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

«Αυτό είναι το ζήτημα της Πρωτοκαθεδρίας, το οποίο μέχρι και σήμερα επιμολύνει τις σχέσεις στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού η Μόσχα συνεχίζει να το διεκδικεί και να το εγείρει, με διάφορες αφορμές», επισημαίνει ο κ. Κυριακού, προσθέτοντας πως το Πατριαρχείο της Ρωσίας διατηρεί μητροπόλεις και εκτός των ορίων της εκκλησιαστικής αρμοδιότητάς του (π.χ. ΗΠΑ), πράγμα εντελώς αντικανονικό, αφού μόνον το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαθέτει τέτοια εξουσία.
Είναι χαρακτηριστικό, σημειώνει περαιτέρω, ότι η Μόσχα δεν συμμετέσχε στη Σύνοδο της Κρήτης (ακολουθούμενη σε αυτήν την ενέργεια μόνον από δύο Εκκλησίες, της Γεωργίας και της Βουλγαρίας), γιατί εκεί θα επιβεβαιωνόταν η Πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και «δεν θα ήθελε να ακολουθεί».

Πολιτική εργαλειοποίηση

Μια δεύτερη παράμετρος αφορά στην προσπάθεια του Κρεμλίνου να εργαλειοποιεί πολιτικά, διάφορα θρησκευτικά ζητήματα, στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής του στις διεθνείς σχέσεις.

Εν προκειμένω, σημειώνει ο κ. Κυριακού, «η Κυβέρνηση Πούτιν φαίνεται ότι χρησιμοποιεί το Πατριαρχείο της Μόσχας στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής της να διατηρεί ερείσματα πολιτικού ελέγχου σε χώρες και περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπου υπάρχει έντονη παρουσία του ορθόδοξου στοιχείου».

Είναι γνωστή, άλλωστε, συμπληρώνει, «η αντιπαράθεση Ρωσίας-Ουκρανίας και οι πολύπτυχες διαστάσεις της, με τις δύο χώρες να επιχειρούν, με κάθε τρόπο, να εξασφαλίσουν πλεονεκτήματα έναντι της άλλης» και, όπως διαφαίνεται, η θρησκεία, στο μέτρο που αποτελεί έναν σημαντικό ιστορικό θεσμό, με βαρύνουσα σημασία στη ζωή των ανθρώπινων συλλογικοτήτων, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ανάλογη προσπάθεια κατεβλήθη και από ουκρανικής πλευράς, αφού η απόδοση αυτοκεφαλίας στην Ουκρανική Εκκλησία θα ήταν ένα σοβαρότατο πλήγμα έναντι της Μόσχας, ενισχύοντας τη θέση του Κιέβου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδέχτηκε το αίτημα του Ολεξίοβιτς Ποροσένκο, Προέδρου της Ουκρανίας, για απόδοση αυτοκεφαλίας, με αποτέλεσμα την έντονη αντίδραση της Ρωσικής Εκκλησίας, η οποία απείλησε με σχίσμα, σε περίπτωση που το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια.
Και στην περίπτωση της Ουκρανίας, διευκρινίζει περαιτέρω ο κ. Κυριακού, υπάρχει ένα είδος συγκρουόμενης «δυαρχίας», με μια εκκλησιαστική Αρχή η οποία υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας και είναι η Κανονική, και το λεγόμενο «σχισματικό Πατριαρχείο του Κιέβου», το οποίο επιδιώκει την επίσημη αναγνώριση και αυτοκεφαλία του.

Απομακρυσμένο ένα πιθανό σχίσμα

Κληθείς να εκφράσει την εκτίμηση κατά πόσον η Ορθοδοξία βρίσκεται ενώπιον του ενδεχομένου ενός βαθέος ιστορικού σχίσματος, το οποίο θα διασαλεύσει την ενότητα και τη συνοχή της, δεδομένης και της δύναμης της Ρωσικής Εκκλησίας, ο κ. Κυριακού επισήμανε ότι το ενδεχόμενο σχίσματος υποβόσκει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ωστόσο, όπως ανέφερε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει αρκετά ισχυρό και ιδιαίτερα ενδυναμωμένο μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης, προσθέτοντας πως αν η Ρωσική Εκκλησία αποφασίσει να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, «αυτός θα είναι ένας δρόμος μοναχικός, αφού ελάχιστες εκκλησίες ενδεχομένως να την ακολουθήσουν. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος παραμένει αρκετά ισχυρός και διατηρεί την Πρωτοκαθεδρία, την οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να απολέσει», τόνισε.

Ερωτηθείς, εξάλλου, κατά πόσον μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις το γεγονός ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί την πολυπληθέστερη των Ορθοδόξων Εκκλησιών, επισήμανε ότι το σύστημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας λειτουργεί με βάση την αυτοκεφαλία και, ως εκ τούτου, η πληθυσμιακή «δύναμη» κάθε Εκκλησίας δεν διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο.

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει και τη σοφία και τη γνώση να διαχειρίζεται τέτοιες κρίσεις. Άλλωστε το έπραττε καθ’ όλη τη διαιώνια ιστορία του και φρονώ ότι θα το πράξει και τώρα», κατέληξε.