ΠΩΣ, ΕΝ ΜΕΣΩ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ, Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΥΝΤΗΡΕΙ ΔΙΕΘΝΗ ΜΕΤΩΠΑ

«ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΩΣ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΝΑ ΠΟΔΟΠΑΤΗΣΕΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΠΡΟΑΓΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΥ ΗΓΕΤΗ», ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ Η ΙΣΡΑΗΛΙΝΗ «HAARΕTZ»

Με όλες αυτές τις αντιπαλότητες και με τη χώρα του να απομακρύνεται, τα τελευταία δύο χρόνια, όλο και γρηγορότερα από τη δημοκρατία, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν κρύβει τον εκνευρισμό του, για την κριτική που δέχεται από τη διεθνή κοινότητα


Αντιπαλότητες σε διεθνές επίπεδο καλλιεργεί ο Τούρκος Πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, όχι απλώς για εξυπηρέτηση της στρατηγικής της εξωτερικής πολιτικής του, αλλά και για ενίσχυση του προεκλογικού του, ενόψει των πρόωρων εκλογών που προκήρυξε στην κατοχική χώρα για την 24η Ιουνίου. Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τα ανοιχτά μέτωπα -μικρά ή μεγάλα- σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, με στόχο να ισχυροποιήσει τη θέση του στο εσωτερικό της χώρας, παρουσιάζοντας τον εαυτό του προς τον τουρκικό λαό ως έναν ατρόμητο ηγέτη, που προσπαθεί να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή και να αποτελέσει κάποιου είδους φόβητρο για τους μεγάλους διεθνείς παίκτες.

Με αυτήν την τακτική επιτυγχάνει και τη συσπείρωση εθνικιστικών δυνάμεων γύρω από το πρόσωπό του, μια δεξαμενή ψηφοφόρων η οποία δεν θεωρείται απαραιτήτως δεδομένη, καθώς το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ που τον υποστηρίζει καταγράφει διαρροές προς την κατεύθυνση της ανθυποψηφίου του Μεράλ Άκσενερ, η οποία υπήρξε στέλεχός του μέχρι που ίδρυσε το δικό της κόμμα ΙΥΙ.

Η Ευρώπη και οι «κακοί» γείτονες

«Στην εθνικιστική καμπάνια του Ερντογάν δεν είναι μόνο το Ισραήλ κατάλληλος στόχος αλλά και οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, στις οποίες επιτίθεται για να παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον Πρόεδρο μιας μεγάλης δύναμης, που δεν φοβάται να ποδοπατήσει διπλωματικές και διεθνείς σχέσεις, ώστε να προάγει την εικόνα του ως πανίσχυρου ηγέτη», σχολιάζει η ισραηλινή εφημερίδα «Haaretz», σε ανάλυσή της για τις τουρκικές εκλογές. Δεν είναι μόνο θέμα εικόνας, εξηγεί, είναι υλοποίηση της στρατηγικής του στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Η εφημερίδα, η οποία θεωρεί πως ο Ερντογάν θα πετύχει την επανεκλογή του, φέρνει ως παράδειγμα το γεγονός πως ο Πρόεδρος της κατοχικής χώρας δεν δίστασε να ανακαλέσει τον Τούρκο Πρέσβη στην Ουάσιγκτον πίσω στην Άγκυρα και να προειδοποιήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλτ Τραμπ ότι η ιστορία δεν θα τον συγχωρέσει για τη μετακίνηση της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ. Επιτέθηκε επίσης στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία, επειδή δεν τον άφησαν να κάνει προεκλογική εκστρατεία στους Τούρκους που ζουν σε αυτές τις χώρες.

«Στα μάτια του Ερντογάν, ο Τραμπ και ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου είναι ένα ενιαίο πακέτο κακού και τα γεγονότα στη Γάζα είναι απλώς στηρίγματα στους πραγματικούς λόγους που είναι εξαγριωμένος και με τις δύο χώρες», αναφέρεται περαιτέρω στην ανάλυση της «Haaretz». Το Ισραήλ, εξηγεί, μετέφερε τη βάση της στρατιωτικής του συνεργασίας από την Τουρκία στον παραδοσιακό εχθρό της Άγκυρας, την Αθήνα, και τις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες και σχεδιάζει να στείλει φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

«Όλα αυτά εμποδίζουν το όνειρο του Ερντογάν να μετατρέψει την Τουρκία σε διεθνές κέντρο πώλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου», σύμφωνα με την ανάλυση.

Ανοικτοί λογαριασμοί με ΗΠΑ

Οι ανοικτοί λογαριασμοί του Ταγίπ Ερντογάν με τις ΗΠΑ είναι πολύ πιο περίπλοκοι. Στην αρχή πίστευε ότι η εκλογή Τραμπ θα του έδινε το ελεύθερο στη Συρία και ότι ο Τραμπ θα διέκοπτε την υποστήριξη της χώρας του προς τους Κούρδους στη Συρία. Όμως σύντομα αντιλήφθηκε πως ο Τραμπ αντιμετωπίζει τους Κούρδους ως σημαντικούς συμμάχους.

«Αν ο Ερντογάν πίστευε ότι ο Τραμπ θα συμφωνούσε να εκδώσει τον εχθρό του, τον ιεροκήρυκα Φεντουλάχ Γκιουλέν, που έχει βάση την Πενσιλβανία, τον οποίο ο Ερντογάν κατηγορεί για τον σχεδιασμό του αποτυχημένου πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016, τότε αυτή η ελπίδα πέθανε νωρίς», προστίθεται στην ανάλυση. Πέραν τούτου, σημειώνει η εφημερίδα, ο Ερντογάν θεωρούσε ότι θα είχε το επάνω χέρι έναντι των ΗΠΑ, με την απειλή να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ.

Όμως ο Τραμπ άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού με τη μετακίνηση της πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ και την εγκατάλειψη της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, την οποία ο Ερντογάν υποστήριζε πλήρως. Και δεν βιάζεται καν να αποσύρει στρατεύματα από τη Συρία. «Ως εκ τούτου, ο Ερντογάν δεν μπορεί πλέον να είναι σίγουρος ότι έχει το πάνω χέρι», σχολιάζει η «Haaretz».

Η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας

Η ανάλυση αναφέρεται και στη Σαουδική Αραβία, επισημαίνοντας ότι μετά τον θάνατο του προηγούμενου βασιλιά και τη σουνιτική συμμαχία εναντίον του Ιράν που δημιούργησε ο νέος βασιλιάς, η Τουρκία προσπαθούσε να διεισδύσει στον κύκλο των αραβικών κρατών. Όμως και αυτή η προσπάθεια ναυάγησε, καθώς η Άγκυρα αύξησε τη συνεργασία της με το Ιράν και τη Ρωσία στον πόλεμο της Συρίας, έκτισε βάση στο Κατάρ (το οποίο μποϊκοτάρεται από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) και προσέφερε υποστήριξη στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, παρόλο που θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση από την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.

Η Τουρκία χρηματοδότησε, επίσης, παραστρατιωτικές οργανώσεις, που αντιμάχονται τις οργανώσεις που χρηματοδοτεί η Σαουδική Αραβία στη Συρία, και μαζί με τη Ρωσία και το Ιράν, απέκλεισαν το Ριάντ από οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία υπό τη Μόσχα στην περιοχή. Όπως καυστικά επισημαίνει η «Haaretz», «δεν χάθηκε η αγάπη στο σαουδικό βασίλειο για κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του τον άνθρωπο που θα αναγεννήσει το οθωμανικό σουλτανάτο».

«Μη με κάνετε να γελάω!»

Με όλα αυτά τα μέτωπα ανοιχτά και με τη χώρα του να απομακρύνεται, τα τελευταία δύο χρόνια, όλο και γρηγορότερα από τη δημοκρατία, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν κρύβει τον εκνευρισμό του για την κριτική που δέχεται από τη διεθνή κοινότητα. Για παράδειγμα, την εβδομάδα που μας πέρασε, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο BBC, κλήθηκε να σχολιάσει τις ανησυχίες της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σε σχέση με τα αυξανόμενα κρούσματα καταστολής στην Τουρκία, καθώς και να απαντήσει κατά πόσον οι εκλογές του Ιουνίου θα είναι ελεύθερες.

«Μη με κάνετε να γελάω!», ήταν η απάντηση του Προέδρου της κατοχικής χώρας. «Οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεστε είναι προκατειλημμένοι», υποστήριξε. «Στην Τουρκία έχουμε κάλπες. Διεθνείς παρατηρητές θα έρθουν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία και καλούμε και άλλες χώρες να κάνουν το ίδιο. Οι πολίτες θα ψηφίζουν παρουσία όλων αυτών των παρατηρητών. Όταν καταμετρηθούν οι ψήφοι, θα δούμε ποιος θα νικήσει. Αν νικήσουμε ξανά, όλοι θα πρέπει να σεβαστούν το αποτέλεσμα. Αν δεν νικήσουμε, θα το σεβαστούμε κι αυτό. Τόσο απλά είναι τα πράγματα», πρόσθεσε.