Η Κύπρος, κορυφαία υπόθεση της Ελλάδος και ζωτικής σημασίας επιβίωση ενός σημαντικού τμήματος του Ελληνισμού, που ευρίσκεται και σε διαρκή σύζευξη με την ιστορική πορεία του έθνους των Ελλήνων, υπάρχει γιατί υπακούει στις προσταγές ενός ανυπέρβλητου τρισχιλιετούς πολιτισμού. Επομένως, οι εν Αθήναις κρατούντες πολιτικοί και άνδρες του πολιτισμού, της οικονομίας και του ευρύτερου κοινωνικού κατεστημένου, οφείλουν να προσεγγίζουν την Κύπρο με τα λόγια του ποιητή ως «ελληνική πατρίς Κύπρος»
Έλληνες πολιτικοί, μιλώντας για τα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, συνηθίζουν να υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, προκειμένου να προχωρήσει η Αθήνα στη διευθέτηση άλλων ζητημάτων, κυρίως των ελληνοτουρκικών θεμάτων. Εσφαλμένα τα ελληνοτουρκικά θέματα θεωρούνται από κύκλους των Αθηνών ως ξεχωριστές θεματικές ενότητες, οι οποίες επηρεάζονται μεν, αλλά δεν συνδέονται άμεσα με το κυπριακό πρόβλημα.
Η επίλυση του κυπριακού προβλήματος σαφώς και θα διευκόλυνε την αναζήτηση τρόπων συνεννόησης με την Άγκυρα, έτσι ώστε να αποκατασταθεί ένα πλαίσιο ειρηνικής συνύπαρξης και απαλλαγής της περιοχής που συνδέει τις δύο χώρες από τον κίνδυνο πολεμικής σύρραξης. Κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε ως εκτονωτική διάσταση ενός ζητήματος που επιβαρύνει εδώ και δεκαετίες τη σχέση των δύο χωρών. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως το Κυπριακό πρέπει ή μπορεί να λυθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και όρους, αλλά προϋποθέτει την εναρμόνιση της λύσης με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, την εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής για όλους τους Κυπρίους και την οικοδόμηση ενός κράτους, που να συνάδει προς τις αρχές, αξίες και δομές των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών, δηλαδή να είναι κράτος δικαίου.
Σύγχρονη, δημοκρατική, ευρωπαϊκή λύση στην Κύπρο προϋποθέτει την a priori αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Στο πλαίσιο αυτών των προϋποθέσεων, επισημαίνεται πως οφείλουμε να προχωρούμε με στρατηγικό σχέδιο, χωρίς να υποκύπτουμε στην πίεση των σκοπιμοτήτων του διεθνούς παράγοντα, διολισθαίνοντας σε κοντόφθαλμες ανιστόρητες κομματικές πολιτικές. Ο διεθνής παράγων, τον οποίο ορισμένοι εμπιστεύονται, δεν σκέφτεται το συμφέρον της Κύπρου, όσο την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπιμοτήτων, όπως πλειστάκις εσυνέβη με τις παγίδες του βρετανικού παράγοντα στην Κύπρο.
Εάν δεν οικοδομηθεί ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, οποιαδήποτε άλλη παρέκκλιση εν είδει Ανανικής κατασκευής προσφοράς λύσης, θα οδηγούσε την Κύπρο σε σταδιακή τουρκοποίηση ή σε προτεκτοροποίηση. Σε αυτήν την περίπτωση, όχι μόνο το Κυπριακό δεν θα επελύετο, αλλά η Κύπρος θα μετατρεπόταν σε βραδυφλεγή εκρηκτική ύλη, τόσο για την περιοχή, όσο και για τον ευρύτερο Ελληνισμό.
Η Κύπρος, κορυφαία υπόθεση της Ελλάδος και ζωτικής σημασίας επιβίωση ενός σημαντικού τμήματος του Ελληνισμού, που ευρίσκεται και σε διαρκή σύζευξη με την ιστορική πορεία του έθνους των Ελλήνων, υπάρχει γιατί υπακούει στις προσταγές ενός ανυπέρβλητου τρισχιλιετούς πολιτισμού. Επομένως, οι εν Αθήναις κρατούντες πολιτικοί και άνδρες του πολιτισμού, της οικονομίας και του ευρύτερου κοινωνικού κατεστημένου, οφείλουν να προσεγγίζουν την Κύπρο με τα λόγια του ποιητή ως «ελληνική πατρίς Κύπρος».
Είναι γνωστή επίσης η προσέγγιση του Τούρκου συνταγματολόγου, Νιχάτ Ερίμ, ο οποίος το 1956, δεχόμενος την εντολή από τον τότε Πρωθυπουργό, Αντνάν Μεντερές, να εκπονήσει σχέδιο υπονόμευσης της ελληνικής κυριαρχίας, απεφάνθη πως κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί αρχής γενομένης από την κατάκτηση της Κύπρου. Εξ ου και η κατάρτιση του σχεδίου «Αττίλας». Αυτό καταδεικνύει ήδη από τη δεκαετία του 1950 τη βούληση της τουρκικής ηγεσίας να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των συνθηκών της Λωζάννης και των Παρισίων, που διέπουν τις σχέσεις των δύο χωρών, προκειμένου να επιτύχουν την υπαγωγή της Ελλάδος στην τουρκική επικυριαρχία. Η Κύπρος αποτελούσε και αποτελεί μέχρι σήμερα το πρώτο σκαλοπάτι, το πρώτο βήμα υλοποίησης ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού της Άγκυρας για την αλλαγή του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την παρουσία της Ελλάδος και της Κύπρου στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο.
Κατανοείται από τον καθένα πως μπορεί η Κύπρος να είναι ανεξάρτητη πολιτεία, δεν είναι όμως σε θέση μόνη να επιτύχει την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας και κυριαρχίας στην επικράτειά της, ούτε και κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται να εγκαταλειφθεί από την Αθήνα. Μια τέτοια πρόχειρη και άνευ σχεδίου αντίληψη πολιτικής των Αθηνών θα επέφερε σαφώς σοβαρές, ανυπολόγιστες συνέπειες, θα λέγαμε επιπτώσεις, στην πορεία και στην αξιόπιστη παρουσία της Ελλάδος στον κόσμο των κρατών. Εξάλλου τα κράτη δεν υφίστανται μόνον ως οντότητες ονομαστικές ή και οικονομικές στη διεθνή κοινότητα, αλλά πολύ μεγάλη σημασία διαδραματίζει η φήμη τους, η συνέπεια, η αποτελεσματικότητα και η ικανότητά τους να διεκδικούν και να επιτυγχάνουν στόχους. Το κάθε κράτος στη διεθνή κοινωνία το ακολουθεί μια παράσταση θετική ή αρνητική, που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο τα άλλα κράτη το αντιλαμβάνονται, το προσεγγίζουν, ενδιαφέρονται να συνεργαστούν μαζί του ή το απαξιώνουν.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




