Α. ΚΑΠΑΡΔΗΣ: ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΟΥΝ, ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ, ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΗΜΕΙΩΘΗΚΑΝ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΘΕΤΟΥΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗ «ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΠΡΟΒΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Η εγκληματολόγος Δήμητρα Τσίτση παρατηρεί μιαν αλλαγή στην ένταση και στον τρόπο διάπραξης συγκεκριμένων εγκλημάτων, τα οποία κατατάσσονται στα κακουργήματα, όπως είναι οι φόνοι και ο τρόπος διάπραξής τους


Αίσθημα ανασφάλειας έχουν δημιουργήσει δικαιολογημένα στους πολίτες τα απανωτά σοβαρά εγκλήματα που σημειώθηκαν μέσα σε μερικές εβδομάδες. Την άγρια δολοφονία του ζεύγους Χατζηγεωργίου στην οικία του στον Στρόβολο, που -όπως όλα δείχνουν- διέπραξαν αδίστακτοι ληστές, διαδέχθηκε ο φόνος της 80χρονης συνταξιούχου δασκάλας, Ανδρούλλας Βανέζη, την οποία και πάλι ληστές (χρήστες ναρκωτικών) φίμωσαν και έδεσαν στο σπίτι της στην Αγλαντζιά, μέχρι να ξεψυχήσει πιθανόν από παθολογικά αίτια. Ακολούθησε ο σοβαρός τραυματισμός αστυνομικού στον Ύψωνα από πυρά ανθρώπων της «νύχτας», χωρίς να παραγνωρίζονται σωρεία άλλων υποθέσεων που σημειώθηκαν τα τελευταία 24ωρα, όπως διαρρήξεις και εμπρησμοί σε καφετερίες.

Πλέον εμπλέκεται ο απλός πολίτης

Ο Ανδρέας Καπαρδής, καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου και Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Εγκληματολογίας Κύπρου, αναφέρει ότι «το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης (Ποινικό Δίκαιο, Αστυνομία, Δικαστήρια και Φυλακές) στην Κύπρο, διαχρονικά, έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το έγκλημα. Ταυτόχρονα», όπως επισημαίνει, «έχει αποτύχει και το Υπουργείο Παιδείας να αντιμετωπίσει την αύξηση στις παράνομες ουσίες εξάρτησης και τη βία στα σχολεία, ενώ οι κοινωνικές υπηρεσίες που εποπτεύουν μεγάλο αριθμό καταδικασθέντων σε ποινές μη-στερητικές της προσωπικής ελευθερίας, επίσης αποτυγχάνουν».

Ο εγκληματολόγος αναφέρει ότι, βάσει των στατιστικών στοιχείων της Αστυνομίας, για το σοβαρό έγκλημα, διαχρονικά, υπάρχει σημαντική αυξητική τάση στις ληστείες, στα ναρκωτικά, στους εμπρησμούς, στην καταστροφή περιουσίας με εκρηκτικές ύλες στα οικονομικά εγκλήματα. Από την άλλη, σημειώνει ότι «το ποσοστό εξιχνίασης της Αστυνομίας για φόνους, ληστείες και ναρκωτικά είναι πολύ υψηλό και συγκρίνεται διεθνώς».

Η κοινωνιολόγος - εγκληματολόγος Δήμητρα Τσίτση παρατηρεί μιαν αλλαγή στην ένταση και στον τρόπο διάπραξης συγκεκριμένων εγκλημάτων, τα οποία κατατάσσονται στα κακουργήματα, όπως είναι οι φόνοι και ο τρόπος διάπραξής τους. «Πλέον το θέμα δεν αφορά φατρίες, βεντέτες και υπόκοσμο, αλλά εμπλέκει και τον απλό πολίτη της διπλανής πόρτας ή τον άνθρωπο που προσπαθεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του», αναφέρει, για να προσθέσει ότι η Αστυνομία «φαίνεται να δουλεύει πολύ πιο μεθοδικά σε σύγκριση με παλαιότερα χρόνια», με αποτέλεσμα, «σοβαρότατες υποθέσεις να έχουν εξιχνιαστεί σε διάστημα μερικών ωρών έως και ημερών».

Ο Γεώργιος Δ. Χλούπης, Καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας και επιστημονικός συνεργάτης στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, τονίζει ότι «η αποτελεσματική απάντηση στην εγκληματικότητα δεν επιτυγχάνεται με την καταστολή ή την "μηδενική ανοχή", ούτε με τον φόβο της τιμωρίας, αλλά με τη βεβαιότητα της επιβολής της ποινής και την εφαρμογή μιας ορθής αντεγκληματικής πολιτικής».

Οι τρεις εγκληματολόγοι κλήθηκαν από τη «Σημερινή» να απαντήσουν κατά πόσον υπάρχει ή όχι έξαρση του σοβαρού εγκλήματος τα τελευταία χρόνια και αν συμμερίζονται τη θέση που εξέφρασε πρόσφατα με δήλωσή του ο Υπουργός Δικαιοσύνης περί μετάλλαξης του εγκλήματος, το οποίο, όπως είχε πει, γίνεται πιο αδίστακτο. Τέλος, κλήθηκαν να εισηγηθούν τρόπους για αποτελεσματικότερη πάταξη του σοβαρού εγκλήματος. Ακολουθούν αυτούσιες οι απαντήσεις:

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΠΑΡΔΗΣ
Ph.D (Cambridge), Καθηγητής, Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος Κυπριακού Συνδέσμου Εγκληματολογίας

«Είναι φυσιολογικό και κατανοητό το αίσθημα ανασφάλειας στους πολίτες, μετά από τέτοια εγκλήματα, όπως είχαμε πρόσφατα. Παλαιότερα, βέβαια, είχαμε πολύ περισσότερο έγκλημα και βία στην Κύπρο σε αναλογία του πληθυσμού. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία της Αστυνομίας, για το σοβαρό έγκλημα διαχρονικά, υπάρχει σημαντική αυξητική τάση στις ληστείες, στα ναρκωτικά, στους εμπρησμούς, στην καταστροφή περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, καθώς και σε ποινικά αδικήματα που αντανακλούν την εποχή που ζούμε όπως τα οικονομικά εγκλήματα, και εγκλήματα μέσω διαδικτύου και με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι κλοπές και οι διαρρήξεις δείχνουν μια μειωτική τάση τα τελευταία χρόνια που πρέπει να εξηγηθεί. Να σημειωθεί ότι το ποσοστό εξιχνίασης της Αστυνομίας για φόνους, ληστείες και ναρκωτικά είναι πολύ υψηλό και συγκρίνεται διεθνώς.

»Μελετώντας το σοβαρό έγκλημα στη Κύπρο, βλέπουμε ότι, γενικά, ακολουθούμε τις τάσεις που υπήρχαν στις ΗΠΑ ή στην Αγγλία πριν από 35 χρόνια με καταλύτη, όπως δήλωσε και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, τις παράνομες ουσίες εξάρτησης. Η διαχρονική μετάλλαξη αποτελεί μια πρόκληση για τις διωκτικές Αρχές που πρέπει να προσαρμοστούν και είμαι σίγουρος θα το κάνουν. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Όμως, είναι λάθος να πιστεύει κάνεις ότι η Αστυνομία, από μόνη της, είναι αρκετή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το σοβαρό έγκλημα. Εδώ υπάρχουν αρκετές χρήσιμες γνώσεις και εμπειρίες από άλλες δυτικές χώρες, που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα δεκαετίες πριν από εμάς, οι οποίες μπορούν αξιοποιηθούν.

»Η αντιμετώπιση διαφοροποιείται ανάλογα με το έγκλημα στο οποίο αναφερόμαστε. Το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης (Ποινικό Δίκαιο, Αστυνομία, Δικαστήρια και Φυλακές) στην Κύπρο διαχρονικά έχουν αποτύχει να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Ταυτόχρονα, έχει αποτύχει και το Υπουργείο Παιδείας να αντιμετωπίσει την αύξηση στις παράνομες ουσίες εξάρτησης και τη βία στα σχολεία, ενώ οι κοινωνικές υπηρεσίες που εποπτεύουν μεγάλο αριθμό καταδικασθέντων σε ποινές μη-στερητικές της προσωπικής ελευθερίας, επίσης αποτυγχάνουν. Διερωτάται κανείς: γιατί δεν έχουμε θέσεις εγκληματολόγων στις διάφορες υπηρεσίες, ενώ έχουμε 150 περίπου εγκληματολόγους, αρκετοί με μεταπτυχιακά; Πού είναι η επιστημονική έρευνα στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης; Επίσης, τα ναρκωτικά είναι πρώτιστα θέμα υγείας και εδώ το κράτος έχει αποτύχει. Ας λογοδοτήσουν κάποιοι επιτέλους σε τούτον τον τόπο για την αποτυχία τους.

»Η Κύπρος μας χρειάζεται μία σφαιρική στρατηγική για την αντιμετώπιση του εγκλήματος που θα έχει υπερκομματική στήριξη και θα συντονίζει όλες τις συναφείς υπηρεσίες του κράτους, αξιοποιώντας επιστημονικές γνώσεις, σύγχρονες μεθόδους και εξειδικευμένα άτομα παντού που θα έχουν κοινούς στόχους και θα αξιοποιείται η αποτελεσματικότητά τους στη μείωση του εγκλήματος σε συχνά χρονικά διαστήματα. Επίσης, μία διωκτική υπηρεσία για να δουλέψει καλά χρειάζεται υψηλό ηθικό, αξιοπρεπείς μισθούς και ουσιαστική στήριξη διαχρονικά χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις. Τέλος, όπως μας δίδαξαν στη Σχολή Αστυνομικών Ανακριτών της Μελβούρνης, για να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αποτελεσματικά πρέπει να κτυπηθεί αμείλικτα και διαχρονικά η διαφθορά σε όλα τα υπουργεία και υπηρεσίες τους κράτους και μέσα στα πολιτικά κόμματα. Πολιτική βούληση μόνο χρειάζεται».

ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΙΤΣΗ
Πανεπιστήμιο Manchester, Κοινωνιολόγος - Εγκληματολόγος

«Δεν υπάρχει αύξηση ή έξαρση του εγκλήματος τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Η Αστυνομία φαίνεται να δουλεύει πολύ πιο μεθοδικά από παλαιότερα χρόνια και να έχει καταστείλει σε σημαντικό βαθμό το έγκλημα σε διάφορες μορφές του. Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι αλλαγή της έντασης στον τρόπο διάπραξης συγκεκριμένων εγκλημάτων, τα οποία δυστυχώς κατατάσσονται στα κακουργήματα, όπως είναι οι φόνοι και ο τρόπος διάπραξής τους, αλλά και τα εμπλεκόμενα σε αυτούς άτομα με οποιονδήποτε ρόλο, μάρτυρες, θύματα και δράστες. Πλέον, το θέμα δεν αφορά φατρίες, βεντέτες και υπόκοσμο αλλά εμπλέκει και τον απλό πολίτη της διπλανής πόρτας ή τον άνθρωπο που προσπαθεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

»Θα συμφωνήσω με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τη σχετική δήλωσή του περί μετάλλαξης του εγκλήματος. Φαίνεται πως υπάρχει πλήρης και συνειδητή εικόνα των γεγονότων και αντίληψη της αναγκαιότητας για ενίσχυση των αρμόδιων Αρχών τόσο για την πρόληψη, αλλά κυρίως την ασφάλεια και των πολιτών και της ίδιας της Αστυνομίας. Με τα τελευταία δυστυχή και σοκαριστικά γεγονότα, έχουμε δει σοβαρότατες υποθέσεις να εξιχνιάζονται σε διάστημα μερικών ωρών έως και ημερών από την Αστυνομία, παρά τις δυσκολίες, τις οποίες αντιμετώπισε και που αφορούν στο μειωμένο προσωπικό, σε δύσκολα και ελλιπή δεδομένα και την ιδιαιτερότητα των εγκλημάτων αυτών.

»Για τη διερεύνηση των εγκλημάτων αυτών συντέλεσαν, μεταξύ άλλων, και ο απλός κόσμος, ο οποίος βοήθησε, δίνοντας ό,τι στοιχεία μπορούσε, αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης, την οποία είχαν να χειριστούν οι Αρχές. Είχε ένα τεράστιο «θέλω» για εξιχνίαση των γεγονότων και απονομή δικαιοσύνης που αφορούν άλλους συνανθρώπους μας, είτε αυτό αφορούσε δύο αθώους ανθρώπους που δολοφονήθηκαν είτε ένα άδικα ορφανό παιδί που έμεινε πίσω είτε έναν αστυνομικό που χτυπήθηκε με κίνδυνο τη ζωή του στην προσπάθειά του να κάνει το καθήκον του. Και η εμπιστοσύνη τους αυτή δικαιώθηκε.

»Είμαι σίγουρη ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Αστυνομία θα μελετήσουν άμεσα και θα δράσουν άμεσα, βρίσκοντας τις τυχόν αδυναμίες και ενισχύοντας την Αντεγκληματική Πολιτική με τους καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους και σε συνεργασία με τους απλούς πολίτες».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΧΛΟΥΠΗΣ
Καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας - Επιστημονικός συνεργάτης στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου

«Είναι λογικό όταν σημειώνονται αποτρόπαια εγκλήματα να δημιουργείται αίσθημα ανασφάλειας στους πολίτες, ιδιαίτερα σε μια μικρή κοινωνία, όπως η κυπριακή. Ο φόβος όμως για το έγκλημα, ο οποίος συχνά υποδαυλίζεται από τα Μ.Μ.Ε., δεν ανταποκρίνεται συνήθως στην πραγματική κατάσταση εγκληματικότητας. Δεν γνωρίζω, να σας πω λεπτομέρειες για την κατάσταση εγκληματικότητας στην Κύπρο, υπάρχουν ειδικοί φορείς για να δώσουν αξιόπιστα στοιχεία, παρατηρείται ωστόσο μια στροφή της εγκληματικότητας στην πρόκληση ειδεχθών εγκληματικών πράξεων, τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το έγκλημα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο μας αφορά όλους. Ιδιαίτερα, οι σύγχρονες μορφές εγκληματικής δράσης, όπως το οργανωμένο έγκλημα, απειλούν σε μεγάλο βαθμό σημαντικά έννομα αγαθά, πέρα από την ανθρώπινη ζωή και την ιδιοκτησία, όπως την ασφάλεια, την οικονομία, την ισότητα κ.ά.

»Ως αναφέρει ο Θουκυδίδης: "…Με ολίγα λόγια, οσάκις η ανθρώπινη φύσις ωθείται εις το να πράξη κάτι, το όποιον ζωηρώς επιθυμεί ούτε η αυστηρότης, των νόμων, ούτε άλλος κανείς φόβος, ημπορεί να την αποτρέψη, και είναι πολύ ανόητος εκείνος που πιστεύει το εναντίον". Η αποτελεσματική απάντηση ωστόσο στην εγκληματικότητα, δεν επιτυγχάνεται με την καταστολή ή τη "μηδενική ανοχή", ούτε με τον φόβο της τιμωρίας, αλλά με τη βεβαιότητα της επιβολής της ποινής και την εφαρμογή μιας ορθής αντεγκληματικής πολιτικής, η οποία θα δίνει βάση κυρίως στην πρόληψη (κοινωνική, περιστασιακή, κ.λπ), στη συμμετοχή του κοινού στην αντεγκληματική πολιτική και κυρίως στη διαμόρφωση και υλοποίηση ενός στρατηγικού σχεδίου πρόληψης της εγκληματικότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, όπως πολύ πετυχημένα κάνει η Κύπρος, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς είναι σημαντικό στο πλαίσιο των πολιτικών πρόληψης να μειώνονται οι ευκαιρίες διάπραξης εγκληματικής πράξης. Υπάρχουν τεχνικές, πορίσματα ερευνών και δοκιμασμένες βέλτιστες πρακτικές και από άλλες έννομες τάξεις, οι οποίες μπορούν να προσαρμοστούν στις δικές μας κοινωνίες.

»Επίσης, η ενίσχυση του άτυπου κοινωνικού ελέγχου, μέσα από τη δημιουργία συνεκτικών κοινωνικών σχέσεων, το «νοιάξιμο» δηλαδή για τον διπλανό μας, την ενεργοποίηση του πολίτη, με τη συμμετοχή του στην αντεγκληματική πολιτική, όπως γίνεται στην Ελλάδα με τα τοπικά συμβούλια πρόληψης παραβατικότητας και κυρίως η προβολή θετικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά και η ορθή ανατροφή των παιδιών μας, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες πρόληψης του εγκλήματος. Ένας νεοπαγής κίνδυνος που διαφαίνεται μέσα από την χωρίς όρια χρήση των social media (μέσα κοινωνικής δικτύωσης) από τα νεαρά παιδιά, είναι η αποπροσωποποίηση των σχέσεων μέσα από τη δημιουργία εικονικών σχέσεων. Όταν εξυβρίζεις, απειλείς, προσβάλλεις τον άλλον, χωρίς να έχεις το "feedback" απέναντί σου της συμπεριφοράς αυτής, μαθαίνεις να το κάνεις χωρίς ενδοιασμούς. Αυτό, σε συνδυασμό με έναν καταιγισμό βίαιων εικόνων, από βιντεοπαιχνίδια ή από το διαδίκτυο, μπορούν να συμβάλουν μαζί με άλλους παράγοντες στο "χτίσιμο" μιας εγκληματικής προσωπικότητας. Ας αναλάβει λοιπόν ο καθένας την ατομική του ευθύνη, ως ενεργός πολίτης, κοινωνός, γονιός».