Βρισκόμαστε σε μια περίοδο, κατά την οποία ο Τούρκος Πρόεδρος λειτουργεί ανεξέλεγκτα, περιεβλήθη με δικτατορικές εξουσίες, έχει βερμπαλιστικά απέναντί του την Ευρώπη και τη Δύση, ενώ δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει μετά βεβαιότητος ποιες θα είναι οι επόμενές του κινήσεις σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο

Το πώς ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν οικοδομεί και ενισχύει έτι περαιτέρω ένα καταπιεστικό σύστημα αυταρχικής δομής εξουσίας, που εγκαθίδρυσε και ανέπτυξε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, είναι ορατό στην καθημερινότητα της τουρκικής κοινωνίας, του τουρκικού κράτους. Το πραξικόπημα αυτό απετέλεσε την αφορμή, κατ’ άλλους την ευκαιρία, για να ξεκινήσει ο Τούρκος ηγέτης έναν απηνή διωγμό κατά πάντων στο εσωτερικό της χώρας του. Με όπλο το, κατά ορισμένους κύκλους, «στημένο» δημοψήφισμα του Απριλίου 2017, θέλησε να ενισχύσει την πολιτική του εξουσία, διαμορφώνοντας σταδιακά ένα σύστημα «νεοσουλτανικού» αυταρχισμού.

Μετά το πραξικόπημα, ο Τούρκος Πρόεδρος κατέστη εξαιρετικά ανασφαλής, αισθανόμενος πως παντού υποκρύπτονται κίνδυνοι για την εξουσία, αλλά και τη φυσική του ακόμα υπόσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διώκει και φυλακίζει όσους θεωρεί αντιπάλους του ή εν γένει υπόπτους να τον αντιπολιτευθούν στο εσωτερικό της χώρας, ενώ αποκεφάλισε την ηγεσία του στρατεύματος, μεταβάλλοντάς το ουσιαστικά σε προσωπική του φρουρά, δηλαδή σε πραιτωριανούς.

Στην ίδια κατεύθυνση δομικών αλλαγών που επιχειρεί, κλιμακώνει στο εσωτερικό τις εθνικιστικές κορώνες εναντίον της Δύσης, με στόχο να ενισχύσει τον αντιδυτικό εθνικισμό. Στο πλαίσιο αυτής της ρητορικής, αποσκοπώντας στη συσπείρωση των απανταχού Τούρκων εθνικιστών, συμπορεύθηκε και με το κόμμα των Γκρίζων Λύκων του Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Η αναμενόμενη εκλογική νίκη του Ερντογάν πρόκειται να στηρίξει τις προσπάθειές του για επιτάχυνση της ευρισκόμενης σε εξέλιξη δόμησης ενός ερντογανικού κρατικοπολιτικού εξουσιαστικού φαινομένου, το οποίο επιχειρεί να αντικαταστήσει τον παραδοσιακό κεμαλισμό.

Ταυτόχρονα, διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Κούρδων στη Συρία και στο Βόρειο Ιράκ. Επίσης κατέλαβε το Αφρίν, κατόπιν πολεμικών ενεργειών στο έδαφος ξένης χώρας, πράγμα το οποίο ενίσχυσε το πολιτικό του προφίλ στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό εκφράζει και την αίσθηση του ιδίου πως πρόκειται για νικηφόρο πορεία, την οποία επιθυμεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά μέσα από τη διεξαγωγή εκλογών την αμέσως προσεχή περίοδο. Σύμφωνα με τους οραματισμούς του, επιθυμεί να μεταβάλει σταδιακά την Τουρκία σε ηγεμόνα της περιοχής. Παράλληλα, δε, απειλεί την Ελλάδα πολλαπλώς. Οι μέχρι τώρα εξελίξεις δρομολογούν κινήσεις εναντίον ελληνικών νήσων και βραχονησίδων, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί πως είναι «ακαθορίστου» κυριότητος.

Οι εκλογές εμφανίζονται ως ευνοϊκή συγκυρία για τον Τούρκο Πρόεδρο, γι' αυτό και φρόντισε να τις επισπεύσει για την 24η Ιουνίου 2018, ενώ θα ελάμβαναν χώραν τον Νοέμβριο του 2019. Μια κατ' αρχήν χαρτογράφηση αυτής της διαδικασίας παρατίθεται κατωτέρω σε μια καταγραφή των λόγων επίσπευσης των εκλογών.

Σημειώνεται πως οι αρμοδιότητες που προβλέπει το νέο σύνταγμα για τον Τούρκο Πρόεδρο, οι οποίες τον περιβάλλουν με καθεστώς αυξημένων εξουσιών, τίθενται σε εφαρμογή από την επόμενη εκλογική διαδικασία, ενώ παράλληλα καταργείται ο θεσμός του Πρωθυπουργού με συνεπακόλουθη μεταφορά αρμοδιοτήτων στον θεσμό του Προέδρου, δηλαδή στον ίδιο εν προκειμένω. Η εμφάνιση της δημοφιλούς πολιτικού, Μεράλ Ακσενέρ, πρώην Υπουργού Εσωτερικών και επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος επονομαζομένου «Καλού Κόμματος», της οποίας την εκλογική παρουσία ήθελε για λόγους ευνόητους να αποφύγει ο Ερντογάν, συνιστά έναν εκ των λόγων επίσπευσης της εκλογικής διαδικασίας.

Μια επιπλέον παράμετρος, που άπτεται των οικονομικών μεγεθών της χώρας, παραπέμπει σε σοβαρή συρρίκνωση της οικονομίας, ενώ το νόμισμα εκδηλώνει ισχυρές πτωτικές τάσεις. Τυχόν ραγδαία, εν προκειμένω, περαιτέρω αποδυνάμωση του νομίσματος θα είχε ως συνέπεια ενδεχομένως την εκδήλωση συνθηκών βύθισης της τουρκικής οικονομίας.

Το Κουρδικό αποτελεί μια ιστορικά και παραδοσιακά εξαιρετικά προβληματική υπόθεση για τη δομή και την ενότητα του κράτους. Με δεδομένη την κατάσταση που εκτυλίσσεται στη βόρεια Συρία, ενδεχόμενη διάχυση της κουρδικής ανάφλεξης από τον νότο προς την τουρκική ενδοχώρα θα προκαλούσε πιθανότατα προβολή του συγκρουσιακού φαινομένου και εντός της Τουρκίας με απρόβλεπτες συνέπειες.

Επισημαίνεται, συναφώς, πως ορισμένες από τις παρεμβατικές πρωτοβουλίες του Προέδρου Ερντογάν και πολιτικές προβολές θέσεων και κατευθύνσεων εντάσσονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στο προεκλογικό κλίμα που δημιουργείται και στη θέληση του ιδίου να συσπειρώσει πολιτικές δυνάμεις εντός της χώρας του, με στόχο τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων για μια εκλογική νίκη, η οποία θα του επιτρέψει να εδραιωθεί στην ηγεσία της Τουρκίας για την επόμενη πενταετία, με όλες τις παρεπόμενες συνέπειες για το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Πέραν τούτων, η αναζήτηση ορυκτού πλούτου στο πλαίσιο της κυπριακής ΑΟΖ από αμερικανικές και άλλες ξένες εταιρείες εκλαμβάνεται ως σταθερή και δυναμική πρόκληση για την Άγκυρα, στον βαθμό που η Τουρκία θεωρεί πως η Κύπρος υφίσταται είτε ως συνεταιριστικό κράτος με τους Τουρκοκύπριους, τους οποίους και η ίδια εμφανίζεται ως εκπροσωπούσα, είτε ως επικυριαρχούσα δομή τουρκικής ηγεμονίας στην περιοχή. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ως προβαλλόμενες ανησυχίες του Τούρκου Προέδρου οι διαρκείς τριβές με την Αθήνα σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα, την αιγιαλίτιδα ζώνη και εν γένει τις ρυθμίσεις που διέπουν τις συνθήκες της θαλάσσιας συνύπαρξης των δύο χωρών. Ο Ερντογάν αμφισβητεί εν γένει το δικαίωμα Ελλάδας και Κύπρου για διεξαγωγή ενεργειών αναζήτησης θαλάσσιου πλούτου στην ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα.

Συνοψίζοντας, βρισκόμαστε σε μία περίοδο, κατά την οποία ο Τούρκος Πρόεδρος λειτουργεί ανεξέλεγκτα, περιεβλήθη με δικτατορικές εξουσίες, έχει βερμπαλιστικά απέναντί του την Ευρώπη και τη Δύση, ενώ δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει μετά βεβαιότητος ποιες θα είναι οι επόμενές του κινήσεις σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να μπορέσει να εκτιμηθεί το πλαίσιο των υφιστάμενων κινδύνων και απειλών.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο