Η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, που ήρθε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο της πολύχρονης πανίσχυρης παρουσίας και οργανωτικής δομής επιρροής ενός δυναμικά λειτουργούντος ισραηλινού - εβραϊκού λόμπι στην Ουάσιγκτον, αλλά και εξαιτίας της προσωπικότητας της συγκεκριμένης ηγεσίας των ΗΠΑ σε συνάρτηση με την ευρύτερη πολιτική της στη Μέση Ανατολή, σφραγίζει το άνοιγμα σε μια νέα περίοδο μη προβλέψιμων διεθνοπολιτικών δρώμενων. Το παλαιστινιακό ζήτημα, κατόπιν τούτων, όχι μόνο δεν βαίνει προς επίλυση, αλλά αντιθέτως πιθανότατα θα λάβει κατά τα ανωτέρω εκρηκτικές διαστάσεις

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετέφερε την πρεσβεία της Ουάσιγκτον από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, αποδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ιστορική σημασία στη θέση και τον ρόλο της ιερής αυτής πόλης για τον εβραϊκό -και όχι μόνο- κόσμο. Η κίνηση αυτή προσδίδει μια ποιοτική αναβάθμιση της σπουδαιότητας στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ, όπερ σημαίνει προτεραιότητα στις επιλογές των ΗΠΑ αναφορικά προς τον ρόλο του Ισραήλ στην περιοχή.

Η πρωτοβουλία αυτή προκάλεσε έντονες και δραματικές εξελίξεις στον παλαιστινιακό λαό, ο οποίος εξεγέρθηκε, ενώ η Λωρίδα της Γάζας και οι κατεχόμενες αραβικές περιοχές βρίσκονται δυναμικά ενεργοποιημένες επί ποδός πολέμου. Συνακολούθως έλαβαν χώραν γεγονότα επεισοδιακών συγκρούσεων με σωρεία νεκρών και τραυματιών και με απρόβλεπτο το σκηνικό των επομένων ημερών αναφορικά προς την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

Η παλαιότερη διεθνής πληγή της ανθρωπότητας, το Παλαιστινιακό, που μαζί με το Κυπριακό αποτελούν εναπομείναντα άλυτα διεθνή ζητήματα, τα οποία κληροδοτήθηκαν στον κόσμο από τον 20όν στον 21ον αιώνα, βρίσκονται και πάλι στο διεθνές προσκήνιο. Υπενθυμίζουμε πως το Παλαιστινιακό γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940, με την ίδρυση του ισραηλινού κράτους στην Παλαιστίνη και τον εκτοπισμό των Παλαιστινίων από τα εδάφη τους. Αυτό προκάλεσε μια σειρά αραβοϊσραηλινών πολέμων στη Μέση Ανατολή, τόσο στη δεκαετία του 1950, όσο και το 1967, με τη μεγάλη νίκη των Ισραηλινών απέναντι στον αραβικό κόσμο, αλλά και το 1973.

Η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, που ήρθε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο της πολύχρονης πανίσχυρης παρουσίας και οργανωτικής δομής επιρροής ενός δυναμικά λειτουργούντος ισραηλινού - εβραϊκού λόμπι στην Ουάσιγκτον, αλλά και εξαιτίας της προσωπικότητας της συγκεκριμένης ηγεσίας των ΗΠΑ σε συνάρτηση με την ευρύτερη πολιτική της στη Μέση Ανατολή, σφραγίζει το άνοιγμα σε μια νέα περίοδο μη προβλέψιμων διεθνοπολιτικών δρώμενων. Το παλαιστινιακό ζήτημα κατόπιν τούτων, όχι μόνο δεν βαίνει προς επίλυση, αλλά αντιθέτως πιθανότατα θα λάβει κατά τα ανωτέρω εκρηκτικές διαστάσεις.

Ο Αραβικός κόσμος, που στο παρελθόν ασκούσε πολλές φορές αποτελεσματικές πολιτικές διεθνούς πίεσης με τη λειτουργία του ως πετρελαϊκού και όχι μόνο λόμπι διεθνούς επιρροής, σήμερα δεν υφίσταται ούτε ενιαία, ούτε και αποτελεσματικά ως σύστημα διεθνούς πολιτικής προβολής πειθούς. Παραμένουν παρά ταύτα ενεργοποιημένες οι παλαιστινιακές οργανώσεις, που δραστηριοποιούνται δυναμικά ανά την υφήλιο με στόχο την επιβολή της βούλησής τους με όλα τα μέσα για συρρίκνωση και αποδυνάμωση της ισραηλινής πολιτικής.

Το πρόβλημα των επιπτώσεων από την κίνηση Τραμπ θα εξακολουθεί να υφίσταται. Αυτό σημαίνει πως όχι μόνο ο κόσμος των Παλαιστινίων θα αντιδράσει εν προκειμένω με κάθε τρόπο, αλλά και πως αυτή τούτη η υπόθεση της εμπέδωσης και διασφάλισης της ειρήνης και της σταθερότητας στην ταραγμένη Μέση Ανατολή παραπέμπει σε ένα μέλλον απολύτως αβέβαιο και ανασφαλές.

Θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε πως η Τουρκία υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέβαλε την παλαιότερη πολιτική των κεμαλιστών για ιδιαίτερα καλές και στενές σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ σε μια προδήλως εχθρική αντιπαράθεση απέναντί του. Ο Ερντογάν διακηρύττει την ακλόνητη θέση του πως ο παλαιστινιακός αγώνας πρέπει να δικαιωθεί και να υποστηριχθεί από όλους τους μουσουλμάνους του κόσμου, υπογραμμίζοντας πως οι Παλαιστίνιοι δικαιούνται να επιστρέψουν στις πατρογονικές τους εστίες. Ξεχνά, όμως, ταυτόχρονα, πως η χώρα του διαπράττει εγκλήματα κατά εθνοτήτων και λαών, τόσο απέναντι στους Κούρδους, ιδιαιτέρως αυτήν την περίοδο, όσο και κυρίως απέναντι στον κυπριακό Ελληνισμό, τον οποίο εξανάγκασε σε βίαιο εκτοπισμό, προσφυγοποιώντας τον στην ίδια του την πατρίδα από το 1974 και εντεύθεν.

Το Ισραήλ κινείται με βάση την υπεροχή της ισχύος έναντι του διεθνούς νόμου. Λαοί των οποίων καταπατείται το δίκαιο, οφείλουν να το επικαλούνται, να στηρίζονται σε αυτό, προβάλλοντας όμως αντίστοιχη ισχύ επιδιώκοντας έτσι τη δικαίωσή τους. Δυστυχώς ζούμε σε έναν κόσμο, όπου το δίκαιο τυγχάνει επιλεκτικής και αποσπασματικής εφαρμογής, γεγονός που μαρτυρεί πως η πρακτική του υλοποίηση στηρίζεται στην ικανότητα και τη θέληση εκείνων που το υπερασπίζονται. Αυτό πρέπει να καταστεί γνώμονας πολιτικής και καθοδηγητικός φάρος στην πορεία μας ως Ελληνισμού, Κύπρου και Ελλάδος, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε επιτυχώς και νικηφόρα κάθε είδους επιθετική, επεκτατική κίνηση εις βάρος μας.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο