ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΕΔΡΑΙΩΘΗΚΕ ΠΛΕΟΝ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΟΤΙ, ΥΠΟ ΤΟΝ Κ. ΕΡΝΤΟΓΑΝ, Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «ΠΙΣΤΟΣ» ΣΥΜΜΑΧΟΣ, ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΟ: ΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΑΘΙΣΤΑΣ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ ΜΕ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ, ΕΙΤΕ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΣΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΑΡΜΑ. ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΤΩΝ ΔΥΟ
Το ότι η Τουρκία βρίσκεται σε μία περίοδο ρήξης με το παρελθόν της και μετάβασης σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων, τόσο ως προς τα εσωτερικά όσο και ως προς τα εξωτερικά ζητήματα, δεν χωρεί αμφιβολία. Ταυτόχρονα, διάγουμε μια περίοδο δραστικών μεταβολών και αναδιατάξεων στο ευρύτερο διεθνές σύστημα, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στις επιλογές κρατών με κεντρικό διεθνή ρόλο (pivotal states), όπως η Τουρκία. Επιλέξαμε τρία από τα πολλά «γήπεδα» στα οποία θα κληθεί να «παίξει» κατά το επερχόμενο χρονικό διάστημα η Άγκυρα, επιδιώκοντας να σκιαγραφήσουμε το πλαίσιο των επιλογών, αλλά και των περιορισμών που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει.
Το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων
Η διολίσθηση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων έχει μετατρέψει τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους σε αντιπάλους, σε μια σειρά από διμερή και περιφερειακά ζητήματα. Εν τούτοις, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας για τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο παράγοντας γεωγραφία, ο οποίος είναι σταθερός και αμετάβλητος, είναι αναμφίβολα καθοριστικός και οι στρατηγικές του προεκτάσεις παραμένουν αναλλοίωτες.
Εκείνο που μεταβάλλεται είναι ο πολιτικός προσανατολισμός της Τουρκίας και η απομάκρυνσή της από το «δυτικό στρατόπεδο». Από τη στιγμή που στην Ουάσιγκτον εδραιώθηκε πλέον η αντίληψη ότι, υπό τον κ. Ερντογάν, η Τουρκία δεν είναι «πιστός» σύμμαχος, οι επιλογές είναι δύο: είτε την εγκαταλείπεις και υποκαθιστάς τη χρησιμότητά της με άλλες χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά, είτε προσπαθείς να την επαναφέρεις στο δυτικό άρμα. Φαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν μια στρατηγική που αποτελεί συνδυασμό των δύο.
Από τη μια, επιδιώκουν την αναβάθμιση των σχέσεών τους με κράτη, όπως οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο στην αμερικανική στρατηγική ασφαλείας κατέχει πλέον το Ισραήλ. Θέση σε αυτό το νέο τόξο στρατηγικών συνεργασιών φαίνεται να διεκδικούν επίσης η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, κυρίως μέσω των τριμερών συνεργασιακών σχημάτων που έχουν αναπτύξει. Από την άλλην, οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Τουρκίας εντάσσονται στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καρότου και μαστιγίου από πλευράς Ουάσιγκτον, η οποία αποσκοπεί στο να επαναφέρει την Άγκυρα διά του πειθαναγκασμού σε ευθυγράμμιση με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Προς αυτήν την κατεύθυνση καταλυτική είναι και η πίεση την οποία δέχεται η τουρκική λίρα και η τουρκική οικονομία γενικότερα. Την ίδια στιγμή, όμως, υποβόσκει ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης των αντιδυτικών αισθημάτων στην Τουρκία, ο οποίος θα αποτελεί τροχοπέδη στην όποια μελλοντική προσπάθεια επαναφοράς των αμερικανοτουρκικών σχέσεων στην προτέρα κατάσταση.
Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης ρήξη με την Άγκυρα δεν είναι καθόλου εύκολη και ανώδυνη επιλογή για την Ουάσιγκτον, διότι σε περίπτωση μετουσίωσης της ρωσοτουρκικής προσέγγισης σε πλήρη στρατηγικό συνεταιρισμό, σε συνδυασμό με την άνοδο της κινεζικής επιρροής στην Αν. Μεσόγειο, θα προκαλείτο μια μείζων παγκόσμια ανακατανομή ισχύος με πολύ σοβαρές συνέπειες για τα αμερικανικά συμφέροντα. Επιπλέον, η διεθνής οικονομική αλληλεξάρτηση και οι μειωμένες αντοχές της τουρκικής οικονομίας περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια της Άγκυρας να πολιτεύεται ανεξαρτήτως του αμερικανικού παράγοντα. Κατά συνέπειαν, η επαναφορά είναι πολύ πιθανόν να συμβεί, εν τούτοις πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι ολική, όσο ο κ. Ερντογάν ηγείται της Τουρκίας, με τις πολιτικές που μέχρι τώρα υιοθετεί.
Ο περιφερειακός ρόλος της Τουρκίας
Στην εποχή του Ερντογάν και του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η Τουρκία επεδίωξε και επιδιώκει την αναβάθμιση του περιφερειακού της ρόλου στην ευρύτερη Μέση Ανατολή χρησιμοποιώντας τη «μαλακή ισχύ» (δηλαδή την επιρροή και την πειθώ) που μπορεί να ασκήσει επί των μουσουλμανικών πληθυσμών της περιοχής.
Ενώ ο αρχικός σχεδιασμός (με εμπνευστή τον πρώην Πρωθυπουργό, Καθηγητή Αχμέντ Νταβούτογλου) έθετε ως μέγιστο στόχο την περιφερειακή ηγεμονία μέσω μιας πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», μια σειρά από περιφερειακές εξελίξεις (κυρίως από το 2010 και εντεύθεν) κατέστησαν σαφή τα τρωτά σημεία της τουρκικής στοχοθεσίας.
Η έναρξη του εμφυλίου στη Συρία το 2011 δημιούργησε στους λήπτες αποφάσεων στην Άγκυρα την εντύπωση ότι θα μπορούσε η Τουρκία να επιδιώξει την άνοδο ενός καθεστώτος στη χώρα υπό την άμεση επιρροή της. Εν τούτοις, η ρωσική επέμβαση, πέραν της διάσωσης του καθεστώτος Άσαντ, έστειλε το μήνυμα ότι η κατανομή ισχύος στην περιοχή δεν καθορίζεται μόνο από τους αυστηρά περιφερειακούς παίχτες, αλλά (κυρίως) και από τις εξω-περιφερειακές μεγάλες δυνάμεις.
Επιπλέον, η έντονη δραστηριοποίηση του Ιράν και η άνοδος της περιφερειακής του επιρροής, ως επίσης και ο εξισορροπητικός συνασπισμός υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, κατέδειξαν ότι στην εν λόγω περιοχή δεν υπάρχει χώρος για έναν και μοναδικό ηγεμόνα. Η Μέση Ανατολή αποτελεί ένα σύστημα ισορροπίας δυνάμεων, στο πλαίσιο του οποίου υφίσταται κατακερματισμός της ισχύος μεταξύ διαφόρων ισότιμων δρώντων, ο καθένας των οποίων οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες των υπολοίπων.
Σε κάποιες περιπτώσεις τα «θέλω» τους θα ικανοποιούνται, σε κάποιες άλλες όμως όχι (ενώ σε ένα σύστημα ηγεμονίας, ο ένας και μοναδικός ηγεμόνας είναι σε θέση να επιβάλλει κατά κόρον τις επιλογές του). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία καλείται πλέον να διαχειριστεί προκλήσεις και να υπερασπιστεί συμφέροντα που συγκρούονται με τα αντίστοιχα συμφέροντα άλλων περιφερειακών παιχτών. Αποκορύφωμα, το υπαρξιακό για την Άγκυρα ζήτημα της κουρδικής οντότητας της Συρίας, κατά μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων.
Επίσης, η περιορισμένη δυνατότητα της Άγκυρας να θέτει τους όρους της σε ζητήματα όπως το εμπάργκο κατά του Κατάρ και η εξέλιξη του παλαιστινιακού προβλήματος, επί των οποίων διεκδίκησε ρόλο και λόγο. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι έχουμε ένα σύστημα ισορροπίας δυνάμεων, υποβάλλει ότι η Τουρκία (όπως και η κάθε περιφερειακή δύναμη) θα πρέπει να ιεραρχήσει τις περιφερειακές της προτεραιότητες και να συμβιβαστεί με μη αρεστές επιλογές σε αρκετά ζητήματα (ορισμένα των οποίων ίσως να θεωρεί και ζωτικά).
Οι σχέσεις Τουρκίας - Ε.Ε.
Τα τελευταία χρόνια κατέστη πλέον ξεκάθαρον ότι η προοπτική πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι πολύ απομακρυσμένη. Από τα 35 διαπραγματευτικά κεφάλαια του ευρωπαϊκού κεκτημένου έχει κλείσει μόνο το ένα (και αυτό προκαταρκτικά). Πέραν τούτου, η εδραίωση του πολιτικού Ισλάμ ως κυρίαρχης ιδεολογίας στην Τουρκία, σε συνδυασμό με την άνοδο της ισλαμοφοβίας στην Ευρώπη καταδεικνύουν ότι, ακόμα και αν εκπληρωθούν οι προ-ενταξιακές προϋποθέσεις από πλευράς Τουρκίας, πολύ δύσκολα η συνθήκη προσχώρησής της στην Ε.Ε. θα ξεπεράσει τον σκόπελο της ομοφωνίας όλων των κρατών μελών.
Τα δεδομένα αυτά είναι καλά γνωστά σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, της Τουρκίας μη εξαιρουμένης. Την ίδια στιγμή, όμως, το προσφυγικό, η ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας δημιουργούν πεδία σύγκλισης μεταξύ Ε.Ε.-Τουρκίας. Σε αυτό το ζήτημα καταλυτικός θα είναι ο ρόλος της Γερμανίας και της Γαλλίας. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία θα παραμείνει για την Ε.Ε. ένας γείτονας, με τον οποίο θα πρέπει απαραιτήτως να βρει ένα modus vivendi, ενώ θα πρέπει να σκεφτεί ορθολογικές λύσεις ως προς την ενταξιακή της πορεία και τον καθορισμό του καθεστώτος των μελλοντικών διμερών σχέσεων, δεδομένης της αδυναμίας της Τουρκίας να ανταποκριθεί πλήρως στις προ-ενταξιακές της δεσμεύσεις, αλλά και της Ε.Ε. να δεχτεί στους κόλπους της την Τουρκία.
ΔΡ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων,
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας




