Τη 16η Αυγούστου του 1960, ημέρα ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Ayhan Hikmet και Ahmet Muzaffer Gürkan κυκλοφόρησαν την εβδομαδιαία εφημερίδα Cumhuriyet.  Το κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου με τίτλο «Ο Δρόμος και τα Οράματά μας» συνόψιζε τον σκοπό της εφημερίδας: «Η εφημερίδα μας αρχίζει τη διαδρομή της ταυτόχρονα με την ιστορική διαδρομή της Κυπριακής Δημοκρατίας και, υιοθετώντας την αρχή του Mustafa Kemal “Ειρήνη στην Πατρίδα, Ειρήνη στον Κόσμο”, θα αγωνιστεί μέσω της δημοσιογραφίας, ώστε η Κύπρος να καταστεί το ωραιότερο υπόδειγμα ειρήνης στη Μεσόγειο».  

Η Cumhuriyet αντιτάχθηκε τόσο στη διχοτομική τουρκοκυπριακή ηγεσία όσο και στους ενωτικούς Ελληνοκύπριους, ιδιαίτερα στην Εκκλησία της Κύπρου.  Επομένως, η πίεση που ασκήθηκε στους δύο δημοσιογράφους ήταν καθολική. Προτού ακόμη η εφημερίδα κυκλοφορήσει, οι δύο δημοσιογράφοι έγιναν στόχος επιθέσεων ένεκα της επικριτικής στάσης τους έναντι της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Μάλιστα, στις αρχές του 1960, ο Ahmet Gürkan ξυλοκοπήθηκε από στελέχη της ΤΜΤ, η οποία σε προκήρυξή της μετά τον ξυλοδαρμό ανακοίνωσε την «τιμωρία» του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, εκτοξεύοντας παράλληλα απειλές θανάτου.

Η Cumhuriyet ήταν το έντυπο το οποίο υπερασπίστηκε τη συμβίωση των δύο κοινοτήτων υπό το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος και εναντιώθηκε στην Ένωση και τη Διχοτόμηση. Η πολιτική της στάση εξασφάλισε και την εύνοια του Τούρκου πρέσβη στην Κύπρο, Emin Dırvana.  Καθ’ όλην τη διάρκεια της κυκλοφορίας της, η τουρκοκυπριακή εφημερίδα εκθείαζε συχνά τον Dırvana και τις προσπάθειές του για την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας.   

Αναπόφευκτα, εχθρική στάση έναντι της εφημερίδας τηρούσαν οι ελεγχόμενοι από το τουρκικό Γραφείο Ειδικού Πολέμου ΤΜΤ και Denktaş.  Πειστικότερο τεκμήριο γι’ αυτό αποτελεί το περιεχόμενο του «απόρρητου» εγγράφου της τουρκοκυπριακής ηγεσίας σχετικά με την εφημερίδα: «Είναι απαραίτητο να επιβληθεί η εθνική γραμμή στους αντιπολιτευόμενους κύκλους της κοινότητας. Η προπαγάνδα και οι δημοσιεύσεις που υποσκάπτουν την εθνική υπόθεση πρέπει να αποθαρρυνθούν.  Η δράση και τα γραπτά του Muzaffer Gürkan και του Ayhan Hikmet, για τον οποίο έχει διαπιστωθεί ότι διατηρεί σχέσεις με τους κομμουνιστές, εξυπηρετούν τα ελληνικά συμφέροντα και πρέπει να παρεμποδιστούν. Σε περίπτωση που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της εθνικής υπόθεσης, επιβάλλεται να σωπάσουν».

Η οριστική φίμωση των δύο δημοσιογράφων ήρθε λίγο καιρό μετά, με τη δολοφονία τους το βράδυ της 23ης προς τα ξημερώματα της 24ης Απριλίου (1962). Ο Muzaffer Gürkan δολοφονήθηκε στις 20:30 το βράδυ μέσα στο αυτοκίνητό του, το οποίο μόλις είχε σταθμεύσει στην αυλή του σπιτιού του. Η τραγική σύζυγός του άκουσε μεν ήχους που θύμιζαν πυροβολισμούς, ωστόσο θεώρησε ότι ήταν ο ήχος της πόρτας. Τελικά, αντίκρισε τον δολοφονημένο άντρα της στις 4:00 τα ξημερώματα και ειδοποίησε την Αστυνομία. Δίπλα στο αιματοκυλισμένο σώμα του Gürkan βρισκόταν μια πίτα σουβλάκια.  Ο Ayhan Hikmet δολοφονήθηκε στη 1:45 μετά τα μεσάνυχτα στο κρεβάτι του, όπου κοιμόταν με τη σύζυγό του. Οι γραμμές του τηλεφώνου και του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν κομμένες. Σύμφωνα με την κατάθεση της συζύγου του στην Αστυνομία, οι δολοφόνοι ήταν δυο μασκοφόροι και ένας τρίτος, ο οποίος κρατούσε τσίλιες έξω από το σπίτι.

Ο Denktaş, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για ελληνική «προβοκάτσια», προκειμένου ο ίδιος να τεθεί στο στόχαστρο, όχι μόνο δεν καταδίκασε τη φονική πράξη, αλλά δεν παρευρέθη ούτε στην κηδεία των δημοσιογράφων. Πέραν τούτου, αρνούμενος να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση, δεν ανταποκρίθηκε ούτε στο κάλεσμα της Αστυνομίας για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Οι βομβιστικές επιθέσεις

Η δολοφονία των δύο δημοσιογράφων διαπράχθηκε σε μια περίοδο κλιμακούμενης έντασης μεταξύ των δυο κοινοτήτων, ένεκα της βομβιστικής επίθεσης κατά των τζαμιών Ömeriye και Bayraktar λίγες ημέρες πριν. Το πρωινό της 23ης Απριλίου 1962, λίγες ώρες πριν από τις δολοφονίες, η Cumhuriyet δημοσίευσε τις παρακάτω γραμμές σε αυτό που έμελλε να είναι και το τελευταίο φύλλο της: «Ναι, το τονίζουμε ξανά: ο κάθε σώφρων άνθρωπος έχει αντιληφθεί ποιος είναι αυτός ο άτιμος, ο πουλημένος, το απόβρασμα που φέρει την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις.

Είναι πολύ κοντά η μέρα που η μάσκα αυτού του ανέντιμου καθάρματος θα πέσει».  Στο μεταξύ, λίγες ημέρες πριν από τις δολοφονίες, ο Gürkan επισκέφθηκε τον Γιωρκάτζη, για να του αποκαλύψει ότι οι βομβιστικές επιθέσεις στα τζαμιά Bayraktar και Ömeriye μεθοδεύτηκαν από τον Denktaş. Ο Γιωρκάτζης είχε ηχογραφήσει τη συνομιλία του με τον Gürkan και κατέθεσε το ακουστικό υλικό στην Διερευνητική Επιτροπή που συστήθηκε για διαλεύκανση των βομβιστικών ενεργειών. Ο δε Denktaş θα χρησιμοποιούσε την ηχογραφημένη συνομιλία ως απόδειξη για την «προδοσία» των δολοφονηθέντων.  

Μετά την αποκάλυψη των μαγνητοφωνημένων συνομιλιών, η εφημερίδα της ΤΜΤ, Nacak, αρχισυντάκτης της οποίας ήταν ο Denktaş, θα συνέχιζε τις επιθέσεις κατά των φονευθέντων δημοσιογράφων, τιτλοφορώντας το κύριο της άρθρο ως «Έχουμε Γράμμα για τον Τάφο». Κατηγορώντας τους ως «χαφιέδες» του Γιωρκάτζη, η εφημερίδα θα διατεινόταν ότι, με τον θάνατό τους, «αποφεύχθηκε ένας μεγάλος κίνδυνος για την κοινότητα»: «Δώσαμε συλλυπητήρια στις οικογένειές σας.

Τώρα λέμε “αποφεύχθηκε ένας μεγάλος κίνδυνος για την κοινότητα, ας είναι περαστικό˙ η κοινότητά μου είναι μεγαλόψυχη, πλήρης εθνικού φρονήματος, καθαρή”. Ας είναι περαστικό για όλους μας». Το τέλος των εργασιών της Επιτροπής Διερεύνησης στις 31 Μαΐου βρήκε ξανά την Nacak να ονειδίζει τους Hikmet και Gürkan ως «σπιούνους» του Γιωρκάτζη και των κομμουνιστών.  O Denktaş, στις συνεχείς δημόσιες τοποθετήσεις του, διατεινόταν ότι αποτελούσαν «χαφιέδες του Γιωρκάτζη» και εν τέλει δολοφονήθηκαν από τους ανθρώπους του.

O για χρόνια μέλος της ΤΜΤ, Arif Hasan Tahsin, ο οποίος στα γραπτά του υποστηρίζει ότι γνωρίζει τους δολοφόνους, δακτυλοδεικτεί ευθέως την ΤΜΤ ως υπεύθυνη για τις δολοφονίες και συγχρόνως χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του Denktaş περί «χαφιέδων του Γιωρκάτζη» ως «μέγιστη αδικία και αναλγησία»: «Στελέχη της ΤΜΤ και το περιβάλλον τους, δηλαδή εκατοντάδες άνθρωποι, πέραν των χιλίων, γνωρίζουν ότι οι δύο δικηγόροι [και δημοσιογράφοι] δολοφονήθηκαν κατόπιν εντολής έμπιστου ηγετικού στελέχους της ΤΜΤ προς έμπιστα μέλη της οργάνωσης.

Ποίος εξ αυτών ήταν χαφιές του Γιωρκάτζη; Αν έστω και κάποιος από αυτούς ήταν πράκτορας του Γιωρκάτζη, δεν θα δίσταζα να τον δικάσω και να τον τιμωρήσω αυτοπροσώπως στο σπίτι του».  Η αναφορά του Tahsin στους υποκινητές και αυτουργούς της δολοφονίας είναι ξεκάθαρη: Η εντολή δόθηκε από «έμπιστο ηγετικό στέλεχος της ΤΜΤ» και εκτελέστηκε από «έμπιστα μέλη της οργάνωσης», τα οποία και γνωρίζει καλά.

Σε ένα άλλο κείμενό του στις 25 Μαρτίου 1998 αναφέρει ότι η «ΤΜΤ Λευκωσίας» διέπραξε τις δολοφονίες αυτοβούλως, χωρίς να προηγηθούν εντολές από την Άγκυρα, αναφέροντας, μάλιστα, ότι αυτό το γεγονός αποτυπώνει τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στην τουρκική κυβέρνηση, η οποία επιθυμούσε την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και τη μαχόμενη, κατά της ειρηνικής συμβίωσης, τουρκοκυπριακή ηγεσία.    

Η δολοφονία των δύο δημοσιογράφων συντάραξε την τουρκοκυπριακή κοινότητα και επανέφερε την ατμόσφαιρα τρόμου της περιόδου 1958-60. Δραματική πολιτική κατάληξη ήταν η έπειτα από κάποιο διάστημα παραίτηση και επιστροφή στην Τουρκία του Τούρκου πρέσβη στην Κύπρο, Emin Dırvana˙ ενός πολιτικού άνδρα, ο οποίος ανάλωσε τις προσπάθειές του για την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τάχθηκε υπέρ της προσαγωγής των Denktaş και Küçük ενώπιον μιας ανεξάρτητης επιτροπής ως υπόπτων για τις δολοφονίες...

Πότε θα δούμε τα ονόματα των δύο διανοουμένων, οι οποίοι αγκάλιασαν την Κυπριακή Δημοκρατία περισσότερο από κάθε άλλον και πλήρωσαν το τίμημα της επιλογής τους με την ίδια τους τη ζωή, γραμμένα στους δρόμους μας;

Ο Δήμαρχος Λευκωσίας και η Κυβέρνηση οφείλουν να αναλάβουν πρωτοβουλία σχετικά με αυτό το ζήτημα…