ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ… ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΕΔΡΑΝΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΘΩΚΟ

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΚΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ, ΟΠΟΥ ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ -Η ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ, ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ- ΥΠΟΧΩΡΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΕΞΩ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ-ΚΟΜΜΑΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ (ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ) ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ «ΟΣΦΥΟΚΑΜΨΙΑΣ» ΣΤΗΝ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ

Ως αποτέλεσμα, οι εσωκομματικές πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν ανενεργές, οι δημοκρατικές λειτουργίες αθέμιστες -ή και, στην πράξη, παροπλισμένες-, η παραγωγή πολιτικής, με βάση την ιδεολογία και όχι τις όποιες προσωπικές δρομολογήσεις, ανύπαρκτη, και το στοιχείο της σύγκρουσης, απαραίτητη και εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να υπάρξει πολιτική, μια επικίνδυνη παρέκκλιση που πρέπει να εξορκιστεί


Δονεί «παρηχητικά», ακόμη, τα ώτα ο απόηχος των εκκλήσεων προς το εκλογικό σώμα, για αθρόα προσέλευση στις κάλπες στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές.
Στον χορό των εκκλήσεων είχαν αποδυθεί, ενορχηστρωμένα, τα πολιτικά κόμματα, οι ίδιοι οι υποψήφιοι, θεσμικοί και πολιτειακοί παράγοντες, ακόμη και... εκπρόσωποι των ΜΜΕ, καθ’ «υπέρβασιν» του ρόλου και της ευθύνης τους, με το κουραστικά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι οι εκλογές αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατίας, ότι η αποχή συνιστά φαλκίδευση της λαϊκής κυριαρχίας και της βούλησης του λαού, ότι επιτρέπει στο υπάρχον σύστημα, με όλες τις ανεπάρκειες και παθογένειές του, να αναπαράγεται και να διαιωνίζεται, αποτρέποντας την πολυπόθητη και επιδιωκόμενη «αλλαγή», και άλλα τινά εύηχα.

Δεν πέρασε, ωστόσο, παρά ελάχιστος χρόνος, ώστε τα ίδια τα κόμματα να δείξουν στην πράξη πώς εννοούν την «κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας» -τις εκλογές, δηλαδή-, καθ’ όσον αφορούσε τα του οίκου τους.

Έτσι, είδαμε στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη της ανώτατης κομματικής ηγεσίας στα δύο μεγάλα κεντροδεξιά (αστικά) κόμματα (ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ) να μην πραγματοποιούνται, καν, εκλογές, με τους δύο κομματικούς αρχηγούς να επανεκλέγονται στην προεδρία άνευ ανθυποψηφίου (μάλιστα ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου είναι η δεύτερη φορά που εκλέχθηκε στην ηγεσία του Δημοκρατικού Συναγερμού χωρίς ανθυποψήφιο), ενώ και άλλα κομματικά αξιώματα «κατανεμήθηκαν» άνευ εκλογών.

Παρακολουθήσαμε, με άλλα λόγια (έστω κι αν το εκλογικό συνέδριο στο ΔΗΚΟ… δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί), μιαν ανοίκεια πολιτική συμπεριφορά, όπου οι εκλογικές διαδικασίες -η πεμπτουσία, υποτίθεται, της δημοκρατίας- υποχώρησαν και υποτάχθηκαν σε μια λογική ισορροπίας δυνάμεων, εξω-δημοκρατικής διανομής των εξουσιαστικών-κομματικών αγαθών (με βάση τη συναλλαγή και τη διαχείριση μεσοπρόθεσμων συσχετισμών) και συλλογικής «οσφυοκαμψίας» στην αδιαμφισβήτητη εξουσία του αρχηγού.

Αν υποθέσει κανείς ότι τα δύο κεντροδεξιά κόμματα -τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αυτοβαυκαλίζονται ότι αποτελούν τα κύτταρα της αληθινής δημοκρατίας, απέναντι στις συγκεντρωτικές ή και οιονεί απολυταρχικές ώσεις της παραδοσιακής αριστεράς-, αποτελούν την περιστασιακή, απλώς, εξαίρεση του δημοκρατικού κανόνα, σφάλλει σφοδρώς, αφού και στο υπόλοιπο διάνυσμα του «δημοκρατικού τόξου» παρατηρούνται ανάλογα ή και χειρότερα φαινόμενα συλλογικής «συσπείρωσης» στο αναντίλεκτο της προσωποπαγούς αρχηγικής εξουσίας και του κομματικού ολιγαρχισμού.

Αδιάψευστο παράδειγμα, τα διάφορα «κινηματικά», υποτίθεται, πολιτικά σχήματα που εμφανίζονται, κατά καιρούς, ως φορείς μιας περισσότερο ανοικτής και «συμμετοχικής» προσέγγισης της πολιτικής, τα οποία… πάσχουν από έναν αθεράπευτα ναρκισσευόμενο αρχηγισμό περισσότερο και από τα λεγόμενα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά κόμματα. Ως προς τούτο, και χωρίς ίχνος επιτίμησης, είναι… κουραστικό, για παράδειγμα, να θυμάται κανείς πως στην ηγεσία του Κινήματος Οικολόγων -είτε στη θέση του Γ.Γ. είτε στη θέση του Προέδρου του κόμματος- δεν υπήρξε άλλο πολιτικό στέλεχος πέραν του κ. Γιώργου Περδίκη και, επ’ ολίγον, της κ. Ιωάννας Παναγιώτου, ή, ότι, στην πολύπαθη, παρ’ ότι νεαρά, Συμμαχία Πολιτών, η ηγεσία του κ. Γιώργου Λιλλήκα είναι κάτι πέρα από αδιαμφισβήτητη. Τα ίδια συμβαίνουν και στα άλλα μικρότερα κόμματα ή κινήσεις, που σταδιακά… απολιθώνονται σε σκεύη προώθησης και ικανοποίησης των πολιτικών φιλοδοξιών των εμπνευστών τους.

Ιστορικά, βεβαίως, θα ήταν υπερβολικό ή ανακόλουθο να ανέμενε κανείς οτιδήποτε διαφορετικό στη δομή και στη συμπεριφορά των κυπριακών κομμάτων, αφού, εκ συστάσεως, έχουν συγκροτηθεί και αναπτυχθεί γύρω από έναν ισχυρό προσωποπαγή αρχηγικό πυρήνα, με τη φιγούρα του αρχηγού να κυριαρχεί και να δεσπόζει, με αδιαμφισβήτητο τρόπο, σε ολόκληρη την κομματική ζωή και λειτουργία.

Και τα τέσσερα κοινοβουλευτικά κόμματα, που κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή μετά το 1974, διέπονταν από αρχηγικά γνωρίσματα περίπου απολυταρχικού τύπου, μην επιτρέποντας οιαδήποτε αμφισβήτηση της σχεδόν καθοσιωμένης μορφής του ιδρυτή/αρχηγού.

Ο Σπύρος Κυπριανού στο Δημοκρατικό Κόμμα, ο Γλαύκος Κληρίδης στον Δημοκρατικό Συναγερμό, ο Βάσος Λυσσαρίδης στην ΕΔΕΚ, ακόμη και ο Εζεκίας Παπαϊωάννου στο ΑΚΕΛ, αν και αντιπροσώπευε, ενδεχομένως, άλλου τύπου ιεραρχίες και δομές ηγεσίας, ήσαν τέτοιου τύπου ηγέτες, υπερκείμενοι, με την αίγλη και τον φωτοστέφανο της «ιστορικής αποστολής τους», κάθε εννοίας πολιτικού αγωνισμού, κριτικής και αμφισβήτησης. Λειτουργούσαν, αντίθετα, ως οι ιεροί «θεματοφύλακες» της ενότητας και της συνοχής του κόμματος, απέναντι σε κάθε ενδεχόμενη διάθεση αμφισβήτησης ή και σύγκρουσης.

Ως αποτέλεσμα, οι εσωκομματικές πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν ανενεργές, οι δημοκρατικές λειτουργίες αθέμιστες -ή και, στην πράξη, παροπλισμένες-, η παραγωγή πολιτικής, με βάση την ιδεολογία και όχι τις όποιες προσωπικές δρομολογήσεις, ανύπαρκτη, και το στοιχείο της σύγκρουσης, απαραίτητη και εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να υπάρξει πολιτική, μια επικίνδυνη παρέκκλιση που πρέπει να εξορκιστεί.

Συνακόλουθη συνέπεια, η ιδεολογική συνείδηση να παραμένει άνευρη και ασθενής, ενώ η μετάβαση από τις προσωποκεντρικές, αρχηγικού τύπου, δομές σε ανοικτές, πλουραλιστικού και ορθολογικού χαρακτήρα, διαδικασίες, ενοφθαλμισμένες σε ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια, να καταστεί δυσχερής, έως δυσεπίτευκτη.
Επιπρόσθετα, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη νοοτροπία και χαρακτηροδομή κομματικού στελέχους, στο πλαίσιο της οποίας η αφοσίωση στο κόμμα ταυτιζόταν, πάντα, με την αφοσίωση στον αρχηγό κι όπου η αμφισβήτηση αυτού του τελευταίου ερμηνευόταν ως ανυπακοή και ασέβεια έναντι των ιερών κληροδοτήσεων του κόμματος.

«Αυτοκρατορικό» προεδρικό μοντέλο

Το αρχηγικό «κοσμοείδωλο», ωστόσο, δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο ισχυρό στους καθοδηγητικούς κατοπτρισμούς του, αν ήταν αποτέλεσμα μόνον της ανωριμότητας της κυπριακής κοινωνίας να συγκροτηθεί ως κοινωνία πολιτική, με την προσίδια θεσμική και ιδεολογική πλαισίωση, ή, απλώς, απότοκο των «πατριαρχικών» ή «φατριακών» δομών της.

Αντίθετα, εσωτερικεύει, ενσωματώνει και αντανακλά το κυρίαρχο συμβολικό/εξουσιαστικό πρότυπο της σχεδόν αυτοκρατορικής παντοδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, που, συνταγματικώ τω τρόπω, μπορεί να διοικεί και να πολιτεύεται ως περίπου ανέλεγκτος άρχων.

Αυτός ο πρωτεύων ηγεμονικός κατοπτρισμός διαθλάται δυναστικά σε όλες τις παράγωγες πολιτικές μορφοποιήσεις και, προεξαρχόντως, τα πολιτικά κόμματα, τα οποία έχουν διαπεραθεί επικαθοριστικά από τη συμβολική του ισχύ σε όλο το φάσμα της πολιτικής τους λειτουργίας.

«Αμετάκλητοι» Πρόεδροι

Η ιστορία, λοιπόν, των κυπριακών κομμάτων θα μπορούσε να διαβαστεί και από την πλευρά της «ανεκκλητότητας» των ιστορικών ηγετών τους, που ως ιδρυτές και αρχηγοί υπήρξαν οι στερροί και αμετακίνητοι σηματωροί της ιστορικής τους πορείας, παρασύροντας στον εθισμό της δικής τους… αρχηγικής ισοβιότητας και τους κάθε λογής επιγόνους.

Η εκλογική ιστορία και των τεσσάρων παραδοσιακών κοινοβουλευτικών κομμάτων επιβεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, αφού ίδρυσε και ηγήθηκε του ΔΗΣΥ το 1976, παρέμεινε ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του έως και το… μακρινό 1993, ότε και εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Τον ακολούθησε στην ηγεσία του κόμματος μέχρι το 1997 ο Γιαννάκης Μάτσης, τον οποίο διαδέχθηκε ο Νίκος Αναστασιάδης, επανεκλεγόμενος άλλες τέσσερις φορές (1999 - με ανθυποψήφιο τον Γιαννάκη Κασουλίδη -, 2003, 2007 [2], 2012 άνευ ανθυποψηφίου) στην ηγεσία του κόμματος. Με την εκλογή του ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2013, ο Ν. Αναστασιάδης αποχωρεί από την Προεδρία του ΔΗ.ΣΥ., για να τον διαδεχθεί, χωρίς ανθυποψήφιο, ο Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος εξελέγη για δεύτερη φορά Πρόεδρος, επίσης άνευ ανθυποψηφίου, στις εκλογές του περασμένου Απρίλη.

Στον αστερισμό του Σπύρου και του Τάσσου

Ανάλογη ήταν η πορεία των πραγμάτων και στο έτερο κόμμα της κεντροδεξιάς, το ΔΗΚΟ, με τον Σπύρο Κυπριανού να ηγείται του κόμματος από το 1976 έως και το 2000, ότε και τον διαδέχθηκε, εκλεγόμενος χωρίς αντίπαλο, ο Τάσσος Παπαδόπουλος.

Στη συνέχεια, το Δημοκρατικό Κόμμα γνώρισε δύο σημαντικές εσωκομματικές εκλογικές αναμετρήσεις, προσωποπαγούς, ωστόσο χαρακτήρα, αφού δεν επρόκειτο περί πραγματικής πολιτικής σύγκρουσης με σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Το 2006, ο Μάριος Καρογιάν, υποστηριζόμενος από τον απελθόντα Πρόεδρο του κόμματος και Πρόεδρο, τότε, της Δημοκρατίας, Τάσσο Παπαδόπουλο, επικρατεί του Νίκου Κλεάνθους, ο οποίος εκτελούσε χρέη αναπληρωτή Προέδρου μέχρι τη διεξαγωγή των εσωκομματικών εκλογών.

Ο Μάριος Καρογιάν επανεκλέγεται το 2009 χωρίς ανθυποψήφιο, αν και στο πλαίσιο μιας έντονης και πολωτικής εσωκομματικής αντιπαράθεσης, που είχε ως αποτέλεσμα την ισχυρή ρηγμάτωση της συνοχής του κόμματος, με το «στρατόπεδο» Νικόλα Παπαδόπουλου να κερδίζει όλες σχεδόν τις βαθμίδες της ανώτατης κομματικής πυραμίδας και το στρατόπεδο του επανεκλεγέντος Προέδρου να κυριαρχεί στα συλλογικά όργανα - Πολιτικό Γραφείο, Κεντρική Επιτροπή.

Η δεύτερη επρόκειτο να διεξαχθεί το 2013, όταν, μέσα σε σχεδόν διασπαστικό κλίμα, ο Νικόλας Παπαδόπουλος επικρατεί με μικρή διαφορά του Μάριου Καρογιάν, καταλαμβάνοντας την αρχηγία.

Ο νυν Πρόεδρος του ΔΗΚΟ επανεξελέγη άνευ ανθυποψηφίου στις τωρινές εσωκομματικές εκλογές.

Μια από τα ίδια…

Το 1969 ο Βάσος Λυσσαρίδης ιδρύει την Ενιαία Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (Ε.Δ.Ε.Κ.), το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα της Κύπρου, παραμένοντας στη θέση του Προέδρου, ως ο αδιαμφισβήτητος ιστορικός του ηγέτης, από το 1969 μέχρι το 2001 (το 2002 γίνεται επίτιμος πρόεδρος του κόμματος).

Τον Βάσο Λυσσαρίδη διαδέχεται τον Ιούλιο του 2001 ο Γιαννάκης Ομήρου, κερδίζοντας στις εσωκομματικές εκλογές τον Τάκη Χατζημητρίου. Ο Γιαννάκης Ομήρου επανεκλέγεται Πρόεδρος, άνευ ανθυποψηφίου, τον Μάρτιο του 2007, όπως επίσης και το 2012.

Τον Ιανουαρίου του 2015 υποβάλλει αιφνιδιαστικά την παραίτησή του από τη θέση του Προέδρου της Ε.Δ.Ε.Κ., οδηγώντας το κόμμα σε αναπληρωματικές εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου, με τον Μαρίνο Σιζόπουλο να υπερισχύει του Γιώργου Βαρνάβα, καταλαμβάνοντας την Προεδρία. Ο Μαρίνος Σιζόπουλος επανεκλέγεται Πρόεδρος του Κινήματος στις εκλογές του 2017, επικρατώντας του Διομήδη Διομήδους.

Εζεκίας, Χριστόφιας, Άντρος

Η σχεδόν εκατονταετής πορεία του ΑΚΕΛ στα πολιτικά πράγματα του τόπου σημαδεύτηκε από την 40ετή παρουσία του Εζεκία Παπαϊωάννου στη θέση του Γ.Γ. του κόμματος.

Ο Εζεκίας Παπαϊωάννου εκλέχθηκε το 1949 από το 6ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ ως ο τρίτος Γενικός Γραμματέας του κόμματος, θέση την οποία διατήρησε ώς τον θάνατό του το 1988.

Το 1987, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, όντας σχεδόν 80 ετών, προετοίμαζε την έξοδό του, επιλέγοντας τον Δημήτρη Χριστόφια (ηγέτη, τότε, της ΕΔΟΝ), ως διάδοχό του. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά, πέθανε, χωρίς να ολοκληρώσει τη διαδικασία της διαδοχής του. Παρ’ όλα αυτά, η επιθυμία του έγινε σεβαστή και ο έως τότε σχεδόν άγνωστος πέρα από τον κομματικό χώρο, Δημήτρης Χριστόφιας, εξελέγη, στις 22 Απριλίου 1988, από την Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, ως νέος Γενικός Γραμματέας, επικρατώντας του Παύλου Δίγκλη. Αξίωμα στο οποίο επανεξελέγη άλλες τέσσερεις φορές, το 1990, το 1995, το 2000 και το 2005 άνευ ανθυποψηφίου.

Τον Δημήτρη Χριστόφια διαδέχθηκε τον Γενάρη του 2009 ο Άντρος Κυπριανού, επικρατώντας στις εσωκομματικές εκλογές του Νίκου Κατσουρίδη, θέση στην οποία επανεκλέγηκε, άνευ ανθυποψηφίου, από το 21ο Συνέδριο του Κόμματος τον Νοέμβριο του 2010 και το 22ο Συνέδριο τον Ιούνιο του 2015.