ΒΑΘΑΙΝΕΙ Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΜΕ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΑΝΤΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΜΙΑ ΖΟΦΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ
ΕΣΧΑΤΩΣ, ΟΜΩΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΕΡΙΒΕΒΛΗΜΕΝΟΙ ΤΟ ΕΡΜΑ ΤΗΣ ΕΞΩΘΕΝ ΚΑΛΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ, ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ, ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΒΛΗΤΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΜΟΛΥΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΑΡΜΑΤΟΣ, ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΝΑ ΚΛΥΔΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΣΜΟΓΟΝΟ ΑΡΡΥΘΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.
Η παιδεία κατήντησε φροντιστήριο αναλφαβητισμού, παιδαγωγείο παραπαιδευτικής κερδοσκοπίας, εκκολαπτήριο νεανικής παραβατικότητας, εντευκτήριο ασύδοτης διεκδίκησης και επιβολής συντεχνιακών συμφερόντων, σπούδαγμα αγράμματου τεχνοκρατισμού, άεργη θεραπαινίδα της αγοραίας επιχειρηματικότητας, τα κόμματα, εταιρείες άνομων συμφερόντων, οίκοι οικονομικής διαφθοράς, λέσχες καταδολίευσης των λαϊκών προσδοκιών, μηχανισμοί ακύρωσης της δημοκρατίας
Μα τι συμβαίνει, τέλος πάντων, εκεί, στην εύσημη συναγωγή των θεσμών; Οι καθημερινές συγκρούσεις και αντεγκλήσεις των φορέων τους, δαπάνη, πλέον, δημοσίας αιδούς, επικαρπούνται το «καταραμένο» πλεόνασμα της επικαιρότητας, αναδεικνύοντας μία λιγότερο, έως σήμερα, εμφανή διάσταση της πολύμορφης κρίσης που ταλανίζει, εδώ και μια δεκαετία, τον τόπο. Και δημιουργούν, ταυτόχρονα, την αίσθηση πως στο μεγάλο κάδρο της αξιοπιστίας και εγκύρωσης των θεσμών καταρρέουν και αποχρωματίζονται όλα, αφού, καθημερινά διαπιστώνεται πως, η παιδεία: Κατάντησε φροντιστήριο αναλφαβητισμού, παιδαγωγείο παραπαιδευτικής κερδοσκοπίας, εκκολαπτήριο νεανικής παραβατικότητας, εντευκτήριο ασύδοτης διεκδίκησης και επιβολής συντεχνιακών συμφερόντων, σπούδαγμα αγράμματου τεχνοκρατισμού, άεργη θεραπαινίδα της αγοραίας επιχειρηματικότητας.
Η δικαιοσύνη: Εξιλαστήριος ναός της αστυνομικής βίας, λειμώνας κρατικού αυταρχισμού, δεσμωτήριο θεσμισμένης αδικοκρισίας. Τα κόμματα: Εταιρείες άνομων συμφερόντων, οίκοι οικονομικής διαφθοράς, λέσχες καταδολίευσης των λαϊκών προσδοκιών, μηχανισμοί ακύρωσης της δημοκρατίας. Οι πολιτικοί: Κωμικοτραγικές φιγούρες ενός οικονομικο-πολιτικού πλιάτσικου, που μετατρέπεται σε δημόσια φαρσοκωμωδία, ώστε να μένει εσαεί ατιμώρητο.
Η Εκκλησία και ο ανώτατος κλήρος: Βουλεβάρτο επιχειρηματικού αμοραλισμού, απνευμάτιστη κιβωτός μιας χρεοκοπημένης ηθικολογίας, άμβωνας ρατσισμού και μισαλλοδοξίας. Οι πολίτες: Ηλίθιοι θεατές στο κοίλο μιας γκροτέσκας παράστασης, που αγνοούν πως είναι η δική τους σιωπή και απάθεια που κινεί τη δράση…
Εσχάτως, όμως, και οι θεσμοί οι περισσότερο περιβεβλημένοι το έρμα της έξωθεν καλής μαρτυρίας, ανεξάρτητοι, υποτίθεται, και απρόσβλητοι από τις επιμολύνσεις του πολιτικο-οικονομικού μας σάρματος, δείχνουν να κλυδωνίζονται από τη σεισμογόνο αρρυθμία της πολυεπίπεδης κρίσης.
Και τίποτα δεν μπορεί να συγκαλύψει τα πειστήρια του αυταπόδεικτου, όσους τόνους μελάνι κι αν ρίξουν οι Ιερεμιάδες της Κινδυνολογίας ή οι πάντοτε πρόθυμοι εργολάβοι της… πηξιγενούς συναίνεσης, που συνεχίζουν να μας μυούν στην ύψιστη επιστημοσύνη «πώς να κάνουμε τις κότες».
Κυριολεκτικώς, φρικιά κανείς μπροστά στη δειγματοληψία της αρένας: Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών εναντίον του Υπουργού Παιδείας, οι ιατροί κατά του Υπουργού Υγείας και της Διευθύντριας του ΥπΥγ, ο Γενικός Ελεγκτής εναντίον της Επιτρόπου Νομοθεσίας, ο Γενικός Ελεγκτής εναντίον της Επιτρόπου Διοικήσεως.
Ο Δήμαρχος Πάφου εναντίον της Αστυνομίας, της ηγεσίας της και κατά… πάντων, η νομοθετική εξουσία να βρίσκεται συχνά στα χαρακώματα με την εκτελεστική και, μέσα σε όλον αυτό τον κυκεώνα, να σπεύδει ο Γενικός Εισαγγελέας, επισείων τις συνταγματικές δικλίδες αποτροπής της… ανομίας και της συμφοράς, μπας και μπει κάποια τάξη στο μπάχαλο.
Έτσι ξεγυμνωμένοι, ανυπόληπτοι και «ανομιμοποίητοι», πώς θα μπορέσουν, εφεξής, οι θεσμοί, να επιτελέσουν τον ρόλο και την αποστολή τους; Και πώς θα μπορέσουν να ανακτήσουν την περιένδυση, έστω, μιας κεκυρωμένης προσχηματικότητας, ενώπιον της κοινωνίας των πολιτών;
Συνολική κρίση δομής
Η σημερινή, πολυεπίπεδη και πολύμορφη, κρίση των θεσμών, της οποίας γινόμαστε ενεοί μάρτυρες, δεν είναι κρίση, απλώς, ανευθυνότητας ή αναξιότητας κάποιων εντεταλμένων θεσμικών προσώπων, ή αποκύημα της αιφνίδιας εμφάνισης κάποιων «ανόητων» ή «γραφικών» καταγγελλόντων.
Πρόκειται για κρίση της σύνολης δομής του πολιτικού συστήματος και της κομματοπαγούς του οργάνωσης, εδραιωμένης στον κάθετο αποκλεισμό της κοινωνίας των πολιτών από την Πολιτεία, όπως οικοδομήθηκε από την ανεξαρτησία και εντεύθεν, η οποία επιδεινώνεται ως παραπληρωματικό σύμπτωμα μιας «αρρώστιας» που είναι το ίδιο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στη στιγμή της αχαλίνωτης επέκτασής του, μέσα από τους θεσμικούς όρους υπό τους οποίους συντελείται.
Την ίδια ώρα, οι εντεινόμενες καταγγελίες και οι αλληλοκατηγορίες για διαφθορά και κατάχρηση εξουσίας επιβεβαιώνουν πως οι εδραίες πεποιθήσεις των πολιτών για τα συγκεκριμένα φαινόμενα και τις πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές προεκτάσεις τους ευθυγραμμίζονται και επαληθεύουν, σχεδόν κατά πλήρη αντιστοίχιση, σε επίπεδο «αίσθησης και γνώμης», σωρεία ερευνών που έχουν διενεργηθεί κατά καιρούς, οι οποίες καταδεικνύουν ότι το φαινόμενο της διαφθοράς όχι μόνον αποτελεί μια ενδημική και πολλαχώς επιμολυσμένη απόφυση του κυπριακού πολιτικού συστήματος, αλλά συνιστά δομικό και αυτοαναπαραγόμενο στοιχείο σε όλα σχεδόν τα επίπεδα και τις συμπλέξεις του.
Όλα τα ουσιώδη θυσιάστηκαν στον βωμό της άκρατης κομματοκρατίας, που συνεχίζει, αγόγγυστα έως και σήμερα, παρά την… κροκοδείλια αυτοκριτική των συστημικών κομισαρίων της, να νέμεται την πολιτική και το κράτος.
Το αποτέλεσμα το βιώνουμε όλοι, πάνω στους σωρούς των ερειπίων που επισώρευσαν η διαφθορά, η κακοδιαχείριση, ο κομματικός νεποτισμός, η παραταξιακή φαυλότητα, η έλλειψη συλλογικών αναφορών, η τυφλή κυριαρχία του καιροσκοπισμού και της ιδιοτέλειας, η έκνομη συναλλαγή, με κυρίους αγωγούς τα ίδια τα κόμματα, που αντί να λειτουργούν ως «κύτταρα της δημοκρατίας», έχουν μετατραπεί σε αγωγούς φθοροποιού αυθαιρεσίας.
Πώς, λοιπόν, θα εξέλθουμε από τον λαβύρινθο της θεσμικής κρίσης;
Ο Αϊνστάιν έλεγε κάπου: «Τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν μπορούν να λυθούν, αν μείνουμε στο ίδιο επίπεδο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργήσαμε»… Όπερ σημαίνει, ότι, δεν είναι ο «σεβασμός στους - καταβαραθρωμένους - θεσμούς» που θα μας σώσει, αλλά η κίνηση πέρα απ’ αυτούς, με την προσίδια άνοδο της σκέψης στην αντίστοιχη τελεστική βαθμίδα.
Ίσως, από την άλλη, να ισχύει αυτό που επισημαίνει ο Καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης, ότι, «στην πραγματικότητα, τόσο το οικονομικό όσο και το πολιτικό σύστημα συνεχίζουν να αναπαράγουν το παλαιό καθεστώς: ανήκουν σε έναν τρίτον, πέραν της κοινωνίας των πολιτών, φορέα, με όρους ιδιοκτησίας», και, ως εκ τούτου, «η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει την υπέρβαση της εποχής».
Με αυτόν, λοιπόν, τον προβληματισμό, καταθέτουν τις απόψεις του στη «Σημερινή» της Κυριακής δύο ακαδημαϊκοί (Κώστας Γουλιάμος, Νίκος Τριμικλινιώτης) και ένας νομικός (Γιώργος Κολοκασίδης), συμβάλλοντας, μέσα από μιαν άλλη, διαφωτιστική οπτική, στην ανατομία της θεσμικής κρίσης.
Δρ. Κώστας Γουλιάμος
(Πρύτανης Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου)
Η κρίση του χρηματοπιστωτικού και πολιτικού συστήματος μετεξελίσσεται σε κρίση αξίων και θεσμών, δυστυχώς εκκολάπτοντας και σταδιακά επιβάλλοντας έναν νέο, πλην, όμως, δυναμικά επικίνδυνο για τον πολίτη Λόγο και μια απειλητική για τον πολιτικό πολιτισμό νοοτροπία. Λόγος και νοοτροπία συνδέονται με τη συστηματική υποτίμηση ή, ακόμα, και άρνηση ενός μέρους των θεσμικών υποκειμένων να λογοδοτούν για τη δράση τους καθ’ ύλην και κατά νόμο αρμοδίως.
Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, με κυρίαρχο μοχλό την ευτελή όσο και αστόχαστη δικαιολόγηση ως προεξάρχουσα γλώσσα της δημόσιας πολιτικής, είναι η αδράνεια της νοηματοδότησης αξιών που να σέβονται τον δημοκρατικό πολιτισμό, την ισονομία και την ισοπολιτεία. Φαίνεται πως o συνδυασμός του πελατειακού κράτους με τη διανομή δημοσίων θέσεων, αλλά και η επιδεικτική κατανάλωση στάσεων και συμπεριφορών, κορύφωσε τη σημερινή παθογένεια, με αποτέλεσμα πολλοί θεσμικοί φορείς και θεσμικά υποκείμενα να μην μπορούν να διαχειριστούν ορθολογικά την κατάσταση.
Σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύεται και εκδηλώνεται με βαναυσότητα δαιμονιακού χαρακτήρα σε πλείστους θεσμικούς χώρους το πρόβλημα - όπως και η αισθητική - ενός δημοσίου Λόγου και νοοτροπίας που καλλιεργεί και εμπεδώνει αρνητικά κοινωνικά, πολιτισμικά, οικονομικά και πολιτικά πρότυπα. Η αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν οι αρμοδιότητες των ανεξαρτήτων Αρχών είναι οριοθετημένες με σαφήνεια και οι Αρχές αφήνονται να λειτουργήσουν ελεύθερα, αλληλοελεγκτικά και συμπληρωματικά.
Γιώργος Κολοκασίδης
(Νομικός)
Είναι προφανές ότι υπάρχει σήψη των θεσμών και οι εκφάνσεις αυτής ποικίλλουν. Αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος, έλλειψη βούλησης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, αδυναμία μεταρρύθμισης του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ελλιπείς διαδικασίες λογοδοσίας και ελέγχου, φαινόμενα ασυδοσίας σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής. Μια σήψη η οποία κρατά ολόκληρη την κοινωνία καθηλωμένη, έστω κι αν κρύβεται πίσω από τους παραπλανητικούς δείκτες μιας επίπλαστης ανάκαμψης της οικονομίας, και εκφράζεται μέσα από μια γενικευμένη σιωπής στον ιστό της κομματοκρατίας.
Είμαστε, με άλλα λόγια, ενώπιον μιας πολύμορφης κρίσης, με απώλειες σε πολλαπλά επίπεδα. Η παρατηρούμενη, ωστόσο, σύγκρουση των θεσμών το τελευταίο διάστημα, η οποία βρίσκεται σε πλήρη συστοίχιση με το καθεστώς της σήψης και της διαφθοράς, ενδέχεται να αποτελέσει ένα μικρό, έστω, βήμα προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης του προβλήματος. Τουλάχιστον, μέσα από αυτήν, θα μπορούσε να ελπίσει κάποιος ότι οι πολίτες θα μπορέσουν να σχηματίσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη σήψη, το εύρος, τις διαδρομές και τις προεκτάσεις της.
Νίκος Τριμικλινιώτης
(Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Επικεφαλής Κέντρου για Θεμελιώδη Δικαιώματα)
Θεωρώ ότι βιώνουμε σοβαρό πρόβλημα ουσιαστικής αποψίλωσης των δημοκρατικών θεσμών. Η προϊούσα αυτή παρακμή εκφράζεται, σαφώς, μέσα από τη δημόσια αντιπαράθεση των θεσμών, αλλά και μέσα από την κοινωνική τους απονομιμοποίηση. Οι θεσμοί μπορεί να επικαλούνται τις αρμοδιότητες και το κανονιστικό τους πλαίσιο, ακόμη και στο μέτρο που αντιπαρατίθενται, ωστόσο, έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Ας θυμηθούμε, επιπρόσθετα, ότι είχαμε εν ισχύι ένα ισχυρό κράτος προνοίας, το οποίο σήμερα τείνει να διαλυθεί, ευρισκόμενο σε μια διαρκή κρισιακή κατάσταση αποσύνθεσης.
Την ίδια ώρα, απουσιάζουν οι μηχανισμοί δημοκρατικής λογοδοσίας και ελέγχου, μέσα σ’ έναν διαρκώς αυξανόμενο «αυταρχικό κρατισμό», σύμφωνα με την έκφραση του Νίκου Πουλαντζά. Παρατηρούμε, από τη μια, μιαν ασυδοσία εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας όσον αφορά την άσκηση πολιτικής, και, από την άλλη, μια γελοιογραφία νομοθετικού ελέγχου εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ, ταυτόχρονα, βλέπουμε να έχουν διασαλευθεί πλήρως οι εξισορροπητικές διαδικασίες στις σχέσεις των διαφόρων εξουσιών. Είναι αξιοσημείωτο, επιπλέον, ότι το περίφημο «δόγμα» της ισορροπίας των εξουσιών προσεγγίζεται εντελώς φορμαλιστικά από τα δικαστήρια. Με αποτέλεσμα, να μην ελέγχεται κανένας από κανέναν, αφού όλοι επικαλούνται την αρχή και το πλαίσιο αρμοδιότητάς τους.
Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ελλείπει, ουσιαστικά, η κουλτούρα του δημοκρατικού ελέγχου, με συνέπεια οι θεσμικοί αξιωματούχοι να λειτουργούν, λίγο πολύ, σαν φεουδάρχες.
Υπάρχει, λοιπόν, σύγκρουση ανάμεσα στους θεσμούς, αλλά και εμβάθυνση του χάσματος ανάμεσα στους θεσμούς και την κοινωνία. Δεν πρέπει να παραθεωρείται, επίσης, το φαινόμενο ρευστοποίησης των μεσαίων κοινωνικών τάξεων και η συναφής, προς αυτό, κατάργηση της διαδικασίας εξαστισμού, η οποία είχε προσδώσει στην κυπριακή κοινωνία τα βασικά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά της μετά το 1974.




