Συμπληρώνονται δεκατέσσερα χρόνια από το ιστορικό δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, με το οποίο ο Κυπριακός Ελληνισμός σε ποσοστό 76% απέρριψε το Σχέδιο Ανάν. Το Σχέδιο Ανάν, που έφερε το όνομα τού τυπικά εμπνευστή του, τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, εγκρίθηκε αρχικά από τις κυβερνήσεις Άγκυρας, Αθηνών και Λευκωσίας. Αυτή η αρχική έγκριση, στη συνέχεια, με την αλλαγή των κυβερνήσεων σε Αθήνα και Λευκωσία από τους Κώστα Καραμανλή και Τάσσο Παπαδόπουλο, ετέθη σε αμφισβήτηση. Οι δύο ηγέτες του Ελληνισμού διετύπωσαν σοβαρότατες επιφυλάξεις ως προς τη δομή, τη φιλοσοφία, το περιεχόμενό και τις επιπτώσεις του.
Επρόκειτο για ένα σχέδιο συντάγματος και πλαισίου κρατικής δομής εν γένει, το οποίο θα μετέτρεπε την Κυπριακή Δημοκρατία σε ένα «Μη Κράτος» ή πιο σωστά σε μόνιμο προτεκτοράτο της Άγκυρας και στην πιο ευτυχή εν προκειμένω περίπτωση για την Κύπρο σε «φινλανδοποιημένη ζώνη». Το μέγιστο πρόβλημα της εν λόγω διεθνούς κρατικής κατασκευής δεν θα συνίστατο μόνο στη δομική πρόβλεψη φυλετικών εθνικών διακρίσεων, που θα ενυπήρχαν στις δομές του κράτους, αλλά προβλεπόταν κυρίως και άμεση εξάρτηση του κρατικού χώρου εν τω συνόλω του από ξένες δυνάμεις της περιοχής και όχι μόνο, κυρίως την Τουρκία, η οποία θα αποτελούσε, όπως και αποτελεί, απειλή εν είδει διαρκούς ομηρίας για τον Ελληνισμό της Κύπρου.
Το Σχέδιο αυτό καταργούσε και εν τοις πράγμασι, τόσο τη δημοκρατική αρχή, όσο και το κράτος δικαίου ευρύτερα. Ο πληθυσμός διαχωριζόταν πλήρως σε ελληνική και τουρκική ζώνη, ενώ το κράτος που εδημιουργείτο δεν προέβλεπε την ύπαρξη λαού, αλλά δύο εθνοτήτων, κρατικών οντοτήτων, ισοτίμων στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής δομής. Το μοντέλο αυτό είχε ως κατευθείαν αναφορά του το κράτος του βοσνιακού πειράματος, που αποτελούσε και μοναδικό προηγούμενο ανά την υφήλιο, το οποίο και εφαρμοζόμενο κατέρρευσε καθ'οδόν.
Το εν λόγω διεθνές πειραματικό εγχείρημα τριτοκοσμικής αναδιάρθρωσης του κυπριακού κράτους παραπέμπει σε ένα τύπο κρατικής μορφής πολιτείας προσομοιάζουσας ενός συγχρόνου απαρτχάιντ. Σύμφωνα με έγκριτους Έλληνες και ξένους συνταγματολόγους, η κατασκευή του Ανάν επιχειρούσε να νομιμοποιήσει το διεθνές έγκλημα πολέμου του εποικισμού, αναγνωρίζοντας τους παράνομους εποίκους ως νομίμους κατοίκους της μεγαλονήσου.
Υπογραμμίζεται πως, παρά το γεγονός πως η επίσημη αναφορά του υπό εκκόλαψη μοντέλου παρέπεμπε σε ομοσπονδιακή δομή, στην ουσία επρόκειτο προδήλως για συνομοσπονδιακή διάρθρωση.
Το δημοψήφισμα που έλαβεν χώραν για το Σχέδιο Ανάν κινητοποίησε δυνάμεις Ελλάδας και Κύπρου από τον χώρο της πολιτικής, της ακαδημαϊκής κοινότητας και του πολιτισμού, ανεξαρτήτως κομματικών ή άλλων πολιτικών τοποθετήσεων εν γένει. Εν μέσω αφόρητων διεθνών πιέσεων και εκβιασμών, η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν λειτούργησε ως το ένστικτο του Κυπριακού Ελληνισμού, που αίρει τη δύναμή του στη θέλησή του να προασπίσει τα τρεις χιλιάδες και πλέον χρόνια ελληνικής παρουσίας στη γη των προγόνων του. Από το Σχέδιο Ανάν διδαχθήκαμε πως με επιμονή, πίστη στο δίκαιό μας και προσήλωση σε έναν στρατηγικό σχεδιασμό, εφόσον υπάρχει και ενότητα δυνάμεων, κατακτούμε νίκες.
Το σύνηθες ερώτημα που τίθεται σε ανάλογες περιπτώσεις είναι και τώρα τι; Ποια είναι τα βήματα εκείνα που κατ’ ανάγκην ακολουθούν μια τέτοια σωτήρια ιστορική στιγμή; Ενώ το γιγαντιαίο ΟΧΙ του Κυπριακού Ελληνισμού θα έπρεπε να οδηγήσει την πολιτική Αθηνών και Λευκωσίας σε μια εξ υπαρχής αναθεώρηση της όλης πολιτικής που ακολουθείται στο κυπριακό πρόβλημα, μια τέτοια εξέλιξη δεν έλαβεν χώραν. Κατά ταύτα, η φυσιολογική συνέχεια θα έπρεπε να είναι η διεκδίκηση αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας. Αντιθέτως, ακολουθήσαμε μια γραμμή οριοθέτησης της πορείας του Κυπριακού με αφετηρία την προγενέστερη κατάσταση, ωσάν να μην είχε λάβει χώραν ποτέ το δημοψήφισμα.
Αυτή η απουσία συνέχειας, δηλαδή χάραξης βημάτων την επόμενη μέρα που να έχουν συνάφεια και να εντάσσονται στη φιλοσοφία του ΟΧΙ του Κυπριακού Ελληνισμού, κατάφερε σε σημαντικό βαθμό όλη αυτήν την περίοδο που διέτρεξε το κυπριακό πρόβλημα έκτοτε μέχρι και σήμερα, να ακυρώσει, δυστυχώς, τα πολιτικά κέρδη και το συγκριτικό πλεονέκτημα που κατεκτήθη για την Κύπρο και τον Κυπριακό Ελληνισμό από το δημοψήφισμα. Τούτο σημαίνει πως το κύρος του δημοψηφίσματος, που ενίσχυσε την Κύπρο και τον Ελληνισμό διεθνώς, δεν είχε, εξαιτίας δικής μας ολιγωρίας, το ανάλογο διεθνές αντίκρισμα ως συνέχεια πολιτικής, ούτε και διάρκεια επιρροής.
Γι' αυτό και συνεχίζουμε όλα αυτά τα χρόνια να συζητούμε με την τουρκοκυπριακή πλευρά και την Τουρκία πάνω σε ένα πλαίσιο διζωνικής δικοινοτικότητας, το οποίο εάν ποτέ εφαρμοστεί, θα υπονομεύσει το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού και την ύπαρξη του κυπριακού κράτους. Αυτό γιατί η διζωνική δικοινοτικότητα σημαίνει δύο ζώνες, η μία από τις οποίες θα ελέγχεται απολύτως από την Τουρκία, η βόρεια δηλαδή, με δικαίωμα αρνησικυρίας και δυνατότητα να παρεμποδίζει κάθε βηματισμό της ομοσπονδιακής δομής. Η δεύτερη, η ελληνική, συμμετέχουσα στην κεντρική ομοσπονδιακή δομή, για να μπορέσει να συμβάλει στη λειτουργία της, πρέπει να έχει σε κάθε περίπτωση την έγκριση της άλλης πλευράς, δηλαδή κατ’ ουσίαν της Άγκυρας.
Πέραν τούτου, όμως, υπάρχει μια επικίνδυνη για την Κύπρο στασιμότης και έλλειψη στρατηγικών θαρραλέων πρωτοβουλιών, που δημιουργεί αφεύκτως την αίσθηση μη ανατρεπομένων πλέον τετελεσμένων. Το μόνο που υφίσταται ως παρήγορο πλεονέκτημα είναι η συνέχιση της κρατικής δομής του Κυπριακού Ελληνισμού, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας, που συνιστά το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κυπριακό κράτος. Όμως, η επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού εξαρτάται από την ικανότητα της ηγεσίας της Κύπρου και της Ελλάδος να προβλέψουν τα βήματα του μέλλοντος για την Κύπρο, να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις σε ό,τι αφορά το κυπριακό πρόβλημα και να αξιοποιήσουν την ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα συγκυρία απομόνωσης του τουρκικού παράγοντα από τον δυτικό κόσμο. Διαφορετικά, η υπόθεση της αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας θα αποτελέσει άνευ ετέρου μια μακρινή μουσική ενός αδιόρατου μέλλοντος.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο
Το παρόν κείμενο αφιερώνεται σε έναν εκ των πρωτεργατών του υπερήφανου ΟΧΙ, τον αείμνηστο Γεράσιμο Αρσένη.




