ΕΠΙΒΑΛΛΟΤΑΝ ΕΞΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΑΦΕΤΗΡΙΑΚΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ, ΔΙΕΘΝΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΦΟΡΑ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ Ή «ΕΚΡΙΖΩΣΗΣ» ΤΟΥ ΑΛΥΤΡΩΤΙΣΜΟΥ, ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΓΙΑ ΣΕΙΡΑ ΓΕΝΕΩΝ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΟΣ ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΩΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ ΤΟΥ, ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ «ΜΑΚΕΔΟΝΑ» Ή ΨΕΥΔΟΜΑΚΕΔΟΝΑ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ

Όπως σε άλλες περιπτώσεις στρατηγικής, που άπτονται εθνικών θεμάτων, έτσι και τώρα θα έπρεπε η πολιτική που εκπονήθηκε και ασκήθηκε εν τέλει, να ήταν προϊόν κοινής γραμμής και ενιαίας προσπάθειας των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, ούτως ώστε η στρατηγική να αποτελεί τη συνισταμένη όλων σε υπερκομματικό πλαίσιο πραγμάτωσης του εθνικού συμφέροντος


Το ζήτημα που τίθεται σε κάθε περίπτωση που το Μακεδονικό εμφανίζεται ως πρόβλημα προς επίλυση, άπτεται κυρίως της προσέγγισης μιας πολύπλευρης θεματικής, που υπερβαίνει το αποκαλούμενο ονοματολογικό πλαίσιο και αγγίζει αυτήν τούτη την εννοιολογική - φιλοσοφική οπτική της αναφερόμενης συζήτησης και του ιστορικού μεγέθους του λεγόμενου «Μακεδονισμού». Σε αυτήν την, διαχρονικά για την Ελλάδα, κρίσιμη εθνική υπόθεση, επιβαλλόταν εξαρχής και αφετηριακά προσέγγιση με βάση την ιστορική, διεθνοπολιτική διάσταση του προβλήματος, έτσι ώστε η αναίρεση των όποιων ιστορικών αναληθειών, διεκδικήσεων και προπαγανδιστικών αφηγημάτων, να επέλθει εκ βάθρων, δηλαδή να αποκοπούν εκ ρίζας.

Επομένως, η αλλαγή ονομασίας από μόνη της είναι περιορισμένης σημασίας. Το θέμα έπρεπε να αφορά πολύ περισσότερο στην εκπόνηση προγράμματος ακύρωσης ή «εκρίζωσης» του αλυτρωτισμού, που αποτέλεσε για σειρά γενεών της γείτονος το επίσημο και κυρίαρχο σύστημα κοινωνικοποίησης του ανθρώπου από γεννήσεως ως ενηλικίωσής του, διαμορφώνοντας τον «Μακεδόνα» ή ψευδομακεδόνα πολίτη του κράτους των Σκοπίων.

Γλώσσα, ταυτότητα, εκπαίδευση

Η γλώσσα και η ταυτότητα αποτελούν ένα αληθινό, ισχυρό μέσο προβολής εθνικής αυτοαντίληψης και παρουσίας πολιτών και ανθρώπων σε μια περιοχή. Φυσικά όλη αυτή η προσπάθεια εφαρμογής ενός προγράμματος αποκατάστασης της μακεδονικής πραγματικότητας στην περιοχή δεν μπορεί να αφορά και στην ελληνική Μακεδονία, γιατί πρόκειται εν προκειμένω για την αληθινή, ιστορική Μακεδονία, που δεν χρειάζεται αποκατάσταση.

Στη συμφωνία που έχει ολοκληρωθεί, το σκέλος που άπτεται των αλλαγών στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, όπερ βαρύνουσας σημασίας, πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνον τη Σκοπιανή πλευρά, εκ της οποίας και εκπέμπεται, όχι μόνο ο αλυτρωτισμός, αλλά και η επιμονή στην αντίληψη της λεγόμενης ιστορικής πτυχής και συνέχειας ενός ψευδομακεδονισμού, που καλλιεργεί περιφερειακά και διεθνώς μια εικόνα εθνικά διαστρεβλωμένης παρουσίας των αυτοαποκαλούμενων Μακεδόνων.

Υπογραμμίζεται πως η παιδεία από τη φύση και τη λειτουργία της διαμορφώνει τον άνθρωπο εξ υπαρχής ως πολίτη, ως εθνική διάσταση και ως φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, πράγμα που καθορίζει σε κάθε περίπτωση τη βιωσιμότητα του εκάστοτε κράτους και ιδιαίτερα εν προκειμένω αναφορικά προς τα προβλεπόμενα βήματα σε σχέση με τη συμφωνία και την εφαρμογή της. Αυτό σημαίνει πως η παιδεία αποτελούσε αφετηριακά και συνεχώς την ατμομηχανή της πορείας και δυνατότητας βιωσιμότητας της ανωτέρω πολιτειακής οντότητας σε σχέση με την περιοχή και ιδιαίτερα με την Ελλάδα.

Η αναφορά στο κράτος της Βόρειας Μακεδονίας εμπεριέχει και την έννοια του πολίτη της Βόρειας Μακεδονίας, όπως συμβαίνει σε κάθε κράτος. Η υπηκοότητα είναι μία διάσταση νομική, που αντανακλά στη σχέση του πολίτη με το κράτος. Η εθνότητα είναι ο δεσμός ατόμων που ανήκουν στο ίδιο έθνος με την εθνική μονάδα στην οποία συμμετέχουν και η οποία πολλές φορές υπερβαίνει την κρατική υπόσταση. Έλληνες, επί παραδείγματι, δεν είναι μόνο οι πολίτες της Ελλάδος, αλλά υπάρχουν απανταχού της Γης, όπου ο δεσμός τού ανήκειν στο έθνος των Ελλήνων είναι υπαρκτός και υπεράνω κρατικών οντοτήτων.

Εκφυλισμός εννοιών

Παρά το γεγονός πως στη Συμφωνία προβλέπεται πως η ιθαγένεια «θα είναι Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» και έτσι θα αναφέρεται σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα, εντούτοις στην καθημερινότητα της διαδρομής των συνθηκών της διεθνούς πολιτικής, εκείνο που θα επικρατεί, ως αναμένεται, θα είναι «πολίτης της Μακεδονίας», χωρίς τη χρήση των ενδιάμεσων όρων και παραπομπών. Ο εκφυλισμός των εννοιών, που δεν έχουν την απαιτούμενη μηνυματική καθαρότητα είναι στην περίπτωση αυτή επερχόμενος. Τονίζουμε περαιτέρω αναφορικά προς τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα πως η επικράτηση στη δυναμική των διεθνών σχέσεων δεν είναι πάντοτε αυτή που προσδοκάται από τους δημιουργούς των όρων και των πολιτικών σχηματισμών, αλλά ακολουθεί μια πορεία που την επιβάλλουν η ταχύτητα και τα συμφέροντα που κυριαρχούν στο διεθνές σύστημα τις συγκεκριμένες στιγμές και περιόδους.

Ο διεθνής παράγων

Ο διεθνής παράγων ευνοεί την προσέγγιση και αναγνώριση της ύπαρξης μακεδονικής κρατικής και εθνικής οντότητας, ανεξαρτήτως ελληνικών ή άλλων συμφερόντων και αντιθέσεων. Τούτο συμβαίνει, όχι μόνο γιατί η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τα επιμέρους κρατίδια προωθήθηκαν από τον διεθνή παράγοντα, επομένως και η λεγόμενη «Μακεδονία» ως τμήμα των έξι κρατιδίων της ομοσπονδιακής δομής της διαλυθείσης Γιουγκοσλαβίας, αλλά και γιατί οι Σκοπιανοί διαθέτουν ένα πολύ ισχυρό λόμπι στην Αμερική, το οποίο πιέζει τις ΗΠΑ πρωτίστως προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της μακεδονικής οντότητας ως κράτους. Πρόκειται για μια επιβεβαίωση της προσπάθειας των Σκοπιανών να σταθούν στο απυρόβλητο διεθνώς ως «Μακεδονισμός».

Η ελληνική διπλωματία σε μια συγκυρία ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα δεν μπόρεσε να επιβάλει τους όρους της σε ένα σχήμα που, χωρίς την ελληνική στήριξη, θα κατέρρεε. Αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα έδωσε οξυγόνο, χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα. Εν κατακλείδι, υπομνηματίζεται πως, όπως σε άλλες περιπτώσεις στρατηγικής, που άπτονται εθνικών θεμάτων, έτσι και τώρα θα έπρεπε η πολιτική που εκπονήθηκε και ασκήθηκε εν τέλει, να ήταν προϊόν κοινής γραμμής και ενιαίας προσπάθειας των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, ούτως ώστε η στρατηγική να αποτελεί τη συνισταμένη όλων σε υπερκομματικό πλαίσιο πραγμάτωσης του εθνικού συμφέροντος.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο