Οι προσφυγικές ροές μπορούν να περιοριστούν, κυρίως εάν τα κράτη του πλούσιου βορρά εκπονήσουν ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ανάπτυξης, οικονομικής προόδου, κοινωνικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού των χωρών του φτωχού και εξαθλιωμένου νότου με έμφαση στη Μέση Ανατολή, όπερ θα αποσκοπεί στην οικοδόμηση σύγχρονων κρατών, στις χώρες από τις οποίες παράγεται η σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία

Το προσφυγικό απεικονίζει δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Εκδηλώνει, αφενός την τραγωδία των κοινωνιών και εθνικών ομάδων που για λόγους υπεράνω της βουλήσεώς τους εξαναγκάζονται να μετακινηθούν προς ασφαλέστερους και προσφορότερους προορισμούς από αυτούς της γενέθλιας γης και, αφετέρου, αποτυπώνει τη στάση, τη συμπεριφορά και τα προβλήματα που εκ των πραγμάτων υφίστανται στις χώρες υποδοχής.

Η εκτός προγραμματισμού και οποιουδήποτε σχεδιασμού των μετακινουμένων πληθυσμιακών ροών άφιξη στις χώρες του ευημερούντος βορρά προκαλεί απρόβλεπτες, πλην όμως εξαιρετικά αισθητές, κοινωνικές συνέπειες. Αυτές παραπέμπουν, ως γνωστόν, σε κοινωνικές διακρίσεις, σε στερεότυπα και σε εδραιωμένες ή μη προκαταλήψεις έναντι του «άλλου», του «ξένου», του μεσογειακού, του Ευρωπαίου, του Αφρικανού ή και του Ασιάτη, γενικώς έναντι παντός τρίτου που δεν ανήκει στην ίδια εθνική, κοινωνική, εθνοτική ή και πολιτιστικά συγγενή ομάδα με τον ίδιο.

Σε αυτόν τον κόσμο διεθνούς αναταραχής, κρατικές οντότητες από τη μια οδηγούνται σε διάλυση και αποσύνθεση και από την άλλη χώρες προόδου και ευημερίας υφίστανται αναδιάταξη δομών, θεσμών και κοινωνικοικονομικών δυνάμεων, έτσι ώστε να μπορέσουν να ενσωματώσουν τα προσφυγικά ρεύματα στις κοινωνίες τους. Η ούτω καλούμενη πρόκληση του προσφυγικού επομένως επηρεάζει πολλαπλά τη διεθνή πολιτική. Το ζήτημα που τίθεται, αναφέρεται στην ικανότητα της μετακινούμενης βιαίως ή άλλως πως προσφυγικής ομάδας να ενσωματωθεί, δηλαδή να ενταχθεί κοινωνικά στο νέο ανθρώπινο περιβάλλον του κράτους υποδοχής, όπου η ένταξη είναι εξαιρετικής σπουδαιότητας και ιδιαίτερης σημασίας για την ολοκλήρωση των κοινωνικών διεργασιών εν γένει.

Η ικανότητα ενσωμάτωσης ξένων σε μια άλλη κοινωνία, όπως είναι εν προκειμένω η ελληνική, εξαρτάται από δύο παράγοντες. Πρώτον, τη γλώσσα, δηλαδή την προβολή ενός κοινού συστήματος επικοινωνίας, στο οποίο οι πρόσφυγες οφείλουν να εκπαιδευθούν στη χώρα υποδοχής. Το έτερο ζήτημα, το οποίο μας υπενθυμίζει ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογίας, Μαξ Βέμπερ, αναφέρεται στη θρησκεία. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, όπως σημειώνεται και στο έργο του Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, η θρησκευτική δοξασία καθορίζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την κοινωνική και ευρύτερη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου.

Στην περίπτωση, την οποία συζητούμε, πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως το Ισλάμ επηρεάζει, τόσο τη συμπεριφορά των προσφυγοποιημένων κοινωνικών ομάδων, όσο και των χριστιανικών κοινωνιών υποδοχής απέναντί τους. Η ύπαρξη μουσουλμανικών γκέτο στις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης, όπως επί παραδείγματι στο Βερολίνο, μαρτυρεί του λόγου το αληθές.

Συνεπώς, το κράτος υποδοχής οφείλει να οργανώσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που να παραλαμβάνει τους νεοαφιχθέντες και να τους εκπαιδεύει πρωτίστως στη γλώσσα του, έτσι ώστε να έχουν ένα επικοινωνιακό εργαλείο, το οποίο να τους οδηγεί και στην ενσωμάτωση. Πέραν τούτου, όμως, πρέπει να συμπράξουν στην όλη διαδικασία που ακολουθείται και οι φορείς κοινωνικοποίησης και διαπαιδαγώγησης της κοινής γνώμης, όπως είναι τα μέσα ενημέρωσης, οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, οι θρησκευτικές οργανώσεις κ.ά.

Οι προσφυγικές ροές μπορούν να περιοριστούν, κυρίως εάν τα κράτη του πλούσιου βορρά εκπονήσουν ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ανάπτυξης, οικονομικής προόδου, κοινωνικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού των χωρών του φτωχού και εξαθλιωμένου νότου με έμφαση στην Μέση Ανατολή, όπερ θα αποσκοπεί στην οικοδόμηση σύγχρονων κρατών, στις χώρες από τις οποίες παράγεται η σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία. Κάτι τέτοιο θα συνέβαλλε στην αποκατάσταση της ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητας σε αυτήν την οιονεί και διαρκώς εύφλεκτη περιοχή του κόσμου, επ’ ωφελεία των λαών της και όχι μόνο.

Εμείς, ως Ελληνισμός, δηλαδή πρωταρχικώς η Αθήνα, για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις εθνικές και διεθνείς μας υποχρεώσεις, ιδιαιτέρως ενόψει της θερινής περιόδου, όπου ο κίνδυνος να αυξηθούν οι προσφυγικές ροές είναι ορατός, οφείλουμε να καταρτίσουμε σχέδιο μόνοι και μετά συμμάχων. Οι σύμμαχοι εν προκειμένω είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επειδή η Ελλάδα αυτονοήτως δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη τις επερχόμενες ισχυρότατες προσφυγικές πιέσεις, κατάσταση που θα είναι σε θέση προδήλως να επηρεάσει θεσμούς και δομές της κρατικής της υπόστασης, είναι υποχρεωμένη τώρα να προειδοποιήσει εγκαίρως τους Ευρωπαίους για τα επερχόμενα, ώστε να λάβουν τα μέτρα τους και να συνδράμουν εμπράκτως και σε πραγματικές διαστάσεις τη χώρα, προκειμένου αξιοπρεπώς και χωρίς ιδιαίτερο εθνικό κόστος, να διέλθει επιτυχώς τις επόμενες φάσεις των αναμενομένων ή μη αναμενομένων.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο