ΕΝΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΟΛΟΦΟΝΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΗΣ Τ/Κ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΕΙΧΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΘΕΙ. ΚΥΡΙΕΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ Ο ΕΝΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ, ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΑΝ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, ΑΠΑΡΝΟΥΝΤΑΝ ΤΟΝ «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ» ΚΑΙ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΑΝ ΤΗ «ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΗΓΕΣΙΑ»…

Οι αριστεροί εργάτες τάσσονταν ενάντια στη διχοτόμηση και υπερασπίζονταν τη δυνατότητα ειρηνικής συμβίωσης των δύο κοινοτήτων. Σε μια περίοδο που η τουρκοκυπριακή ηγεσία διατεινόταν πεισματικά ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούσαν να συμβιώσουν, προωθώντας παράλληλα τη διακοπή κάθε δεσμού με τους Ελληνοκυπρίους, οι αριστεροί εργάτες υιοθετούσαν μιαν ακριβώς αντίθετη στάση, με αποτέλεσμα να υποστούν το μεγαλύτερο μέρος της αυξανόμενης πίεσης που ασκούσε εκείνη την περίοδο η ΤΜΤ στην κοινότητα


Ξημέρωνε η 22α Μαΐου όταν οι ομάδες κρούσης της ΤΜΤ εξαπέλυαν τις πρώτες βίαιες επιθέσεις κατά των Τουρκοκύπριων αριστερών.  Στις 7:30, καθώς οι δρ Küçük και Denktaş ετοιμάζονταν να μεταβούν στην Άγκυρα, μασκοφόροι επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον επικεφαλής του τουρκικού γραφείου της ΠΕΟ Ahmet Sadi. Καθώς οι Βρετανοί ετοιμάζονταν να καταθέσουν τη νέα βρετανική πρόταση για την Κύπρο (Σχέδιο Macmillan), οι δύο Τουρκοκύπριοι ηγέτες μετέβαιναν στην Άγκυρα για επαφές με Τούρκους αξιωματούχους και για να οργανώσουν συναντήσεις με θέμα το «Διχοτόμηση ή Θάνατος».

Ήταν ο Μάης του 1958.  Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι εργαζόμενοι είχαν γιορτάσει μαζί την Εργατική Πρωτομαγιά. Μετά την οργανωθείσα από την ΠΕΟ πρωτομαγιάτικη πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας υψώθηκαν ελληνικές και τουρκικές σημαίες, η ΤΜΤ αποφάσισε να στοχοποιήσει τους αριστερούς εργαζομένους. Τότε, στην τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν υπήρχε κάποιο αξιομνημόνευτο αριστερό κίνημα. Οι περισσότεροι οργανωμένοι στην ΠΕΟ εργαζόμενοι πάλευαν για το μεροκάματο˙ ο καθημερινός μόχθος δεν τους επέτρεπε να αναπτύξουν ταξική συνείδηση ή να αρχίσουν κάποιου είδους ταξικό αγώνα…

Ωστόσο, ένα μαχητικό κομμάτι των Τουρκοκύπριων εργαζομένων αντιτασσόταν ανοικτά στα διχοτομικά σχέδια της ΤΜΤ και υπερασπιζόταν την ειρηνική συμβίωση των δύο κοινοτήτων. Για παράδειγμα, στα τέλη του 1957, οι ολιγάριθμοι Τουρκοκύπριοι που ανέπτυξαν δράση μέσα στο ΑΚΕΛ εξέφρασαν τη θαρραλέα αντίθεσή τους στη διχοτόμηση μέσω μιας επιστολής προς τον καθηγητή Nihat Erim, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο ως απεσταλμένος της τουρκικής κυβέρνησης για να διερευνήσει τις πιθανότητες εφαρμογής του Taksim.

Την επιστολή, η οποία έφερε την υπογραφή «Διεύθυνση Τουρκικού Κλάδου του ΑΚΕΛ», συνέταξε ο Derviş Ali Kavazoğlu: «Ο κυπριακός λαός αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο, καθότι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι έζησαν και ζουν μαζί σε αυτά τα χώματα για αιώνες. Μαζί όργωσαν τα χωράφια, δίπλα δίπλα δούλεψαν συντροφικά στους πάγκους εργασίας, δίπλα δίπλα εργάστηκαν αδελφικά σε πόλεις και χωριά, δίπλα δίπλα κατοίκησαν αγκαλιασμένοι σε πόλεις και χωριά, μαζί έκλαψαν στις καλές και μαζί θρήνησαν στις κακές μέρες μοιραζόμενοι μια κοινή μοίρα. Η ιδέα της Διχοτόμησης του νησιού, η οποία προτάθηκε πρόσφατα στη Βουλή από τον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών, δεν μπορεί να αποτελέσει οριστική λύση του κυπριακού προβλήματος, ούτε είναι εφικτή η εφαρμογή της».
     
Στοχοποίηση των εργατών

Οι αριστεροί εργάτες τάσσονταν ενάντια στη διχοτόμηση και υπερασπίζονταν τη δυνατότητα ειρηνικής συμβίωσης των δύο κοινοτήτων. Σε μια περίοδο που η τουρκοκυπριακή ηγεσία διατεινόταν πεισματικά ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούσαν να συμβιώσουν, προωθώντας παράλληλα τη διακοπή κάθε δεσμού με τους Ελληνοκυπρίους, οι αριστεροί εργάτες υιοθετούσαν μιαν ακριβώς αντίθετη στάση, με αποτέλεσμα να υποστούν το μεγαλύτερο μέρος της αυξανόμενης πίεσης που ασκούσε εκείνη την περίοδο η ΤΜΤ στην κοινότητα.  Η ΤΜΤ ξεκίνησε την απευθείας στοχοποίηση των εργατών μετά την Πρωτομαγιά του 1958.  Σε σχετική ανακοίνωσή της καλούσε τους Τουρκοκύπριους μέλη της ΠΕΟ που συμμετείχαν στους κοινούς εορτασμούς της Πρωτομαγιάς να εγκαταλείψουν τη συντεχνία. Την ανακοίνωση θα ακολουθούσαν πολιτικές δολοφονίες.

Θέτοντας το πλαίσιο στο οποίο διαπράχθηκαν οι δολοφονίες, βλέπουμε την εθνικιστική τουρκοκυπριακή ηγεσία να αναπαράγει τη θέση τής διχοτόμησης, «γιατί οι δύο κοινότητες είναι αδύνατο να συμβιώσουν», και να αξιώνει τη διακοπή κάθε σχέσης με τους Ελληνοκυπρίους.  Παράλληλα, μη αποδεχόμενη την επερχόμενη βρετανική εισήγηση για αυτονομία, η τουρκοκυπριακή ηγεσία ολοκλήρωνε τις προετοιμασίες για την έναρξη μιας βίαιης εκστρατείας με στόχο την πραγματοποίηση της διχοτόμησης.

Η προκήρυξη που συνέταξε η ΤΜΤ στις 18 Μαΐου 1958 και κυκλοφόρησε δύο μέρες αργότερα αναφέρεται στη «στιγμή ανάληψης συλλογικής δράσης και έναρξης της εξέγερσης» σε περίπτωση εξαγγελίας της αυτονομίας του νησιού.  Στο πλαίσιο της συνάντησής του με τους δρα Küçük και Denktaş την 21η Μαΐου του 1958, ο Κυβερνήτης Foot κοινοποίησε στους δύο ηγέτες κάποια σημεία του νέου βρετανικού σχεδίου. Αυτοί, κατανοώντας ότι βρίσκονταν ενώπιον μιας βασισμένης στην αυτονομία εισήγησης, αντέδρασαν λέγοντας ότι «η τουρκική πολιτική είναι η διχοτόμηση, ως εκ τούτου δεν μπορεί να απαλειφθεί [από το σχέδιο]».

Την επομένη, στις 22 Μαΐου 1958, οι Δρ Κüçük και Denktaş ταξίδεψαν στην Άγκυρα για επαφές. Εκείνη έμελλε να είναι και η μέρα που οι κάννες των όπλων θα στρέφονταν κατά των αριστερών Τουρκοκυπρίων.

Πρώτος δέχθηκε τα πυρά ο πρόεδρος του Τουρκικού Κλάδου της ΠΕΟ Ahmed Sadi Erkurt, ο οποίος κατάφερε να διασωθεί με τραύματα. Δύο ημέρες αργότερα, στις 24 Μαΐου, δολοφονήθηκε ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας İnkılâpçı Fazıl Önder.  

Ο Δρ Küçük, μπροστά στο ενδεχόμενο η ΤΜΤ να αποκαλυφθεί ως υπεύθυνη για τις δολοφονίες, θα ισχυριζόταν ότι η τουρκοκυπριακή οργάνωση δεν αποτελούσε «άντρο δολοφόνων», αλλά «οργάνωση που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες».  Ο Tremeşeli, στέλεχος των ομάδων κρούσης της ΤΜΤ, αναφέρει σχετικά: «Αυτοί που δολοφονούσαν ήταν φανατικοί και η ΤΜΤ δεν είχε καμιά σχέση με τέτοια φανατικά στοιχεία».  Ο δε Denktaş, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε στο δικαστήριο, θα απαντούσε «διπλωματικά»:  «Αφ’ ης στιγμής η ΤΜΤ δεν δήλωσε ότι αυτή τα διέπραξε, τότε δεν τα διέπραξε».
     
Σχέδιο της TMT

Ο Denktaş, επαναφέροντας διαρκώς αυτές τις θέσεις, διατεινόταν ότι η TMT δεν ευθυνόταν για τα βίαια γεγονότα τής εν λόγω περιόδου.  Ενδεικτικό παράδειγμα των θέσεών του ήταν τα όσα υποστήριξε μεταγενέστερα σε σχετική συνέντευξη:  «Ιδρύσαμε την ΤΜΤ και οι προκηρύξεις άρχισαν να κυκλοφορούν. Η πρώτη προκήρυξη έλεγε: “Η Volkan διαλύθηκε”, όμως μέχρι να καταφθάσουν οι [Τούρκοι] αξιωματικοί συνέβησαν πολλά. H TMT δεν εξουσιοδοτήθηκε από κανέναν και δεν γνώριζε τίποτα. Όλα αυτά έγιναν χωρίς εμείς, οι τρεις ιδρυτές, να έχουμε ενημερωθεί. Έγιναν σκοτωμοί, πυρπολήσεις καταστημάτων, και δεν ξέρω τι άλλο... Δεν υπήρχε καμιά εμπλοκή της ΤΜΤ σε όλα αυτά».  

Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν ότι οι δολοφονίες των αριστερών εργατών σχεδιάστηκαν από την ΤΜΤ, η οποία ανέλαβε επισήμως και την ευθύνη. Αυτό αποκαλύπτουν και οι προκηρύξεις της οργάνωσης. Πειστικό παράδειγμα αποτελεί η προκήρυξη της ΤΜΤ στις 26 Μαΐου 1958, με την οποίαν αναλάμβανε την ευθύνη για τις δολοφονίες, εξαπολύοντας παράλληλα απειλές για ενέργειες «οι οποίες θα συνεχιστούν, ώστε να εκκαθαριστούν οι κομμουνιστές προδότες της πατρίδας».

Με την εν λόγω προκήρυξη, η ΤΜΤ γνωστοποιούσε, επίσης, ότι «θέτει σε εφαρμογή τη θανατική ποινή για τους προδότες της πατρίδας και υπηρέτες των Κόκκινων». Συγχρόνως, διασαφηνιζόταν ότι όλοι όσοι επιχειρούσαν τη διάσπαση και αποδυνάμωση της εθνικής ενότητας «θα τουφεκίζονταν στο κεφάλι» και τονιζόταν ότι «οι Ahmed Sadi και Fazıl Önder, τους οποίους χρησιμοποίησαν οι προδότες κομμουνιστές λακέδες, έλαβαν την τιμωρία που τους άρμοζε».

Η ΤΜΤ, επεκτείνοντας τις απειλές «στους πουλημένους συντρόφους τους οι οποίοι θα τιμωρηθούν κατά παρόμοιο τρόπο», παράλληλα ξεκαθάριζε ότι παρόμοιο τέλος θα είχαν και όσοι συμμετείχαν στην κομμουνιστική προπαγάνδα σε οποιοδήποτε μέρος του νησιού. Η οργάνωση διατράνωνε ότι «όσοι αποχωρούν από την ΠΕΟ γλιτώνουν μεν από το κομμουνιστικό δηλητήριο» και με δημόσια δήλωση στις εφημερίδες θα συγχωρούνταν, ωστόσο θα συνέχιζαν να βρίσκονται υπό παρακολούθηση και «στην περίπτωση που γίνει αντιληπτή η παραμικρή ύποπτη συμπεριφορά θα εκτελεστούν».

Συγχρόνως, οι ομάδες κρούσης καλούνταν να βρίσκονται «σε ετοιμότητα». Μετά τον ισχυρισμό ότι «όσοι εκτελέστηκαν από την οργάνωσή μας είναι προδότες της πατρίδας και οι μεγαλύτεροι εχθροί του τουρκικού λαού», η οργάνωση απευθυνόταν προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα απαιτώντας να μη  διαρρέουν πληροφορίες σχετικά με τις δολοφονίες ή την οργάνωση, και να μην γίνεται λόγος γι’ αυτά τα ζητήματα. Για την ΤΜΤ, μια τέτοια ενέργεια [η αναφορά σε αυτά τα θέματα] ισοδυναμούσε με προδοσία έναντι της πατρίδας.

Στις 27 Μαΐου, μια μέρα μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της ΤΜΤ, οι Abdurrahman Candaş και Mustafa Ali, ιδιοκτήτες του εργαστηρίου ραπτικής Pırlanta Dikimevi, δέχθηκαν ένοπλη επίθεση, γιατί ήταν «κομμουνιστές». Κατόρθωσαν να γλιτώσουν χωρίς να τραυματιστούν. Η εφημερίδα Halkın Sesi επιχείρησε να επιρρίψει την ευθύνη για την επίθεση στους Ελληνοκυπρίους, αναφέροντας ότι «στο μέρος όπου διαπράχθηκε η επίθεση βρέθηκε ένα φυλλάδιο με τη λέξη ΕΟΚΑ».  Στις 29 Μαΐου ο αριστερός Τουρκοκύπριος κουρέας Ahmet Yahya δολοφονήθηκε στο σπίτι του καθώς κοιμόταν.

O Ahmet Yahya φονεύθηκε, παρά το γεγονός ότι, μία μέρα πριν, προχώρησε σε δήλωση στις εφημερίδες με την οποία γνωστοποιούσε ότι δεν διατηρούσε οποιαδήποτε σχέση με τις ελληνοκυπριακές συντεχνίες. Προφανώς, οι δολοφόνοι δεν είχαν λάβει γνώση για τη σχετική δήλωση. Την επομένη, η αγγελία θανάτου του δημοσιεύθηκε στον Τύπο δίπλα από την ανακοίνωση αποχώρησής του από τις ελληνοκυπριακές συντεχνίες.

Σε μιαν άλλη προκήρυξη της ΤΜΤ, η οποία κυκλοφόρησε στις 31 Μαΐου 1958, αναφερόταν ότι «οι ομάδες κρούσης μας σκότωσαν άλλον έναν προδότη, ο οποίος δεν ήταν πραγματικός Τούρκος». Δίνονταν διαβεβαιώσεις ότι οι εκτελέσεις προδοτών θα συνεχίζονταν και στο μέλλον και ότι στο παρόν στάδιο θα τους δινόταν μια τελευταία ευκαιρία.

Υπό τον τίτλο «Τελευταία Προειδοποίηση» δίνονταν οδηγίες για αναστολή της δράσης των ομάδων κρούσης μέχρι τις 10 Ιουνίου, ώστε μέσα σε διάστημα δέκα ημερών να πειστούν όσοι περιλαμβάνονταν στις «λίστες προδοτών» να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου «να αλλάξουν τη γνώμη της κοινότητας σχετικά με το πρόσωπό τους και να συμπορευθούν μαζί μας». Η ανακοίνωση κατέληγε με την προειδοποίηση ότι «όλοι όσοι εμποδίζουν τον αγώνα μας για ελευθερία, θα πεθάνουν».

Μολονότι η ΤΜΤ δήλωνε πως «δίνει προθεσμία και μια ευκαιρία στους προδότες» μέχρι τις 10 Ιουνίου, στις 5 Ιουνίου 1958 επιτέθηκε κατά του στελέχους του διοικητικού συμβουλίου της Συντεχνίας Οικοδόμων Hasan Ali.  Η Halkın Sesi θα ανάγγελλε την είδηση ως εξής:  «Ο Hasan, ο οποίος κατηγορήθηκε ως προδότης της πατρίδας και μέλος του ΑΚΕΛ, υπέστη τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματός του».

Στις 30 Ιουνίου 1958 δολοφονήθηκε με πυροβολισμό ο κουρέας Ahmet İbrahim με το αιτιολογικό ότι μιλούσε υπέρ της δυνατότητας συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.  Λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Ιουλίου 1958, ο Τουρκοκύπριος Arif Hulusi Barudi δέχθηκε ένοπλη επίθεση, από την οποία γλίτωσε χωρίς να τραυματιστεί.       

Σε ένα κλίμα συνεχιζόμενων επιθέσεων και δολοφονιών, οι Τουρκοκύπριοι εργάτες, μέσω αγγελιών στις εφημερίδες, δήλωναν δημόσια ότι αποχωρούσαν από τις ελληνικές συντεχνίες, «ώστε πλέον να συμπορευθούν με την τουρκοκυπριακή ηγεσία». Οι εργάτες είχαν στην κυριολεξία τρομοκρατηθεί. Κυριευμένοι από τον φόβο προχωρούσαν ο ένας μετά τον άλλο σε δημόσιες δηλώσεις στον Τύπο, με τις οποίες ανακοίνωναν την αποχώρησή τους από τις ελληνοκυπριακές συντεχνίες. Την ίδια στιγμή, απαρνιούνταν τον «κομμουνισμό» και διαβεβαίωναν τη «συμπόρευσή τους με την ηγεσία»…