ΠΟΙΟΙ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

ΣΕ ΠΟΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΦΕΡΟΥΝ ΤΑΓΙΠ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ ΜΕΡΑΛ ΑΚΣΕΝΕΡ ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Στην παρούσα φάση, δεν υπάρχει άλλη υποψηφιότητα. Όμως θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα προκύψουν υποψήφιοι από την πλευρά της αριστερής αντιπολίτευσης και των Κούρδων


Με δύο «σίγουρα άλογα» ξεκίνησε η κούρσα των πρόωρων προεδρικών εκλογών στην Τουρκία, οι οποίες έχουν προκηρυχθεί για τις 24 Ιουνίου. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Μεράλ Άκσενερ είναι τα δύο πρόσωπα, προερχόμενα από το ιδιόμορφο πολιτικό ρεύμα που ονομάζεται τουρκική δεξιά, τα οποία θα διεκδικήσουν το προεδρικό αξίωμα στην κατοχική χώρα, την ίδια ώρα που μελετώνται διάφορα σενάρια από την αριστερά και τις κουρδικές δυνάμεις, ως προς τις υποψηφιότητες που θα υποστηρίξουν. Αφενός η πολύχρονη εμπειρία που έχουμε από νυν Τούρκο Πρόεδρο και αφετέρου οι πολύ πρόσφατα διαμορφωμένες θέσεις του «Καλού Κόμματος» της Άκσενερ, μας επιτρέπουν να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα αναφορικά με τις προγραμματικές τους θέσεις σε σχέση με το Κυπριακό, οι οποίες αναπόφευκτα μας επηρεάζουν.

Το Κυπριακό παραδοσιακά εμπίπτει στο κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής στις προγραμματικές θέσεις των υποψηφίων στις τουρκικές εκλογές, ωστόσο στην πράξη είναι και ζήτημα εσωτερικό για την κατοχική χώρα. Με τη βοήθεια του Δρος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Νίκου Μούδουρου, η «Σημερινή» της Κυριακής προσπαθεί να «φωτίσει» την ευρύτερη φιλοσοφία των δύο δεξιών υποψηφίων αναφορικά με το Κυπριακό.

Η τουρκική δεξιά

Τόσο ο Ταγίπ Ερντογάν όσο και η Μεράλ Άκσενερ προέρχονται από τον ιδεολογικό χώρο που ονομάζεται τουρκική δεξιά, ο οποίος δεν είναι συνταυτισμένος με την κλασική δυτική ευρωπαϊκή δεξιά. Όπως εξηγεί ο Δρ Μούδουρος, εάν η δεξιά στην Τουρκία αντιμετωπιζόταν ως ένα ενιαίο σώμα, τότε αυτό θα είχε τρία συστατικά χαρακτηριστικά: Τον εθνικισμό, τον ισλαμισμό και τον συντηρητισμό.

Ωστόσο, αυτά τα τρία στοιχεία λειτουργούν διαφοροποιημένα το ένα από το άλλο, χωρίς τα όριά τους να είναι ευδιάκριτα. Μπορεί να λειτουργούν παράλληλα και να δανείζονται στοιχεία το ένα από το άλλο αλλά δεν είναι συνταυτισμένα, παρόλο που ανήκουν στο ίδιο ρεύμα. Σε διάφορες ιστορικές εποχές καταγράφονται διαφορετικές κυρίαρχες τάσεις, καθώς και αλληλοεπικάλυψη. «Για παράδειγμα, μια πολύ μεγάλη ιστορική αντιπαράθεση στο εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας ήταν κατά πόσον ο εθνικισμός θα χαρακτηρίζεται από την κοσμικότητα του κεμαλισμού ή όχι», σημειώνει ο Δρ Μούδουρος.

Σήμερα, τόσο ο πολιτικός σύμμαχος του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, που ηγείται του εθνικιστικού κόμματος (ΜΗΡ), όσο και η Άκσενερ, είναι της άποψης ότι ο εθνικισμός λειτουργεί σε αρμονία και όχι σε αντιπαράθεση με τη θρησκεία αλλά σε διαφορετικό βαθμό, ενώ στην περίπτωση του ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν η θρησκεία έχει κυρίαρχο ιδεολογικό ρόλο, αλλά στην πράξη χρησιμοποιεί πρόσμιξη των τριών στοιχείων, κάτι που ο Μπαχτσελί φαίνεται να αποδέχεται για τους δικούς του υπαρξιακούς πολιτικούς λόγους.

«Ένα έθνος, δύο κράτη»

Σύμφωνα με τον Νίκο Μούδουρο, η Μεράλ Άκσενερ προέρχεται από τον πιο παραδοσιακό χώρο της συντηρητικής δεξιάς. Ξεκίνησε από το κόμμα του «Ορθού Δρόμου» και διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών υπό την πρωθυπουργία της Τανσού Τσιλέρ. Ήταν, δηλαδή, Υπουργός κατά την κρίσιμη δεκαετία του ’90, όταν υπήρξε μεγάλη άνοδος του κουρδικού κινήματος και παράλληλα των τουρκικών εθνικιστικών κινημάτων και το τουρκικό κράτος έκανε ίσως την πιο ολοκληρωμένη επιθετική του πολιτική ενάντια στους Κούρδους, κάτι το οποίο η ίδια υποστήριζε.

Ο πιο πρόσφατος σταθμός στην πολιτική της καριέρα ήταν το ΜΗΡ και, λόγω της εμπειρίας, της δημοφιλίας και της προσωπικότητάς της, βρέθηκε σε ευθεία σύγκρουση με τον Μπαχτσελί, η οποία οδήγησε στην αποβολή της και στην ίδρυση του «Καλού Κόμματος» (ΙΥΙ). Στο κόμμα της προσχώρησαν κι άλλα μέλη των εθνικιστών, που είτε αποβλήθηκαν είτε παραιτήθηκαν, λόγω διαφωνιών με τους χειρισμούς του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος προσκολλήθηκε πολιτικά στον Ταγίπ Ερντογάν.

Το ΙΥΙ ακροβατεί αυτήν τη στιγμή ανάμεσα στην προσπάθεια άντλησης υποστήριξης από την παραδοσιακή δεξαμενή του ΜΗΡ και στην προσπάθειά του να διαφοροποιηθεί επαρκώς από αυτό, ώστε αφενός να μην υπάρχει συνταύτιση και αφετέρου να διεισδύσει σε άλλες δεξαμενές ψηφοφόρων. Πρόκειται για μια δύσκολη ισορροπία, γιατί ο ιδρυτικός του πυρήνας αντλεί το πολιτικό του παρελθόν από το ΜΗΡ, αν και δημοσκοπικά φαίνεται πως καταφέρνει να αγγίξει κι άλλα εκλογικά στρώματα. Θα πρέπει, συνεπώς, η υποψηφιότητα της Άκσενερ να κρίνεται υπό το πρίσμα της δεξιάς, με πιο έντονες εξάρσεις προς τον εθνικισμό.

Στη βάση αυτών των πολιτικών δεδομένων πρέπει να εξετάζεται η στάση της Μεράλ Άκσενερ, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό. Αν και προφανώς ακόμη δεν υπάρχει προεκλογικό πρόγραμμα, οι πολύ πρόσφατες θέσεις του ΙΥΙ δίνουν το στίγμα των προθέσεών της, που είναι διχοτομικού χαρακτήρα. Το πρόγραμμα (σε μετάφραση του Δρος Μούδουρου) αναφέρει τα ακόλουθα: «Το κόμμα μας θα σταθεί με αποφασιστικό τρόπο υποστηρικτικά για την ύπαρξη και τα συμφέροντα του τουρκισμού της Κύπρου και του κράτους του, της ΤΔΒΚ. Θεωρούμε ότι η πιο ενδεδειγμένη για την ιστορία και την κουλτούρα της Κύπρου, αλλά και για την επιβίωση και ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας μορφή λύσης είναι η διασφάλιση της συνέχισης της ΤΔΒΚ ως ενός ανεξάρτητου τουρκικού κράτους.

Συνεπώς η αναγνώριση της ΤΔΒΚ σε διεθνές επίπεδο, η διασφάλιση ιδιότητάς της ως μέλους σε διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις, καθώς και η ανύψωση του επιπέδου ευημερίας της μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, θα αποτελούν μερικά από τα σημαντικότερα και κατά προτεραιότητα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Υλοποιώντας όλα τα πιο πάνω, θα συνεχίσουμε με σύνθημα ‘ένα έθνος δύο κράτη’ να αναπτύσσουμε σχέσεις σεβασμού και ειλικρίνειας μεταξύ της Τουρκίας και της ΤΔΒΚ. Σε αυτήν τη διαδικασία και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας συνεργασίας άμυνας και ασφάλειας, που θα γίνει με την ΤΔΒΚ, θα διασφαλιστεί η συνέχιση των καθηκόντων των Τούρκων στρατιωτών στο νησί σε μια μόνιμη τουρκική βάση».

Σε δυο ταμπλό

Η περίπτωση του Ταγίπ Ερντογάν είναι ενδεχομένως πιο περίπλοκη, καθώς προβαίνει σε παράλληλες δράσεις, σε ό,τι αφορά στην Κύπρο. Ένα κομμάτι της πολιτικής του ήταν να κορυφωθεί με κάποιο τρόπο η διαδικασία στο Κυπριακό, κάτι που συνέβη στο Κραν Μοντανά. Ως Πρόεδρος της κατοχικής χώρας είναι υποχρεωμένος να δείχνει ότι λαμβάνει σοβαρά τη διπλωματική διάσταση του Κυπριακού, ούτως ώστε να απολαμβάνει μια μίνιμουμ διεθνή νομιμοποίηση για την προσέγγισή του και να μην κατηγορείται πως ο ίδιος τινάζει τη διαπραγμάτευση στον αέρα.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Τούρκος Πρόεδρος ακολουθεί και την άλλη, εσωτερική του ατζέντα στο Κυπριακό. Θέτει πρωτοβουλίες επί του εδάφους για να μελετηθεί εάν υπάρχει το περιθώριο και η δυναμική στην τ/κ κοινότητα για να προωθηθεί μια άλλη λύση, πέραν της ομοσπονδιακής. Προς το παρόν δεν έχει καταφέρει να επιβάλει κάτι τέτοιο, λόγω της ισορροπίας που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στην τ/κ κεντροδεξιά και την τ/κ κεντροαριστερά για το ζήτημα, αλλά το επαναφέρει συνεχώς με διάφορους τρόπους.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη, ίσως πιο σημαντική πτυχή στην πολιτική του Ερντογάν σε σχέση με την Κύπρο, όπως υποδεικνύει ο Δρ Μούδουρος, και αυτή είναι ο κοινωνικός μετασχηματισμός των κατεχομένων, η οποία εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια. Παρατηρείται, δηλαδή, μια πιο έντονη προσπάθεια αλλαγής δομών, πολιτικής συμπεριφοράς και μια πιο ολοκληρωμένη κοινωνική μηχανική, που προσπαθεί να μετατρέψει τους Τ/κ σε «καλούς Τούρκους και καλούς μουσουλμάνους». Μέχρι στιγμής δεν έχει επιτύχει πλήρως αυτή η προσέγγιση, αν και υπάρχουν δείγματα γραφής γι’ αυτού του είδους τις τουρκικές παρεμβάσεις στην καθημερινότητα των κατεχομένων. Όλα αυτά λαμβάνουν χώραν ταυτόχρονα και θα συνεχιστούν και μετά τις τουρκικές εκλογές.

Η άλλη θέση

Στην παρούσα φάση δεν υπάρχει άλλη υποψηφιότητα. Όμως θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα προκύψουν υποψήφιοι από την πλευρά της αριστερής αντιπολίτευσης και των Κούρδων. Σύμφωνα με τον Νίκο Μούδουρο, ακόμη συζητείται μια πιθανή υποψηφιότητα του Σελαχετίν Ντεμιρτάς, που παρόλο ότι είναι φυλακισμένος, δεν έχει καταδικαστεί. Ο Ντεμιρτάς φαίνεται να έχει δυνατότητα συσπείρωσης του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP) και να οδηγήσει σε συγκράτηση των ποσοστών του. Με βάση τα δείγματα γραφής του παρελθόντος, μια τέτοια υποψηφιότητα θα έχει διαφορετική προσέγγιση για το Κυπριακό. Στις προηγούμενες εκλογές, για παράδειγμα, το HDP έλεγε πως στόχος ήταν να βοηθήσουν προς την κατεύθυνση επίλυσης του Κυπριακού με τον τρόπο που οι Κύπριοι θα αποφασίσουν.