Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΟΘΗΡΙΚΗ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ»
ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΘΝΗΣΙΓΕΝΕΙΣ, ΜΙΣΘΟΦΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΦΥΑΔΕΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ, ΔΙΚΗΝ, ΠΕΡΙΠΟΥ, ΠΑΒΛΟΦΙΚΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ, ΕΝΙΟΤΕ, ΩΣ Η ΕΜΠΡΟΣΘΟΦΥΛΑΚΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ, ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΕΝΑΝ ΦΙΛΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟ ΛΟΓΟ, Ο ΟΠΟΙΟΣ, ΣΥΧΝΑ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΠΕΔΙΟ ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
Η πολιτική διαδρομή μερικών πολιτικών προσώπων που κινήθηκαν στον λεγόμενο ενδιάμεσο χώρο τα τελευταία χρόνια είναι ενδεικτική, χωρίς να εμφανίζει, μάλιστα, σημάδια και διάθεση τερματισμού της προσπάθειας.
Συμβαίνει, ωστόσο, κάποιοι να αποτολμούν και πιο ριψοκίνδυνα ταξίδια, ας πούμε να διέλθουν με… αερόστατο τον Ατλαντικό, διαλέγοντας να φτάσουν στην άλλη ακρώρεια του πολιτικού διαγράμματος, ανευρίσκοντας «συγκλίσεις» και συμπτώσεις με τους έως χθες καταδικαστέους ιδεολογικούς και πολιτικούς τους αντιπάλους
Ο γαλαξίας του πολιτικού μας συστήματος, εκτός από τους… απλανείς αστέρες, τους αστερισμούς και τους πλανήτες, έχει τους δορυφόρους, τους αστεροειδείς και τους κομήτες του...
Άτομα και υπο-ομάδες, υπό το (προ)σχήμα του «κινήματος», της «κίνησης» ή της «πρωτοβουλίας», που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε άλλο πάρεξ το περιένδυμα ενός εξουσιολάγνου φρονήματος και περιφέρουν το εξαργυρώσιμο σαρκίο τους στις αυλές της πολιτικο-κομματικής εξουσίας, διεκδικώντας προνομίες και προσφέροντας δεδουλευμένα ανταλλάγματα.
Με σύνθημα, ασφαλώς, ότι αντιπροσωπεύουν και υλοποιούν τα κελεύσματα μιας άλλης προσέγγισης της πολιτικής, ότι εκφράζουν τη μονίμως απουσιάζουσα από τη δημόσια σκηνή ενεργό πολιτότητα, ότι διαρρηγνύουν τον μονοπωλιακό δεσμό των πολιτικών κομμάτων, ότι απαλλάσσουν την πραγματική λαϊκή κυριαρχία από τις ετερονομίες της αποκαθιστώντας την στην ουσιώδη της πραγμάτωση, ότι επανεπινοούν, εν τέλει, την πολιτική ως θεσμίζουσα διαδικασία.
Φευ, όμως!
Παρά την, κατά κανόνα, αδιάφορη ασημαντότητά τους, αποτελούν ένα από τα συμπτώματα της παθογένειας του πολιτικού μας συστήματος, αλλά και της αδυναμίας της κοινωνίας να συγκροτήσει τη διεκδίκηση αλλαγών, τομών και αιτημάτων μέσα από τη διαμόρφωση νέων συλλογικών πολιτικών υποκειμένων, τα οποία μπορούν να εκφράσουν καινούργιες κοινωνικές ανάγκες, οράματα και επιθυμίες.
Η πολιτική σκηνή "μας", κυρίως κατά την τελευταία εικοσαετία, βρίθει εξ αυτών, και ίσως η κυπριακή μετα-ανεξαρτησιακή πολιτική ιστορία θα ήταν χρήσιμο να αφιερώσει ένα εκτενές κεφάλαιό της στην παρουσία, τη λειτουργία και τον ρόλο τους. Πότε, από ποιους και γιατί εμφανίστηκαν, ποιος ήταν ο πολτικός τους ρόλος, τι είδους λόγους άρθρωσαν και διακίνησαν.
Γνώμη μου είναι πως, εκτός των άλλων, αυτές οι θνησιγενείς, μισθοφορικές παραφυάδες των κομματικών σχηματισμών, δίκην, περίπου, παβλοφικών εξαρτημάτων, λειτούργησαν και λειτουργούν, ενίοτε, ως η εμπροσθοφυλακή των πολιτικών αντιπαραθέσεων, προβάλλοντας στο πεδίο της μάχης έναν φίλα επιθετικό λόγο, ο οποίος, συχνά, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος στο επικοινωνιακό πεδίο αυξάνοντας τη δραστικότητα της κύριας πολιτικής σύγκρουσης.
Για παράδειγμα, όχι στο πολύ μακρινό παρελθόν, διαβάζαμε σχεδόν καθημερινά στον Τύπο, ανακοινώσεις τέτοιων «κινήσεων», όπου λέγονταν με ιδιαίτερη οξύτητα πράγματα, που οι κυρίαρχοι αντίπαλοι παίκτες του πολιτικού παιγνίου, για λόγους τακτικής, αποφεύγουν να πουν ευθέως ή ν’ ανταποδώσουν ο ένας στον άλλον. Καλλιεργούν, ταυτόχρονα, την ψευδαίσθηση της ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής μιας πολιτικής θέσης, «κυρώνοντας», ακριβώς, την αίσθηση της κοινωνικής κυριαρχίας της, και την «ελλογιμότητα» της συμφωνίας της με την «κοινή γνώμη».
Μερικές, μάλιστα, συσπειρώσεις αυτού του είδους, αυτοπροτείνονται ως αυτόκλητοι θεματοφύλακες της κυβερνητικής πολιτικής, αν πρόσκεινται στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ή μιας αντιπολιτευτικής πολιτικής θέσης, στην περίπτωση που κινούνται επωφελώς παρασιτικά στην τροχιά ενός πολύ μεγαλύτερου κόμματος.
Κατά κανόνα, δε, τα εν λόγω ανθυποκομματίδια μετακινούνται όπως μόρια σκόνης στο πολιτικό περιβάλλον, κάθε που σηκώνεται ο αέρας των εξουσιαστικών μετατοπίσεων. Ως επί το πλείστον, στερούνται ιδεολογίας, στερούνται πολιτικής πρότασης, στερούνται θέσεων και ηθικής (όχι, βεβαίως, πως τα λεγόμενα συστημικά κόμματα φημίζονται για όλα αυτά).
Επιλέγουν τον περιφρονημένο ρόλο του ετεροκίνητου φερέφωνου, μόνο και μόνο για να προσποριστούν λίγα από τα θρύμματα που ξεμένουν από το λαφυραγωγικό φαγοπότι της εξουσίας. Κάποτε, βεβαίως, μπορεί, αυτά να δώσουν τη θέση τους σε κάτι πολύ πιο μεγάλο: την υπουργοποίηση, λ.χ., του δαφνοστεφούς αρχηγού, κάποιο βόλεμα σε κανέναν ημικρατικό οργανισμό ή καμιά θεσούλα σε κάποιο ψηφοδέλτιο...
Μερικοί, δε, καθόλου δεν ορρωδούν να διέλθουν όλους τους Ρουβίκωνες της πολιτικής αναξιοπιστίας και ασυνέπειας, αλλάζοντας διαρκώς χώρους και κομματικά λάβαρα.
Ωστόσο, μερικές φορές, το γαϊτανάκι των μετακινήσεων συντελείται εντός του ίδιου, ιδεολογικά χώρου, πάρα, αλλά και με όχημα ενίοτε, τον πολιτικό πολυκερματισμό του, όπως συμβαίνει, συχνά, με τα «σχήματα» και τις «κινήσεις» που εμφανίζονται κατά καιρούς στον ενδιάμεσο χώρο και τα οποία διεκδικούν την αυθεντική ορθοδοξία του απορριπτισμού και της αντι-ομοσπονδιακότητας.
Εδώ, καθοριστική παράμετρος της ενδεχόμενης μετάλλαξης αποτελεί η εκλογική επίδοση ως όρος πολιτικής επιβίωσης, αφού, κατά κανόνα, η αποτυχία εκλογής κάποιου φιλόδοξου υποψηφίου δημιουργεί φυγόκεντρες ή και διασπαστικές δυναμικές, που εκδηλώνονται… μεταναστευτικά σε όμορους και, συνήθως, ισχυρότερους κομματικούς χώρους.
Η πολιτική διαδρομή μερικών πολιτικών προσώπων που κινήθηκαν στον εν λόγω χώρο τα τελευταία χρόνια είναι ενδεικτική, χωρίς να εμφανίζει, μάλιστα, σημάδια και διάθεση τερματισμού της προσπάθειας.
Συμβαίνει, ωστόσο, κάποιοι να αποτολμούν και πιο ριψοκίνδυνα ταξίδια, ας πούμε να διέλθουν με… αερόστατο τον Ατλαντικό, διαλέγοντας να φτάσουν στην άλλη ακρώρεια του πολιτικού διαγράμματος, ανευρίσκοντας «συγκλίσεις» και συμπτώσεις με τους έως χθες καταδικαστέους ιδεολογικούς και πολιτικούς τους αντιπάλους.
Δεν χρειάζεται να ειπωθούν ή να γραφούν ονόματα, οι πολίτες παρακολουθούν ενεοί, ή, μάλλον, για να είμαστε ακριβέστεροι, με βαρύθυμη απάθεια τα αιφνίδια σπαραξικάρδια φλερτ και τις επίορκες σαγηνεύσεις τους.
Στον αστερισμό του ευπώλητου
Στον γενικότερο, ωστόσο, αστερισμό, οι πολιτικοί μας είναι, κατά κάποιον τρόπο, όπως τα φιλόδοξα, να θριαμβεύσουν, βιβλία - έστω μιας συγκεκριμένης κατηγορίας, της φτηνής εκείνης παραλογοτεχνίας, που εισβάλλει στις κουζίνες και στα κομμωτήρια δίκην λαϊκού αναγνώσματος.
Τροχοδρομούνται, ψυχαναγκαστικά, κάτω από τον αστερισμό του ευπώλητου. Διαγκωνίζονται σε σεπτές τελετές χρήσης της δημόσιας εικόνας τους, συνωστίζονται σε αίθουσες παραγωγής και κυκλοφορίας προκατασκευασμένων λόγων, πλειοδοτούν στο χρηματιστήριο του αγοραίου λαϊκισμού.
Πολλοί μιλούν για να μη λένε τίποτα -δεν υπάρχει λόγος να πούμε ονόματα-, άλλοι μιλούν για να πουν πως είναι επικίνδυνο να μιλάμε για όλα -ούτε εδώ υπάρχει λόγος να πούμε ονόματα-, και κάποιοι άλλοι, πάλι, για να πείσουν εαυτούς, ότι υπάρχει μια, αμυδρή, έστω, ελπίδα να σαγηνεύσουν τη Μούσα της Πολιτικής, την Πειθώ, και ν’ ακουστεί, λίγο, σε ώτα μη ακουόντων ο λόγος τους.
Κάποιοι άλλοι, τέλος, παλιμπαιδίζουν στον ομφαλό μιας νευρωσικής ευαισθησίας, οργισμένοι για ό,τι αρνείται να συμμετάσχει στην αυτοκολακεία και τον ναρκισσισμό τους - ούτε κι εδώ χρειάζεται να πούμε ονόματα.
Όλοι, ωστόσο, συμφωνούν σε κάτι: Υπηρετούν και αγωνίζονται για αρχές, και αλίμονο σε όποιον δεν το κατάλαβε. Είναι η αμοιβαία τους αλληλοαναγνώριση σ’ αυτήν την παντομίμα της ανομολόγητης συνενοχής.
Απέναντί τους στέκεται ο πολίτης, κάποτε αμήχανος, κάποτε μισο-υποψιασμένος και κάποτε αδιάφορος, που προσπαθεί να καταλάβει τι, μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες των Μ.Μ.Ε., διαθλάται στη ζωή του από τα ορμητικά λόγια τους.
Στις ακρώρειες της σημερινής απελπισίας δείχνει πρόθυμος να αγνοήσει ακόμη και τους θεατρινισμούς μιας καθ’ υπερβολήν επιτήδευσης, που σχοινοβατεί πάνω από το χάσμα της «θεωρίας» με την πράξη, για να δει έστω κάτι ν’ αλλάζει στη ζωή του (αντί να τραβήξει το σκοινί και να τους ρίξει κάτω).
Δέχεται να τον εξαπατούν, υπό το πρόσχημα μιας επερχόμενης ανταπόδοσης της ιώβειάς του ευπείθειας. Είναι η μετάθεση της τελικότητας των προσδοκιών σε μιαν προσμονή χωρίς τέλος, που ανανεώνεται κάθε τόσο εμβαπτιζόμενη στην ψευδεπίγραφη χρησικτησία των περιστάσεων. Είναι η ώρα της κάλπης, το σιτηρέσιο της άνομης συναλλαγής ανάμεσα στις υποσχέσεις και στο αντίβαρο της προδομένης ευπείθειας: το ρουσφέτι, το βόλεμα, η συνυπογραφή των «κοινών» λογαριασμών.
Λίφτινγκ
Ακροώμενη, λοιπόν, τα κύμβαλα της καθ’ ημέραν πολιτικής ρητορείας, θα έλεγε κανείς πως μόνον η δημοσιογραφική… ευπρέπεια ή η άνευρη ενημερωτική κοινοτοπία διασώζει τον λόγο των πολιτικών από τη δημόσια χλεύη. Την ίδια ώρα, από καθαρά γραμματολογική και συντακτική άποψη, όχι λίγες φορές, οι πολιτικοί λένε πράγματα, που, αν δεν περάσει από πάνω τους η γραφίδα του διορθωτή, ούτε «διαβάζονται», ούτε δημοσιεύονται.
Υπό αυτήν την έννοια, ο δημοσιογράφος και ο επιμελητής κειμένων σ’ ένα έντυπο, όταν κάνουν απλώς καλά τη δουλειά τους, λειτουργούν σαν ένα είδος «πλαστικού χειρουργού» των εκφερόμενων λόγων, όπου, χωρίς να παραποιούν «αυτό που θέλει να πει» ο ομιλητής, κάνουν το απαραίτητο «λίφτινγκ» εκεί όπου προβάλλουν εξογκώματα, «ακαλαίσθητες» ασυμμετρίες, ανεπιθύμητες κοιλότητες, αχρείαστοι πώροι…
Πλαδαρός, περιπαθής, ανεπικοινώνητος (από εδώ, ώς το ακοινώνητος, η απόσταση δεν είναι μεγάλη), ασυνάρτητος, άστοχος, ο πολιτικός λόγος, όταν δεν είναι εκούσια νεφελώδης, πολλές φορές προκαλεί τη σύγχυση, αντί να διαφωτίζει, δρα αποπροσανατολιστικά, αντί να προσδιορίζει το «μήνυμα», γίνεται αγωγός παρεξηγήσεων, αντί να διαλευκάνει τους λόγους μιας ομοφωνίας ή μιας γόνιμης ασυμφωνίας.
Πόσες φορές δεν ακούσαμε λόγους πολιτικών, που αναιρούν στην τελευταία διατύπωση αυτό που λένε στην πρώτη; Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε, μα τι λέει τούτος δα; κ.λπ., κ.λπ.
Όλοι οι πολιτικοί, βεβαίως, δεν είναι ούτε γλωσσομαθείς, ούτε ανήκουν απαραιτήτως στην… Accademia dei Lincei (η πρώτη Ακαδημία Επιστημών στην Ιταλία), ούτε επιβάλλεται να είναι τέτοιοι. Συχνά, μάλιστα, όπως μπορεί να συμβεί στον καθένα μας, δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι για ποιο πράγμα μιλάνε, ούτε τι πραγματικά λένε. Τα προβλήματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθούν και για τα οποία πρέπει να μιλήσουν είναι τόσο πολλά και τόσο περίπλοκα, που μόνον ακροθιγώς τα γνωρίζουν, οπόταν, ο λόγος τους, πέρα από συντακτικά ασυνάρτητος, γίνεται και πραγματολογικά αναντίστοιχος. Με αποτέλεσμα, ο έτσι εκφερόμενος λόγος, να υποθάλπει το γενικώς φερόμενο αίσθημα ότι «μας δουλεύουν», «μας έχουν πιάσει κορόιδα» κ.ο.κ.
Αλλά, μέσα στην «παλαβομάρα» του, ο πολιτικός λόγος μπορεί να αναμοχλεύει ένα ιδιαίτερο είδος γοητείας, που γευόμαστε μόνον όταν αφεθούμε στην παράδοξη πλευρά των πραγμάτων και της ύπαρξης: αυτήν που προσδιορίζει ο Ουμπέρτο Έκο, ως «γοητεία της ασυναρτησίας» και η οποία κάνει «να ριγούν οι Σουρεαλιστικοί Αδένες μας». Ίσως, τελικά, μας χρειάζεται πότε - πότε, μέσα στο θέατρο της πλήξης που έχουν εγκλωβίσει τις ζωές μας;
Άνω - κάτω με την έδρα της Λεμεσού
Ενώ, ωστόσο, οι πυρόεσσες δίνες της πρόσφατης εκλογικής μάχης έδειχναν να κάμπτονται μετεκλογικά, άνω - κάτω έχει κάνει το Υπουργείο Εσωτερικών και τη Νομική Υπηρεσία, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να κρίνει ως άκυρη την εκλογή και την ανακήρυξη του Γιώργου Παπαδόπουλου, ως βουλευτή του κινήματος Αλληλεγγύη.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Sigmalive (Τάσος Χριστοδούλου), Υπουργείο Εσωτερικών και Νομική Υπηρεσία καλούνται να βρουν την κατάλληλη θεραπεία, ώστε να αναπληρωθεί η μη καταληφθείσα θέση του Γιώργου Παπαδόπουλου στη Βουλή.
Οι επιλογές που υπάρχουν στο παρόν στάδιο είναι δύο. Η μια είναι η αναπληρωματική εκλογή στην επαρχία Λεμεσού και η δεύτερη είναι να πάμε σε ανακατανομή των εδρών.
Ωστόσο, όπως σημειώνει το ρεπορτάζ, «για να οδηγηθούμε σε αναπληρωματική εκλογή, θα πρέπει πρώτα να υπάρξει τροποποιητικός νόμος στη Βουλή, καθότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία. Ακόμη όμως κι αν αυτό καταστεί εφικτό, ελλοχεύουν και πάλι δύο κίνδυνοι. Ο πρώτος είναι να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο η Αλληλεγγύη, στο ενδεχόμενο που χάσει την κοινοβουλευτική της έδρα, σε μιαν αναπληρωματική εκλογή.
Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά καλά ενημερωμένες πηγές, κανείς δεν μπορεί εκ προοιμίου να γνωρίζει, αν και πάλι το Ανώτατο θα κρίνει ως αντισυνταγματική μια τέτοια θεραπεία.
Επιπλέον, εάν διεξαχθούν αναπληρωματικές εκλογές στην επαρχία Λεμεσού, αυτές θα γίνουν με το πλειοψηφικό σύστημα και όχι με το αναλογικό.
»Ως εκ τούτου, θα υπάρχει και πάλιν η εύλογη υποψία ότι κάτι τέτοιο θα προσκρούει στο Σύνταγμα, καθότι 55 βουλευτές θα είναι εκλεγμένοι με το αναλογικό σύστημα και ένας με το πλειοψηφικό. Στην περίπτωση που η απόφαση είναι να οδηγηθούμε σε ανακατανομή των εδρών, τότε ενδεχομένως να ανοίξει ο Ασκός του Αιόλου, καθότι θα παίζονται 20 θέσεις στο Κοινοβούλιο.
»Πιθανότατα, δηλαδή, να έχουμε αλλαγές τόσο σε πρόσωπα, με κάποιους βουλευτές να αποχωρούν και κάποιους άλλους να εισέρχονται εντός του Κοινοβουλίου, διαφοροποίηση ως προς την εκπροσώπηση των κομμάτων ανά επαρχία, καθώς επίσης και αλλαγή των συσχετισμών των κοινοβουλευτικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, πλήρης ανατροπή του σκηνικού.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ήδη υπήρξε μια ενδοϋπηρεσιακή συνάντηση εντός της Νομικής Υπηρεσίας, συζητώντας τις επιλογές που έχει ενώπιόν της. Επίσης, αναμένεται να καθοριστεί ακριβώς πότε θα πραγματοποιηθεί η σύσκεψη του Υπουργείου Εσωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας».




