Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
ΠΟΛΥ ΠΙΘΑΝΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΜΕΝ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ, ΑΛΛΑ Η ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ. ΣΕ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΤΗΣ 25Ης ΙΟΥΝΙΟΥ ΘΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΝΑ ΣΥΖΗΤΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΕΕΣ ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Οι φόρμουλες του παρελθόντος αδυνατούν να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις. Ο εθνικισμός και η θρησκεία δεν είναι οι απαντήσεις στα προβλήματα του σύγχρονου βίου
Προσωρινά εφησυχασμένος λόγω των σημαντικών λαθών της αντιπολίτευσης αμέσως μετά την εξαγγελία των πρόωρων εκλογών, ο Erdogan, παραμονές της εκλογικής διαδικασίας, βρίσκεται ενώπιον σημαντικών προκλήσεων. Αφενός οι διμερείς σχέσεις με τον δυτικό κόσμο και το Ισραήλ βαίνουν προοδευτικά προς το χειρότερο και αφετέρου η τουρκική οικονομία βιώνει σοβαρούς κλυδωνισμούς. Το τουρκικό νόμισμα διαρκώς υποτιμάται. Οι αναφορές του Τούρκου Προέδρου, στο πλαίσιο ομιλίας του στο Λονδίνο πριν από δύο εβδομάδες αλλά και σε συνέντευξή του στην τηλεόραση Bloomberg, δυσχέραναν περαιτέρω την κατάσταση, προκαλώντας την πτώση της τουρκικής λίρας σε πρωτοφανή για την περίοδο μετά την κρίση του 2001 επίπεδα.
Δοθέντος ότι η υποτίμηση του νομίσματος συμπαρασύρει την ευρύτερη ανάπτυξη, η Τουρκία βρέθηκε ξαφνικά σε ένα ιστορικό οικονομικό τέλμα. Μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός μηνός, η τουρκική λίρα έχασε το 17% της αξίας της. Από το Λονδίνο ο Erdogan απέστειλε το χειρότερο δυνατό μήνυμα προς τους οικονομικούς κύκλους, υποδεικνύοντας τον τόκο ως τη ρίζα όλων των δεινών. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Τούρκος Πρόεδρος δήλωσε ρητά ότι, σε περίπτωση επανεκλογής του, η Κεντρική Τράπεζα «θα πράξει αυτό που λέω εγώ».
Οι θέσεις του Erdogan είναι ευρύτερα γνωστές. Ωστόσο, δηλώσεις με τέτοιο περιεχόμενο, σε μια περίοδο που άπαντες αναμένουν ότι θα ληφθούν μέτρα ώστε να παύσει η κατρακύλα της τουρκικής λίρας, σύρουν το τουρκικό νόμισμα σε μεγάλες περιπέτειες και επιφέρουν ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο.
Οι κατέχοντες το χρήμα στην Τουρκία προβληματίζονται έντονα. Η απερίσκεπτη αντιπαράθεση με τον τόκο δεν συνάδει με την οικονομική λογική. Το επιτόκιο είναι το κόστος που πληρώνεται για το ρίσκο. Αύξηση του ρίσκου συνεπάγεται και αύξηση του κόστους. Οι πολιτικές που ακολούθησε ο Erdogan δημιούργησαν αναταράξεις στην οικονομία, με αποτέλεσμα η χώρα να χάσει την αξιοπιστία της απέναντι στους διεθνείς επενδυτές. Ένεκα τούτου, το δολάριο ισχυροποιείται.
Πάνω σε αυτό το θέμα, ο πολύπειρος πολιτικός, τέως πρόεδρος της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και για χρόνια συνοδοιπόρος του Erdogan, Cemil Çiçek, προχώρησε σε μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση: «Δεν βυθίζεται η χώρα γιατί ανεβαίνει το δολάριο· το δολάριο ανεβαίνει γιατί βυθίζεται η χώρα».
Οι ανησυχίες των αγορών
Εν τέλει, η Κεντρική Τράπεζα υποχρεώθηκε να αυξήσει τα επιτόκια κατά 3%, χωρίς όμως να είναι αρκετό για να ικανοποιήσει τις αγορές. Παράλληλα με τα νομισματικά μέτρα (αύξηση των επιτοκίων κ.λπ.), απαιτούνται δημοσιονομικά μέτρα -φορολογίες, κτλ.- ώστε να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη και να σταθεροποιηθεί η οικονομία. Προς αυτήν την κατεύθυνση ενθαρρύνει τη χώρα και η διεθνής επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs, σε έκθεση που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα, καθώς η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας ανέβαζε το επιτόκιο κατά 3%:
«Η διασφάλιση της σταθερότητας συνδέεται με την επιβράδυνση της οικονομίας και τον έλεγχο του πληθωρισμού. Συνεπώς, η επίδραση της αύξησης των επιτοκίων εξαρτάται από τα μηνύματα που θα δοθούν στο θέμα της δημοσιονομικής πολιτικής, καθότι η επίδραση της σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής του περασμένου έτους εξουδετερώθηκε με τις πολιτικές χαλάρωσης στον δημοσιονομικό και άλλους τομείς… Οι προσεχείς εκλογές και οι προεκλογικές πολιτικές δηλώσεις δυσχεραίνουν την πολιτική συμπόρευση υπέρ της επιβράδυνσης της οικονομίας».
Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Moody’s, σε έκθεσή του στις 30 Μαΐου 2018, αναφέρει ότι η αύξηση του επιτοκίου κατά 3% δεν είναι αρκετή και παράλληλα μεταφέρει «τις ανησυχίες των αγορών στο θέμα της τουρκικής οικονομίας και νομισματικής πολιτικής». Παράλληλα, σημειώνει ότι η πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ της Τουρκίας υποβαθμίζεται στο 2,5% φέτος και 2% το 2019, σχεδόν μειωμένη κατά το ήμισυ από τις προηγούμενες προβλέψεις για 4% και 3,5% αντίστοιχα:
«Στις 24 Μαΐου η τουρκική λίρα έχασε το 24% της αξίας της έναντι του αμερικανικού δολαρίου. (…) Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει ξανά τον Απρίλιο φθάνοντας το 10,9%. Η εξασθένιση της τουρκικής λίρας θα ανεβάσει ακόμα περισσότερο τις ήδη υψηλές τιμές των καυσίμων. Αυτοί είναι παράγοντες που θα ασκήσουν πίεση στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επιχειρηματικές επενδύσεις και εν τέλει στη γενικότερη ανάπτυξη της οικονομίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους».
Οι προκλήσεις
Η μεγαλύτερη πρόκληση ενώπιον της τουρκικής οικονομίας είναι η εξής: οι αγορές επιθυμούν επιβράδυνση της οικονομίας, ενώ η πολιτική εξουσία, παραμονές των εκλογών, επιθυμεί περαιτέρω αναθέρμανσή της. Ο Erdogan, στο πρώτο εκλογικό συλλαλητήριο, δήλωσε ξεκάθαρα ότι για τον ίδιο η οικονομική ανάπτυξη είναι σημαντικότερη από την αξία του δολαρίου: «Τον περασμένο χρόνο ήμασταν νούμερο ένα στον κόσμο με ρυθμό ανάπτυξης 7,4%. Έι, λοιποί υποψήφιοι… Βγαίνετε και μιλάτε για νομίσματα. Ποια νομίσματα, βρε; Όλα αυτά είναι παραμύθια».
Ο δε Αναπληρωτής Πρωθυπουργός και υπεύθυνος για θέματα Οικονομίας Mehmet Simsek προβλέπει ότι η τουρκική οικονομία θα «ακολουθήσει μια θετική πορεία μετά τις εκλογές». Ωστόσο, ακριβώς 9 μήνες μετά την 24η Ιουνίου θα διεξαχθούν τοπικές εκλογές. Επομένως, κατά πάσα πιθανότητα η «οικονομία των εκλογών» θα συνεχιστεί.
Πολύ πιθανό είναι επίσης ο Erdogan να κερδίσει μεν τις εκλογές, αλλά η αντιπολίτευση να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πρωινό της 25ης Ιουνίου θα βρει την Τουρκία να συζητά όχι μόνο για τις δημοτικές αλλά και για νέες πρόωρες εκλογές. Για όσο καιρό η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη, η επιβράδυνση της οικονομίας, η υποχώρηση του πληθωρισμού σε μονοψήφια επίπεδα και η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών φαίνονται απομακρυσμένες.
«Επιβράδυνση της οικονομίας» σημαίνει να αρθούν οι φορολογικές ελαφρύνσεις που δίνονται στον κατασκευαστικό τομέα, να παύσουν οι ζημιογόνες στεγαστικές πιστώσεις που παρέχουν οι δημόσιες τράπεζες, να αυξηθεί το επιτόκιο στα ενυπόθηκα δάνεια, να συρρικνωθούν οι δραστηριότητες στον κατασκευαστικό τομέα και να επιβληθούν νέοι φόροι ή να αυξηθούν οι υφιστάμενοι ώστε να μειωθεί το έλλειμμα στον προϋπολογισμό. Η απελευθέρωση των τιμών στα υγρά καύσιμα συνεπάγεται αυξήσεις ανάλογα με την τιμή της βενζίνης. Ενδεχόμενη άνοδος στην τιμή του πετρελαίου θα καθρεφτιστεί στην άνοδο της τιμής του φυσικού αερίου. Ενόψει των δημοτικών εκλογών σε εννέα μήνες και με ορατό το ενδεχόμενο επανάληψής των ο Erdogan δυσκολεύεται να εφαρμόσει τις προταθείσες οικονομικές πολιτικές.
Αβάσιμη πεποίθηση
Καθώς ο Τούρκος Πρόεδρος δηλώνει ότι ο τόκος είναι «η μητέρα και ο πατέρας όλων των δεινών στην οικονομία», οι αυξανόμενες ανησυχίες των επενδυτών σε σχέση με το μέλλον της οικονομίας καθιστούν τα μέτρα της Κεντρικής Τράπεζας αναποτελεσματικά.
Αυτήν την εβδομάδα, ο άνθρωπος πίσω από την απόφαση για αύξηση των επιτοκίων Mehmet Simsek και ο επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας Murat Çetinkaya, θα επισκεφθούν ξανά το Λονδίνο σε μια προσπάθεια να ελαχιστοποιήσουν τη ζημιά που επέφερε το ταξίδι του Τούρκου Προέδρου στη βρετανική πρωτεύουσα.
Η απώλεια της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας συνιστούν μεγάλο μειονέκτημα στον οικονομικό κόσμο. Οι επενδυτές αναμένουν από την Κεντρική Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια στη συνεδρία της 7ης Ιουνίου. Ωστόσο, με δεδομένη τη συνέχιση της ανόδου του πληθωρισμού, η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων δύσκολα θα επαναφέρει την ισοτιμία Τουρκικής Λίρας/Δολαρίου κάτω από το 4,5.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη νομισματική πολιτική είναι η αβάσιμη πεποίθηση του Erdogan ότι ο τόκος δημιουργεί πληθωρισμό. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ο Erdogan συνεχίσει να βρίσκεται στην εξουσία μετά την 24ην Ιουνίου, το κύριο και οικονομικής φύσεως ρίσκο της χώρας θα πάψει να είναι τεχνικό και θα μετατραπεί σε πολιτικό. Οι αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας στις 7 Ιουνίου αναμένονται με ενδιαφέρον. Σε περίπτωση που δεν αυξήσει τα επιτόκια, η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Αν το πράξει, θα επιδεινώσει τη θέση του Erdogan.
Κλίμα δυσπιστίας
Οι εκλογές της 24ης Ιουνίου αποτελούν ορόσημο για την Τουρκία, καθότι πραγματοποιούνται σε περίοδο οικονομικής κρίσης και αυξανόμενων εντάσεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η χώρα και η κοινωνία -διερχόμενες μέσα από μια κατάσταση ισχυρής πόλωσης, εντάσεων και συγκρούσεων τα τελευταία 8 χρόνια- επιθυμούν να σαλπάρουν για νέους ορίζοντες. Η Τουρκία έχει ανάγκη την κοινωνική συμφιλίωση και το ξεπέρασμα των εντάσεων.
Η οικονομική αναδόμηση που ακολούθησε την κρίση του 2001 άλλαξε τη χώρα σε μεγάλο βαθμό. Πλατιά κοινωνικά στρώματα ενσωματώθηκαν στην οικονομική ζωή. Χωριά άδειασαν. Η αστικοποίηση και η διαδικασία απόκτησης περιουσίας επιταχύνθηκαν. Πλέον υφίσταται μια διαφορετική κοινωνιολογία, διαφορετικά προβλήματα και προσδοκίες. Οι φόρμουλες του παρελθόντος αδυνατούν να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις. Ο εθνικισμός και η θρησκεία δεν είναι οι απαντήσεις στα προβλήματα του σύγχρονου βίου.
Εφόσον αρχίσαμε με την ομιλία του Erdogan στο Λονδίνου, ας καταλήξουμε με αυτήν…
Τα λόγια ενός πολύπειρου Άγγλου δημοσιογράφου, ο οποίος παρακολούθησε την ομιλία του Τούρκου Προέδρου στο Λονδίνο, αντανακλούν και την έλλειψη εμπιστοσύνης των οικονομικών κύκλων στο πρόσωπο του Erdogan. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, η απουσία κριτικής και αντικειμενικής αξιολόγησης της κατάστασης στις ομιλίες των Τούρκων αξιωματούχων ήταν στοιχείο που υποδαύλισε τη δυσπιστία. Προσθέτει ότι το κλίμα δυσπιστίας δεν πρόκειται να ανατραπεί και η Τουρκία θα βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε περίπτωση που ο Erdogan επικρατήσει στις εκλογές.




