ΜΙΛΟΥΝ ΣΤΗ «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

«ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΣΟΥΝ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ, ΟΧΙ ΜΕ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΡΑΞΕΙΣ. Η ΚΡΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ, ΟΡΑΜΑΤΟΣ, ΣΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΣΜΟ ΝΑ ΕΜΠΝΕΥΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

«Η συναίνεση έχει εκλείψει από την πολιτική ζωή του τόπου και πολλές φορές αντικαθίσταται από την αλαζονεία και την κατάχρηση εξουσίας. Είναι πολύ σημαντικό, για να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο αυτό, να αλλάξει η κουλτούρα στη διακυβέρνηση του τόπου και να γίνει αντιληπτό ότι τα θέματα δεν είναι προσωπικά, ιδιαίτερα όταν είναι θεσμικά και αφορούν τους θεσμούς και ότι τα άτομα στελεχώνουν προσωρινά τους θεσμούς, οι οποίοι είναι διαχρονικοί»


ΜΕΡΟΣ Β’

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε, σχεδόν καθημερινά, μάρτυρες μιας έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης μεταξύ θεσμικών αξιωματούχων, με σοβαρές αντεγκλήσεις, αλληλοκατηγορίες και αφορισμούς, γεγονός που βαθαίνει ακόμη περισσότερο την ήδη υφιστάμενη θεσμική κρίση που διέρχεται ο τόπος, οδηγώντας θεμελιώδεις πολιτειακούς θεσμούς, αλλά και τους φορείς τους, σε ολοένα και μεγαλύτερη ανυποληψία, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για τη λειτουργία της δημοκρατίας μας.

Η «Σημερινή» της Κυριακής, επιχειρώντας να ανατάμει όσο γίνεται πιο διεισδυτικά το φαινόμενο, σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις και προεκτάσεις του, εγκαινίασε την περασμένη Κυριακή έναν δημόσιο διάλογο με ακαδημαϊκούς και άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες του τόπου, που καταθέτουν τις γνώμες και τις απόψεις τους, με στόχο να συμβάλουν, μέσα από μιαν άλλη, διαφωτιστική οπτική, στην ανατομία της θεσμικής κρίσης ή και, γιατί όχι, στην προσπάθεια υπέρβασής της.

Στο μέτρο, ασφαλώς, που το εγχείρημα εξόδου από τον λαβύρινθο της θεσμικής κρίσης αφορά τον καθένα, στο βαθμό που του αναλογεί και απ’ όποια θέση συμμετέχει στη διαμόρφωση των Κοινών.

Κωνσταντίνος Χριστοφίδης: Πρύτανης Πανεπιστημίου Κύπρου

Δεν γίνεται όλοι να συμφωνούν μεταξύ τους. Υπάρχουν διαφωνίες στον χειρισμό ζητημάτων, που αναπόφευκτα οδηγούν σε αντιπαραθέσεις. Το ζητούμενο, στην προκειμένη, είναι αν οι αντιπαραθέσεις είναι αυτοσκοπός ή αν στοχεύουν στην ανάπτυξη ενός διαλόγου για τη βελτίωση καταστάσεων που οδηγούν τη χώρα σε αδιέξοδο. Για παράδειγμα, οι διαφωνίες στο Κυπριακό αποσκοπούν στη λύση του αδιεξόδου ή σ’ έναν άγονο διάλογο εντυπώσεων; Η συζήτηση για την Παιδεία, την Υγεία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη στοχεύει στην ουσιαστική αντιμετώπιση χρόνιων ζητημάτων ή αποπροσανατολίζει;

Η θεσμική κρίση υπήρχε, δεν προέκυψε τώρα. Ως χώρα, ως λαός «κρύβουμε να περάσουμε», θάβαμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Όταν, όμως, δεν αντιμετωπίζεις κατάματα και με τόλμη ένα θέμα ή με τομές, αυτό γιγαντώνεται. Δεν μπορεί να μας αιφνιδιάζει η αδυναμία των συστημάτων Υγείας, Παιδείας και Δικαιοσύνης, όταν για χρόνια αντιστεκόμαστε ως κοινωνία στη βελτίωσή τους. Οι αντιπαραθέσεις έρχονται να φανερώσουν ότι πρέπει, επιτέλους, να απαντήσουμε στις προκλήσεις και τις κρίσεις, όχι με συνθήματα, αλλά με πράξεις.

Η κρίση είναι κυρίως αποτέλεσμα έλλειψης προσανατολισμού, οράματος, στόχων και ικανότητας των προσώπων που υπηρετούν τον θεσμό να εμπνεύσουν την ευρύτερη κοινωνία και τους εργαζομένους να εργαστούν προς μία κατεύθυνση που στο τέλος της ημέρας θα εξυπηρετεί ολόκληρο το νησί.

Ο λόγος και ο αντίλογος δεν πρέπει να θεωρούνται αίτιο του φαινομένου, πρέπει να είναι το μέσο για να ανακτήσουν οι θεσμοί την εμπιστοσύνη και τη σοβαρότητά τους. Επιβάλλεται, όμως, από όλους τους εμπλεκομένους, υπευθυνότητα και γνώση των θεμάτων. Η κριτική είναι επιθυμητή· πρέπει να είναι και το ζητούμενο, αν θέλετε την άποψή μου. Ακόμα και η υπερβολή μπορεί να είναι ένας τρόπος να κερδίσεις την προσοχή και να πετύχεις τη θετική αλλαγή, αλλά πρέπει τα κίνητρα όλων των παικτών να είναι αγνά και να ωθούνται από αληθινή φιλοπατρία.

Πώς θα εξέλθουμε από τον λαβύρινθο της θεσμικής κρίσης;

Ο μίτος της Αριάδνης, στην προκειμένη, είναι τα πρόσωπα, ο διάλογος, η πραγματική θέληση να αλλάξουμε αυτόν τον τόπο. Χρειάζεται συλλογική δράση, γιατί μέχρι σήμερα αυτόν τον τόπο τον χαρακτηρίζει η συλλογική απάθεια. Χρειαζόμαστε υπεύθυνα άτομα σε θέσεις ευθύνης. Ανθρώπους που να βάζουν πάνω από το προσωπικό συμφέρον ή την υστεροφημία τους, την ίδια τους την πατρίδα. Όταν η πολιτική θα σταματήσει να είναι επάγγελμα, τότε ίσως η πατρίδα να αλλάξει, η κουλτούρα να αλλάξει. Όταν ο πολιτικός και ο πολίτης τολμήσει να απορρίψει την κουλτούρα τού πάρε - δώσε, τότε ίσως η χώρα να έχει μέλλον.

Δεν θέλω να είμαι ισοπεδωτικός, αλλά αντιμετωπίζουμε καταστάσεις επιπόλαια. Αιφνιδιαζόμαστε από τραγωδίες, δηλώνουμε συγκλονισμένοι, αλλά παρακολουθούμε το δράμα ωσάν θεατές σε θέατρο. Το να ζητήσουμε ευθύνες ή να θίξουμε τα κακώς έχοντα, δεν καθιστά τους πολίτες λαϊκιστές. Ο διάλογος είναι ίσως το μόνο εργαλείο που έχουμε για να διεκδικήσουμε και να προτείνουμε μια διαφορετική, μιαν άλλη Κύπρο· πρέπει, όμως, η φωνή μας να είναι φωνή σύνεσης και λογικής. Δεν φταίμε όλοι, αλλά σίγουρα όλοι μπορούμε να κάνουμε πράγματα και να ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη στάση που να σπρώχνει την πατρίδα μας σε έναν καινούριο δρόμο σε όλα τα επίπεδα.

Χρίστος Κληρίδης, δικηγόρος

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας οξείας αντιπαράθεσης μεταξύ θεσμικών αξιωματούχων με σοβαρές αντεγκλήσεις και αλληλοκατηγορίες, σε τέτοιο βαθμό που δημιουργείται η εντύπωση ότι αντιμετωπίζουμε θεσμική κρίση, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ανυποληψία.
Τα τελευταία χρόνια είχαμε την ατυχία να δούμε, μεταξύ άλλων, τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Γενικό Εισαγγελέα, έναν ανεξάρτητο θεσμό, με αφορμή την υπόθεση του Βοηθού του Γενικού Εισαγγελέα, Ρίκκου Ερωτοκρίτου, όταν ο τελευταίος βρισκόταν υπό διερεύνηση για διαφθορά.

Υπενθυμίζω ότι ο τότε Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα, Ρίκκος Ερωτοκρίτου, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, για την οποία στη συνέχεια απολογήθηκε, κατηγόρησε τον Γενικό Εισαγγελέα ότι ο ίδιος ήταν ένοχος διαφθοράς και άφησε σοβαρά υπονοούμενα σε βάρος του.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έσπευσε τότε να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο διορισμού ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή για να διερευνήσει τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, κάτι το οποίο βεβαίως και δικαιολογημένα οδήγησε στην οργή του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος εξέφρασε τη λύπη του για την εξέλιξη αυτή, με τη γνωστή φράση που παρέμεινε πλέον στην ιστορία, «Ντροπή».

Αλλεπάλληλες συγκρούσεις είχαμε μεταξύ και του ανεξάρτητου θεσμού του Γενικού Ελεγκτή πρόσφατα με την Επίτροπο Διοίκησης και με την Επίτροπο Νομοθεσίας. Ο Γενικός Ελεγκτής, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ζήτησε ελεγκτικό έλεγχο για θέματα που αφορούν τον θεσμό του Επιτρόπου Διοίκησης και παράλληλα για θέματα που αφορούν την Επίτροπο Νομοθεσίας. Τούτο οδήγησε σε αντιπαράθεση, με την κ. Λοττίδου, Επίτροπο Διοίκησης, να επιμένει ότι δεν είναι δυνατόν να υποβληθεί σε έλεγχο το γραφείο της και την Επίτροπο Νομοθεσίας να εκτοξεύει σοβαρότατες κατηγορίες εναντίον του Γενικού Ελεγκτή και να αρνείται και αυτή τον έλεγχο και την κριτική που άσκησε ο Γενικός Ελεγκτής.

Αντιπαράθεση είχαμε, επίσης, μεταξύ του Γενικού Ελεγκτή και του τότε Υπουργού Εσωτερικών, Σωκράτη Χάσικου, με τον τελευταίο να καλεί τον Γενικό Ελεγκτή να περιορίσει ουσιαστικά τις δραστηριότητές του και να τον κατηγορεί ότι έχει ξεφύγει από τις αρμοδιότητές του.

Σύγκρουση θεσμών είχαμε και μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και της νυν Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας, Χρυστάλλας Γιωρκάτζη, σε βαθμό μάλιστα που δόθηκαν και οδηγίες για τη διερεύνηση του ενδεχομένου να γίνει αίτηση στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την απομάκρυνσή της, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε, μεταξύ άλλων, συγκριμένο συμβόλαιο διορισμού της με εμπλοκή και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο όλο θέμα

Βλέπουμε πρόσφατα τον Υπουργό Εσωτερικών να συγκρούεται με τοπικές Αρχές σε σχέση με καταγγελίες για αυθαιρεσίες στον Δήμο τους. Πρόσφατη είναι και η σύγκρουση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζα, Πανίκο Δημητριάδη, ο οποίος τελικά εισέπραξε αποζημίωση και αντικαταστάθηκε από την κ. Χρυστάλλα Γιωρκάτζη.

Βλέπουμε τον Δήμαρχο Πάφου, κ. Φαίδωνος, να συγκρούεται με την Αστυνομία σε σχέση με σοβαρές υποθέσεις και με τον Δήμαρχο να καταγγέλλει ότι αρνείται η Αστυνομία να εκτελέσει τα καθήκοντά της κατά τον δέοντα τρόπο.

Παλαιότερα είχαμε σύγκρουση μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Αρχηγού της Αστυνομίας. Πολύ συχνό φαινόμενο είναι και η σύγκρουση μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Προέδρου της Δημοκρατίας σε σχέση με νομοθεσίες τις οποίες έχει ψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων, πλην, όμως, ο Πρόεδρος αρνήθηκε να υπογράψει και παραπέμπει για γνωμάτευση, δυνάμει του άρθρου 140 του Συντάγματος, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στο επίπεδο αυτό, ευτυχώς το Ανώτατο Δικαστήριο επιλύει δικαστικά τη σύγκρουση, δίδοντας την προνοούμενη από το άρθρο 140 του Συντάγματος γνωμάτευση.

Όμως, σύγκρουση είχαμε ακόμα και μεταξύ του τέως Γενικού Εισαγγελέα, Πέτρου Κληρίδη, και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις που ενθυμούμαι, τη μία σε σχέση με την απαλλακτική απόφαση Κακουργιοδικείου στη γνωστή υπόθεση ξυλοδαρμού φοιτητή από την Αστυνομία και σε μία πιο πρόσφατη απόφαση σε σχέση με Νόμο που αφορούσε τη μείωση των μισθών των Δικαστών, με αποτέλεσμα την πρωτοφανή αντίδραση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσω ανακοινώσεων.

Υποσκάπτεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς

Έχω την εντύπωση ότι οι δημόσιες αυτές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη του κοινού στους ίδιους τους θεσμούς. Δεν έχει σημασία, κατά τη γνώμη μου, ποιος έχει δίκαιο στην κάθε περίπτωση, κάτι το οποίο εμπίπτει στην υποκειμενική αντίληψη του καθενός.
Σημασία έχει ότι η δημόσια και συχνή αντιπαράθεση δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε ένα ακυβέρνητο κράτος, το οποίο νοσεί.

Σε ένα μεγάλο βαθμό η σύγκρουση αυτή των θεσμών και η έντονη δημόσια αντιπαράθεση οφείλεται στον χαρακτήρα των προσώπων που στελεχώνουν τους θεσμούς και την προσωπικότητά τους, αλλά και στον ζήλο τον οποίον επιδεικνύουν, στην προσπάθειά τους, ο καθένας στον τομέα του, να περιφρουρήσει τον θεσμό τον οποίο υπηρετεί. Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε σύγκρουση προσωπικοτήτων και σε αρκετές διαπιστώνω αδυναμία των ατόμων που στελεχώνουν τους θεσμούς να δεχθούν την αρμοδιότητα άλλων θεσμών και τον επιβαλλόμενο έλεγχο.

Η συναίνεση έχει εκλείψει από την πολιτική ζωή του τόπου και πολλές φορές αντικαθίσταται από την αλαζονεία και την κατάχρηση εξουσίας.

Είναι πολύ σημαντικό, για να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο αυτό, να αλλάξει η κουλτούρα στη διακυβέρνηση του τόπου και να γίνει αντιληπτό ότι τα θέματα δεν είναι προσωπικά, ιδιαίτερα όταν είναι θεσμικά και αφορούν τους θεσμούς, και ότι τα άτομα στελεχώνουν προσωρινά τους θεσμούς, οι οποίοι είναι διαχρονικοί. Μεγαλύτερη ανοχή και μεγαλύτερη συναίνεση και άσκηση των αρμοδιοτήτων, χωρίς αλαζονεία, θα συντείνει στην ομαλή λειτουργία του κράτους.

Όμως, σε κάθε περίπτωση, η επιλογή των ατόμων που στελεχώνουν τους θεσμούς πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και μακριά από τα κόμματα ή και την εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων ή ακόμα και ιδιοτελών, πολλές φορές, συμφερόντων.

Στην Κύπρο υπάρχουν πολύ ικανά και μορφωμένα άτομα. Πολλές φορές με ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία συνοδεύονται από εμπειρίες, οι οποίες, μακριά από τις οποιεσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες και ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις, θα έπρεπε να στελεχώνουν τους θεσμούς.

Η ακεραιότητα των ατόμων που επιλέγονται, πέρα από τις ικανότητες και τα προσόντα, πρέπει να είναι καθοριστικής σημασίας, αλλά περαιτέρω πρέπει να υπάρχει μία αέναη ανανέωση ατόμων, για να εισάγεται η φρεσκάδα, η οποία απαιτείται στη λειτουργία τους, αλλά και για να αποφεύγεται το ενδεχόμενο της απόλυτης και μακράς εξουσίας που φέρει μαζί της και τη διαφθορά.

Η Κύπρος ακόμα υστερεί στον τομέα αυτό και, αν δεν γίνει κατανοητό από όλους ότι θα πρέπει να αλλάξει ριζικά η νοοτροπία με τον τρόπο που εισηγήθηκα πιο πάνω, τα προβλήματα δεν θα λυθούν, αλλά, αντίθετα, θα ενταθούν. Και αυτό, σε βάρος της Κύπρου.

Ανδρέας Χρίστου: Χρήσιμη η δημόσια συζήτηση, κάτω, όμως, από ποιους όρους;

Το πρόβλημα είναι, όντως, όπως το περιγράφετε. Η δημόσια αντιπαράθεση δημιουργεί μια εικόνα αρνητική στην κοινωνία. Επειδή, συνήθως, ο πολίτης δεν διεισδύει σε βάθος, προκειμένου να διερευνήσει τα προβλήματα, η γενική αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι, ως Πολιτεία, δεν πάμε καλά.

Ασφαλώς η δημόσια συζήτηση είναι και χρήσιμη και θεμιτή, και συνιστά μια θετική εξέλιξη, εξαρτάται, ωστόσο, κάτω από ποιους όρους διεξάγεται.

Αναμφίβολα, εάν κάποιος θεσμικός αξιωματούχος αισθανθεί ότι θίγεται με όσα λέγονται, έχει κάθε δικαίωμα να βγει και να απαντήσει. Ένας υγιής διάλογος, στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι κακός, μπορεί, μάλιστα, να ωφελήσει.

Ωστόσο, παρατηρούμε ότι, τις περισσότερες φορές, ο διάλογος διεξάγεται καθαρά σε προσωπικό επίπεδο και όχι σε επίπεδο αρχών και όρων θεσμικής λειτουργίας, όπως θα έπρεπε. Με αποτέλεσμα να γίνονται δηλώσεις που δεν προκύπτουν μέσα από ενδελεχή διερεύνηση των θεμάτων και αποτυγχάνουν να περιοριστούν στις ουσιαστικές πτυχές της δημόσιας συζήτησης.

Να μη μας διαφεύγει, επιπρόσθετα, πως υπάρχει και ευδοκιμεί μια λαγνεία της δημοσιότητας, που κινείται προς τη λανθασμένη πλευρά της άρθρωσης ενός εποικοδομητικού δημόσιου λόγου.

Και να μην ξεχνάμε, τέλος, πως ουδείς αναμάρτητος στον δημόσιο βίο…