Α. ΜΑΡΚΙΔΗΣ: ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΕΒΑΣΤΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ - ΧΡ. ΚΛΗΡΙΔΗΣ: ΛΥΣΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

«ΑΠΑΣΕΣ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥΣ… ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΟΤΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΘΕΛΟΥΝ Ή ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ Η ΒΟΥΛΗ ΜΕ 55 ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ, ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΙΣΤΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ».

«Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιλυθεί το νομικό κενό το οποίο έχει δημιουργηθεί είναι με την τροποποίηση του Συντάγματος. Να υπενθυμίσω ότι, παλαιότερα, το Σύνταγμα, όπως ήτο πριν από την τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος, προνοούσε για αναπληρωματική εκλογή στην πράξη, σε περίπτωση κενωθείσας έδρας»


Μαίνονται, αμείωτες, οι νομικές και πολιτικές ξιφουλκήσεις για τη μη αναληφθείσα έδρα της Λεμεσού, με τη Βουλή να συνεχίζει να λειτουργεί με… μείον ένα βουλευτή, έως την οριστική ρύθμιση του ζητήματος, γεγονός που συνιστά, όπως επισημαίνει στη «Σημερινή» της Κυριακής ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αλέκος Μαρκίδης, «άλλη μία αντισυνταγματικότητα επιπρόσθετη όλων των άλλων».

Μπορεί η πρόσφατη παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, να έχει σηματοδοτήσει τις διαδικασίες επίλυσης του προβλήματος, ωστόσο οι διαφορισμοί και οι αντιπαραθέσεις συνεχίζονται, με τη νομική και την πολιτική διάσταση να συμπλέκονται σ’ έναν ερμηνευτικό «γόρδιο δεσμό».

Συμφώνως προς την πρόσφατη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δύο αποφάσεων του Εκλογοδικείου και προς συμμόρφωση με αυτές, κρίθηκε ότι, υπό τις περιστάσεις, ασφαλεστέρα, νομικά, οδός προσπέλασης του προβλήματος, είναι η προσθήκη στο Άρθρο 66 του Συντάγματος ρητής πρόνοιας, η οποία να αναφέρεται στην περίπτωση κατανεμηθείσας αλλά «μη καταληφθείσας» έδρας, προκειμένου να παρασχεθεί η συνταγματική δυνατότητα στη Βουλή να ρυθμίσει με νόμο τον τρόπο πλήρωσης μη καταληφθείσας έδρας, με την ίδια διαδικασία με την οποία ρύθμισε τον τρόπο πλήρωσης «κενωθείσας» έδρας κατά τη διάρκεια βουλευτικής περιόδου.

Για το θέμα και τις περιπλοκότητές του μίλησαν στη «Σημερινή» της Κυριακής ο νομικός και Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Frederick, Δρ Χρίστος Κληρίδης, και ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αλέκος Μαρκίδης.

Ο Χρίστος Κληρίδης επισημαίνει την ύπαρξη νομικού κενού, όσον αφορά τη διαδικασία πλήρωσης της «μη κενωθείσας και μη αναληφθείσας βουλευτικής έδρας της Λεμεσού», το οποίο μπορεί να επιλυθεί μόνο διά της τροποποίησης του Συντάγματος, όπως σημειώνει, προσθέτοντας, παράλληλα, ότι η συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να διακρίνεται από τις περιπτώσεις κενωθεισών εδρών, αφού η κ. Ελένη Θεοχάρους δεν ορκίστηκε και δεν ανέλαβε την έδρα αυτή μετά την εκλογή της, αλλά ούτε να συνδέεται με τις περιπτώσεις μεταπήδησης βουλευτή από το ένα κόμμα στο άλλο, καθώς, σύμφωνα με προηγούμενη απόφαση του Εκλογοδικείου, όταν ένας βουλευτής αλλάξει κόμμα και μεταπηδήσει σε άλλο έδρανο της Βουλής, δεν κενούται η έδρα, ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Συντάγματος και του Νόμου περί εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Έτσι, «ενόψει του ότι δεν υπάρχει κενωθείσα έδρα, δεν τίθεται θέμα αναπλήρωσής της, καθ’ οιονδήποτε τρόπο», επισημαίνει.

«Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, νομικό κενό σε ό,τι αφορά την διαδικασία πλήρωσης βουλευτικής έδρας της Λεμεσού, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η εκλεγείσα εις τη Λεμεσό Ελένη Θεοχάρους δεν ορκίστηκε και δεν ανέλαβε την έδρα αυτή μετά την εκλογή της. Η περίπτωση αυτή διαφοροποιείται από την περίπτωση όπου βουλευτική έδρα θεωρείται κενωθείσα. Δηλαδή, όπου κατέχεται νομίμως μετά την ανακήρυξή της από βουλευτή ο οποίος εν συνεχεία είτε παραιτείται, βλέπε π.χ. του Φοίβου Κληρίδη πρώην βουλευτή ΑΚΕΛ Νέων Δυνάμεων, είτε κενούται, π.χ. λόγω θανάτου βουλευτού.

»Σε μια τέτοια περίπτωση, τόσο το Σύνταγμα, όπως τροποποιήθηκε με την τρίτη τροποποίηση 1996, όσο και η σχετική επί του θέματος νομοθεσία, στην οποία παραπέμπει η τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος, προνοούν ότι η κενωθείσα βουλευτική έδρα αναπληρούται διά του επιλαχόντος βουλευτή του ιδίου κόμματος. Η ενεργοποίηση των προνοιών του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε, αφορά κενωθείσα βουλευτική έδρα. Δηλαδή, την περίπτωση όπου κατέχεται η έδρα νομίμως από βουλευτή, αλλά εν συνεχεία κενούται, λόγω παραίτησης, παραδείγματος χάριν, ή θανάτου.

»Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, προφανώς δεν ενεργοποιούνται οι πρόνοιες ούτε του Συντάγματος, ούτε της νομοθεσίας, γιατί δεν φτάσαμε στο στάδιο όπου βουλευτής ανέλαβε την έδρα νομότυπα και στη συνέχεια η έδρα αυτή, για κάποιο λόγο, έχει κενωθεί. Αντιμετωπίζουμε μία διαφορετική περίπτωση, όπου ουδέποτε πληρώθηκε η βουλευτική έδρα για τους γνωστούς λόγους. Επιχειρήθηκε νομοθετική ρύθμιση για να καλύψει το θέμα, η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική».

Υπό τας περιστάσεις, εξηγεί ο κ. Κληρίδης, «ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιλυθεί το νομικό κενό το οποίο έχει δημιουργηθεί είναι με την τροποποίηση του Συντάγματος. Να υπενθυμίσω ότι, παλαιότερα, το Σύνταγμα, όπως ήτο πριν από την τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος, προνοούσε για αναπληρωματική εκλογή στην πράξη, σε περίπτωση κενωθείσας έδρας.

»Όταν ο Αλέκος Μαρκίδης, εκλεγείς βουλευτής του Δημοκρατικού Συναγερμού, ανέλαβε την έδρα, αλλά εν συνεχεία παραιτήθηκε, για να αναλάβει καθήκοντα Γενικού Εισαγγελέα, ετέθη θέμα κατά πόσον η νομοθεσία η οποία προνοούσε αναπλήρωση της έδρας από τον επιλαχόντα υποψήφιο του Δημοκρατικού Συναγερμού, που ήταν τότε ο γνωστός δημοσιογράφος Χριστάκης Κατσαμπάς, ήταν συνταγματική ή προσέκρουε στην τότε πρόνοια του Συντάγματος πριν από την τροποποίησή του, που προνοούσε για αναπληρωματική εκλογή στην πράξη.

»Στην περίπτωση εκείνη, με εντολή του καλλιτέχνη και δημοσιογράφου Γιώργου Μαυρογένη, προσέφυγα στο Εκλογοδικείο, επιζητώντας την ακύρωση της πλήρωσης της θέσης από τον επιλαχόντα τότε Χριστάκη Κατσαμπά, έγκριτο δημοσιογράφο του "Φιλελευθέρου", με το επιχείρημα ότι ο νόμος που προνοούσε για τη διαδικασία αναπλήρωσης στο πλαίσιο του αναλογικού συστήματος ήταν αντισυνταγματικός, εφόσον το Σύνταγμα προνοούσε ρητά για αναπληρωματική εκλογή.

»Η Βουλή των Αντιπροσώπων και ο κ. Κατσαμπάς, διά των δικηγόρων τους στο Εκλογοδικείο, που ήταν η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιχειρηματολόγησαν ότι, στη βάση προηγούμενης απόφασης (Πέτα), που αφορούσε την αναπλήρωση της έδρας του ΑΚΕΛ Νέες Δυνάμεις μετά την παραίτηση του αείμνηστου πατέρα μου, Φοίβου Κληρίδη, κρίθηκε συνταγματική και ότι τούτο αποτελούσε δεσμευτικό προηγούμενο, το οποίο όφειλε να ακολουθήσει το Εκλογοδικείο».

Απόφαση σταθμός

Σε μια απόφαση σταθμό τότε, προσθέτει, το Εκλογοδικείο, με πλειοψηφία, αποφάσισε ότι η προηγούμενη απόφαση Πέτα ήταν λανθασμένη, γιατί προσέκρουε έκδηλα στη ρητή τότε επιταγή του Συντάγματος, που προνοούσε για αναπληρωματική εκλογή στην πράξη και, συνεπώς, ο νόμος που προνοούσε για αναπλήρωση χωρίς εκλογή, στο πλαίσιο του αναλογικού συστήματος, ήταν αντισυνταγματικός. Ως αποτέλεσμα, ακυρώθηκε η αναπληρωματική εκλογή, χωρίς τη διεξαγωγή τέτοιας εκλογής του κυρίου Χριστάκη Κατσαμπά.

Έτσι, η Βουλή των Αντιπροσώπων, για να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό, προέβη σε τροποποίηση του Συντάγματος, που είναι η τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, όταν κενωθεί βουλευτική έδρα, αυτή αναπληρούται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. «Συνεπώς», διευκρινίζει περαιτέρω ο κ. Κληρίδης, «από τη στιγμή που το Σύνταγμα δεν προνοεί για το θέμα που προέκυψε τώρα, αλλά ούτε και η σχετική νομοθεσία, διότι, όπως πιστεύω, τόσο οι πρόνοιες της νομοθεσίας όσο και του Συντάγματος καλύπτουν μόνο περίπτωση κενωθείσας έδρας, ο μόνος ενδεδειγμένος και σωστός τρόπος είναι η τροποποίηση του Συντάγματος.

»Οποιεσδήποτε άλλες θέσεις αναπτύχθηκαν, όπως π.χ. ότι η τροποποίηση του Συντάγματος είναι αντισυνταγματική ή ότι θα πρέπει να διεξαχθεί αναπληρωματική εκλογή, στην πράξη, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ορθές. Ενδεχομένως να αντικατοπτρίζουν πολιτικές ή άλλες προσεγγίσεις, οι οποίες, κατά την άποψή μου, δεν συνάδουν με την πιο πάνω νομική ανάλυση του θέματος. Επίσης, είναι ανεδαφικό να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν μπορεί να τροποποιηθεί το Σύνταγμα για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Ήδη έχει γίνει σχετική τροποποίηση, για να συμπληρωθεί ένα κενό το οποίο δημιουργήθηκε».

Διαφορετικές οι περιπτώσεις «μεταπήδησης»

Όσον αφορά, εξάλλου, το θέμα βουλευτού, ο οποίος κατέχει νόμιμα τη βουλευτική έδρα, αλλά «μεταπηδά» σε άλλο κόμμα και κατά πόσον τούτο είναι νομικά απαράδεκτο και κατά πόσον σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει η έδρα που «ανήκει» στο Κόμμα να αναπληρωθεί με τον επιλαχόντα βουλευτή του κόμματος, ο κ. Κληρίδης τονίζει πως είναι άσχετο με τα πιο πάνω, υπενθυμίζοντας ότι, «στην περίπτωση της Κατερίνας Παντελίδου, τότε βουλευτίνας του Δημοκρατικού Κόμματος, η οποία στη συνέχεια "μεταπήδησε" στον Δημοκρατικό Συναγερμό, προετάχθη το επιχείρημα αυτό από το Δημοκρατικό Κόμμα.

»Προσέφυγε στο Εκλογοδικείο, ισχυριζόμενο ότι θα έπρεπε να πληρωθεί η κατ’ ισχυρισμόν κενωθείσα θέση που "ανήκει" στο Δημοκρατικό Κόμμα από τον επιλαχόντα βουλευτή του Δημοκρατικού Κόμματος. Τότε χειρίστηκα, εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων, αυτήν τη φορά, την υπόθεση στο Εκλογοδικείο, το οποίο, όμως, αποφάσισε ότι, όταν ένας βουλευτής αλλάξει κόμμα και μεταπηδήσει σε άλλο έδρανο της Βουλής, δεν κενούται η έδρα, για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Συντάγματος και του Νόμου περί εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων.

»Ενόψει του ότι δεν υπάρχει κενωθείσα έδρα, δεν τίθεται θέμα αναπλήρωσής της καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, κακώς συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, το ένα θέμα με το άλλο, και, σίγουρα, εκείνο το οποίο έχει ξεκαθαρίσει και στις δύο περιπτώσεις το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ότι: (α) Όταν ένας βουλευτής παραιτηθεί από το κόμμα του και μεταπηδήσει σε άλλο κόμμα, δεν υπάρχει κενωθείσα βουλευτική έδρα, άρα δεν χρειάζεται να γίνει αναπληρωματική εκλογή, και (β) δεν μπορούμε να μιλούμε για κενωθείσα έδρα, όταν η έδρα αυτή δεν προχώρησε τυπικά στην πλήρωσή της, δηλαδή ο κερδίσας στις εκλογές δεν προχώρησε ουσιαστικά να αποδεχθεί την ανακήρυξή του και να λάβει τον όρκο ως βουλευτής.

»Υπό τας περιστάσεις, λοιπόν, καταλήγει ο Χρίστος Κληρίδης, «η μόνη ορθή οδός, νόμιμη και καθ’ όλα πρέπουσα, είναι αυτή της τροποποίησης του Συντάγματος, μακριά από τις οποιεσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες ή και τον οποιονδήποτε πολιτικό ρεβανσισμό».

Πρέπει να γίνει σεβαστή η απόφαση του Ανωτάτου

Την άποψη ότι, υπό τα διαμορφωθέντα δεδομένα, επιβάλλεται να γίνει σεβαστή απ’ όλες τις πλευρές, της Βουλής των Αντιπροσώπων συμπεριλαμβανομένης, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής, εκφράζει ο νομικός, πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αλέκος Μαρκίδης, τονίζοντας ότι αυτή αποτελεί τη μη ανατρέψιμη ρύθμιση του προβλήματος που ανέκυψε.

Σχολιάζοντας, ταυτόχρονα, απόψεις που εκφράστηκαν δημοσία, τόσο από πολιτικής όσο και από νομικής σκοπιάς, ότι θα πρέπει, πρωτίστως, η όποια ρύθμιση του ζητήματος να ερείδεται στον σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας, υπομιμνήσκει ότι, ακριβώς, την εν λόγω αρχή είναι που επικαλείται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποδεικνύοντας ότι η αναπληρωματική εκλογή έπρεπε να γίνει εξ αρχής, άμα τη περατώσει των βουλευτικών εκλογών, ως η νομικώς ενδεδειγμένη θεραπεία του θέματος.

«Δεν είναι θέμα ερμηνείας του Συντάγματος από οποιονδήποτε, άρα δεν έχει σημασία τι θα πω εγώ, εσείς ή κάποιος άλλος. Υπάρχει μία ξεκάθαρη και σαφής απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να γίνει σεβαστή από όλους. Το Ανώτατο αποφάσισε ότι το ζήτημα της έδρας πρέπει να ρυθμιστεί με τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής, κι αυτό οφείλουν να το σεβαστούν άπαντες, της Βουλής συμπεριλαμβανομένης.

Καλώς ή κακώς, υπάρχει μια συγκεκριμένη απόφαση, η οποία δεν επιδέχεται ανατροπής και είναι δεσμευτική για όλους, τόσο για την εκτελεστική όσο και για τη νομοθετική εξουσία», επισημαίνει ο κ. Αλέκος Μαρκίδης, για να προσθέσει: «Και επειδή γίνεται συνέχεια λόγος από διάφορες πλευρές περί σεβασμού της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, να υπομνήσω ότι, ακριβώς, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που επικαλέστηκε στην απόφασή του, υποδεικνύοντας ότι η αναπληρωματική εκλογή έπρεπε να γίνει εξαρχής, άμα τη περατώσει των βουλευτικών, ως η νομικώς ενδεδειγμένη θεραπεία του θέματος. Από εδώ και πέρα, λοιπόν, άπασες οι εξουσίες οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες του και άποψή μου είναι ότι, η Κυβέρνηση, θα έπρεπε ήδη να σπεύσει με την κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή.

Φαίνεται, δυστυχώς, ότι μερικοί θέλουν ή προτιμούν να παραμείνει η Βουλή με 55 βουλευτές, γεγονός που συνιστά άλλη μία αντισυνταγματικότητα, επιπρόσθετη όλων των άλλων».