Η ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

«Εν κατακλείδι, και χωρίς καμία διάθεση ευφυολογήματος ή αστεϊσμού, ως μόνη σταθερά, σε μια, όντως, ρευστή Αν. Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, παραμένει η τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία έχει πλέον διέλθει τον "Ρουβίκωνα" της "ήπιας ισχύος" και βαδίζει ολοταχώς προς τα όπισθεν, ήτοι σε μια λογική ωμής ισχύος, χωρίς ούτε καν τα ψιμύθια του "εξευρωπαϊσμού"»

«Η Ρωσία έχει κατ’ επανάληψιν υποστηρίξει την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ως μόνιμο μέλος. Κατά την περίοδο που διανύουμε, όμως, η σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας θέτει εμπόδια στη διατήρηση και την περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της σχέσης»


Το εντεινόμενο στρατηγικό φλερτ ανάμεσα στην Άγκυρα και τη Μόσχα, παρά τα όποια προβλήματα και τις «ανακολουθίες του», τείνει να καταστεί μία από τις καθοριστικότερες μεταβλητές στο σύνθετο και ευμετάβλητο πεδίο της διεθνούς γεωπολιτικής, επιδρώντας στα υφιστάμενα ισοζύγια δυνάμεων. Ανεξαρτήτως τού ποιες ανάγκες το υπαγορεύουν, πόσο μακρόπνοη ή ευκαιριακή είναι η προοπτική του, ή πόσο σταθερός είναι ο αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών, ενέχει, eo ipso, ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον και για τα ελληνικά συμφέροντα, δεδομένης της αυξανόμενης τουρκικής επιθετικότητας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και της παραδοσιακά υποστηρικτικής στάσης της Ρωσίας εν σχέσει, κυρίως, προς το Κυπριακό.

Ενδιαφέρον το οποίο, αν και δεν εμφανίζεται με τη μορφή δημόσιας συζήτησης -στον βαθμό που θα όφειλε, τουλάχιστον-, διαλαμβάνει τον χαρακτήρα ενός υφέρποντος σιωπηρού προβληματισμού, όσον αφορά τις ενδεχόμενες παρενέργειές του. Τοσούτω, μάλλον, που η εξυφαινόμενη ρωσοτουρκική σύμπλευση διαλαμβάνει ουκ ευάριθμες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές παραμέτρους, όπως η αμυντική και η οικονομική συνεργασία, η ενέργεια κ.λπ.

Για το πώς, ενδεχομένως, επιδρά στα εθνικά θέματα η ρωσοτουρκική προσέγγιση, μιλούν στη «Σημερινή» της Κυριακής ο Αφεντούλης Λαγγίδης, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, και ο Μιχάλης Κοντός, Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, επισημαίνοντας τις ευρύτερες διεθνοπολιτικές διαστάσεις της, σ’ ένα έκρυθμο και ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.

Δρ Αφεντούλης Λαγγίδης: Σύγκλιση σε προβληματικό περιβάλλον

Πώς επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, τα εθνικά θέματα, και ειδικότερα το Κυπριακό, η πρόσφατη στρατηγική σύγκλιση Ρωσίας-Τουρκίας, δεδομένης και της παραδοσιακά υποστηρικτικής στάσης της Μόσχας σ’ αυτό;

Στην απάντηση του ερωτήματος αυτού θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα εξής δεδομένα: Η σύγκλιση αυτή υπαγορεύεται από τις ανάγκες και των δυο πλευρών (Ρωσίας και Τουρκίας) για αναζήτηση, έστω και προσωρινών και συγκυριακών, εταίρων, σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον το οποίο, είτε εξ ιδίων πρωτοβουλιών (βλ. αντιστροφή «δόγματος» μηδενικών προβλημάτων, βλ. κατά Νταβούτογλου), είτε ως αποτέλεσμα δράσης γεωπολιτικών ανταγωνιστών (βλ. Ρωσία-Δύση) καθίσταται προβληματικό και για τις δύο πλευρές.

Η αναφορά στο κατ’ εξοχήν συγκρουσιακό υπόβαθρο των σχέσεων των δύο χωρών ακούγεται περιττή, αλλά η ιστορική προοπτική -μια υποχρεωτική, θα προσθέταμε, ματιά στα ιστορικά δεδομένα-, μας αποκαλύπτει και άλλες περιπτώσεις ρωσο-τουρκικής συνεργασίας (κάτι που αναιρεί τον ισχυρισμό, πως αυτό που λαμβάνει χώραν σήμερα είναι μοναδικό στην Ιστορία): Π.χ., σε ένα κλίμα Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία, μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας επί σειράν ετών, τη δεκαετία του 1960 , προσέγγισε-φλέρταρε, με την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση.

Οι επιπτώσεις της προσέγγισης αυτής τότε, δεν επηρέασαν τη στάση της Σ.Ε. στο Κυπριακό, το οποίο για τη ρωσική πλευρά δεν γίνεται αντιληπτό ως τμήμα συνολικής διαπραγμάτευσης με την τουρκική πλευρά, ως αντάλλαγμα για μια πιο φιλοτουρκική ρωσική στάση. Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει και σήμερα, όπου το συγκυριακό της συνεργασίας, και εν όψει νέων δεδομένων στη συριακή κρίση, καθίσταται ακόμη πιο εμφανές.

Ενόψει της συριακής κρίσης διαμορφώνεται ένα ευμετάβολο όσο και εύθραυστο μωσαϊκό συμφερόντων και συμμαχιών στην περιοχή. Δεδομένης και της εξ Ανατολών απειλής, ποια στάση, κατά την άποψή σας, θα πρέπει να τηρήσουν Ελλάδα και Κύπρος;

Το πόσο ευμετάβλητο και εύθραυστο είναι το πλέγμα -καμβάς συμφερόντων και συμμαχιών στην περιοχή μας, και επί τη βάσει των εξελίξεων σε σχέση με το Συριακό (και όχι μόνον), αποτελεί περίπου αυταπόδεικτο πραγματικό δεδομένο. Πέραν, όμως, τούτου, η ελληνική πλευρά, με μια προοπτική (στην οποία η διιστορική θέαση των γεγονότων είναι απαραίτητη) που ξεφεύγει των πρόσφατων στιγμών, μπορεί να αναγνωρίσει σταθερές και παραμέτρους, οι οποίες μόνο μέσα από μια στάση αποστασιοποίησης από το εντελώς συγκυριακό μπορούν να γίνουν αντιληπτές.

Και για να ξεφύγουμε από τον σιβυλλικό λόγο, η στάση αναμονής είναι, στην παρούσα συγκυρία, η μόνη ενδεδειγμένη στάση, καθόσον το γεωπολιτικό σύστημα της Αν. Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείo, από το οποίο -και σύντομα- θα προκύψει μια νέα ισορροπία.

Η νέα αυτή ισορροπία, απ’ ό,τι φαίνεται, στηρίζεται σε μιαν αντίληψη από το παρελθόν, αυτήν των ζωνών επιρροής, κάτι το οποίο φαινομενικά αποτελούσε κατάλοιπο του παρελθόντος.

Σε κάθε περίπτωση, μέχρι να αποκαλυφθεί πιο ξεκάθαρα το «νέο μωσαϊκό», η ελληνική πλευρά πρέπει να αποφύγει την καταφυγή σε λογικές του τύπου «ας κλείσουμε όλα τα μέτωπα τώρα». Τα «παράθυρα ευκαιρίας» είναι, τις περισσότερες φορές, «Έξοδοι Κινδύνου», που οδηγούν σε εσπευσμένη έξοδο-εκδίωξη, εν τέλει στο άγνωστο.

Εν κατακλείδι, και χωρίς καμία διάθεση ευφυολογήματος ή αστεϊσμού, ως μόνη σταθερά, σε μια, όντως, ρευστή Αν. Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, παραμένει η τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία έχει πλέον διέλθει τον «Ρουβίκωνα» της «ήπιας ισχύος» και βαδίζει ολοταχώς προς τα όπισθεν, ήτοι σε μια λογική ωμής ισχύος, χωρίς ούτε καν τα ψιμύθια του «εξευρωπαϊσμού».

Σε ύφεση οι ελληνορωσικές σχέσεις

Πώς εκτιμάτε το επίπεδο των ελληνορωσικών σχέσεων σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο για τα εθνικά θέματα, αλλά και για τις ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή (Ανατολική Μεσόγειος, Βαλκάνια, Συρία);

Οι ελληνορωσικές σχέσεις, ομολογουμένως, βρίσκονται στη σημερινή συγκυρία, σε ένα εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, κάτι το οποίο η κάθε πλευρά αποδίδει ως ευθύνη στην άλλην. Η ρωσική πλευρά διατείνεται πως η ελληνική πλευρά έχει, ουσιαστικά, ταυτισθεί -πιο ορθά αφεθεί- στη σχέση της με τον δυτικό (κυρίως αμερικανικό) παράγοντα, ενώ ο αντίλογος από ελληνικής πλευράς, αντιτείνει πως το ιστορικό χαμηλό, οφείλεται στην άκριτη προσέγγιση της Ρωσίας προς την Τουρκία.

Το να ισχυρισθεί κάποιος πως αποτελεί ματαιοπονία η επαναπροσέγγιση, ή, πιο σωστά, η βελτίωση του κλίματος στις ελληνορωσικές σχέσεις, είναι συγχρόνως αντιιστορικό, ιδεοληπτικό και μη-ρεαλιστικό από την άποψη της θεωρίας και της πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων.

Από την άλλη πλευρά, χωρίς να θεωρηθεί πως η ελληνική πλευρά πρέπει ντετερμινιστικά να ακολουθεί πάντοτε κατά πόδας την Δύση (ακόμη και η τελευταία αυτή, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή με όρους του παρελθόντος), η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει και οι δύο βραχίονες του Ελληνισμού, Ελλάδα και Κύπρος, θέτει περιορισμούς, στο βαθμό διαφοροποίησης που θα ήταν επιθυμητός. Με άλλα λόγια, πέρα από τους περιορισμούς που θέτει η σχέση με θεσμούς και «συλλογικότητες» της Δύσης (βλ. και Ε.Ε.), τα πραγματικά δεδομένα που υπαγορεύονται και -κυρίως για την Ελλάδα- από την οικονομία, συνιστούν τροχοπέδη και όριο, ταυτόχρονα, στις εξωτερικές σχέσεις με τρίτες πλευρές.

Δρ Μιχάλης Κοντός: Εμβαθύνεται το ρωσοτουρκικό φλερτ

Πώς επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, τα εθνικά θέματα, και ειδικότερα το Κυπριακό, η πρόσφατη στρατηγική σύγκλιση Ρωσίας-Τουρκίας, δεδομένης και της παραδοσιακά υποστηρικτικής στάσης της Μόσχας σ’ αυτό;

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα ιδιαίτερο κράτος για πολλούς λόγους. Πρωτίστως, ως μικρό κράτος, αντιμετωπίζει μια διαρκή υπαρξιακή απειλή, εξαιτίας της κατοχής τμήματος της επικράτειάς της από ξένη χώρα, στο πλαίσιο ενός σοβαρού ανισοζυγίου ισχύος. Παράλληλα, ενώ είναι κράτος μέλος της Ε.Ε. και διατηρεί πολυσύνθετες σχέσεις μερικής εξάρτησης με το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία και φιλοξενεί στο έδαφός της χιλιάδες Ρώσους πολίτες και ρωσικές εταιρείες και κεφάλαια.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία έχει κατ’ επανάληψιν υποστηρίξει την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ως μόνιμο μέλος. Κατά την περίοδο που διανύουμε, όμως, η σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας θέτει εμπόδια στη διατήρηση και την περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της σχέσης. Το γεγονός αυτό επιτείνεται, αν λάβει κανείς υπόψη το ναυάγιο του πρόσφατου γύρου συνομιλιών για το Κυπριακό, ως επίσης και την ένταση που εσχάτως καλλιεργεί η Τουρκία εντός της κυπριακής ΑΟΖ με αφορμή τις έρευνες για το φυσικό αέριο.

Παράλληλα, η ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και διαφόρων κρατών μελών της Ε.Ε., ως επίσης και με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, ως επίσης και η ανάπτυξη από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας σχέσεων αμοιβαίων συμφερόντων με χώρες όπως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, δημιουργεί ένα πλαίσιο συγκλίσεων, το οποίο, εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον, απομακρύνει την Κυπριακή Δημοκρατία από τη Ρωσία. Τα δεδομένα που θα πρέπει να σταθμιστούν, προκειμένου να καταλήξουμε σε συμπεράσματα σε σχέση με το πώς επηρεάζει η ρωσοτουρκική σύγκλιση την Κύπρο, είναι τα εξής:

Πρώτον, ποιο είναι το βάθος και η βιωσιμότητα αυτής της σύγκλισης; Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο σημαντικοί συνεκτικοί δεσμοί: Αφ’ ενός η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο χωρών (η οποία, μάλλον, γέρνει προς όφελος της Ρωσίας) και, αφ’ ετέρου, η επιδίωξη της Ρωσίας να προσελκύσει με το μέρος της την Τουρκία, προκειμένου να προκαλέσει ρήγμα στο ΝΑΤΟ (δεδομένο το οποίο αποτελεί τον βασικό μοχλό πίεσης της Τουρκίας έναντι της Ρωσίας, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών).

Από την άλλην, υπάρχουν και σοβαρά αντικρουόμενα συμφέροντα που υπονομεύουν αυτήν τη σχέση: Το Συριακό (κυρίως το μέλλον του καθεστώτος Άσαντ), το ζήτημα της Κριμαίας και οι περιφερειακές ηγεμονικές επιδιώξεις της Τουρκίας σε μια περιοχή στην οποία υπάρχουν ρωσικά συμφέροντα (από τη Βαλκανική Χερσόνησο μέχρι την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή). Φαίνεται, πάντως, επί του παρόντος, η σχέση αυτή να βαθαίνει, παρά τα εμπόδια. Η ανέγερση του πυρηνικού σταθμού στο Άκιουγιου και η πώληση των S-400 αποτελούν σημαντικούς δείκτες αυτής της εμβάθυνσης.

Ενόψει της συριακής κρίσης διαμορφώνεται ένα ευμετάβολο όσο και εύθραυστο μωσαϊκό συμφερόντων και συμμαχιών στην περιοχή. Δεδομένης και της εξ Ανατολών απειλής, ποια στάση, κατά την άποψή σας, θα πρέπει να τηρήσουν Ελλάδα και Κύπρος;

Η πολυετής συνέχιση της συριακής κρίσης και η εντεινόμενη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ Ρωσίας και δυτικών κρατών δημιουργεί ένα περίπλοκο γεωστρατηγικό παζλ. Το εκτυλισσόμενο επεισόδιο με την εικαζόμενη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Άσαντ και τα υπό συζήτηση μέτρα αντίδρασης από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών, Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας αναδεικνύουν την επικινδυνότητα της κατάστασης όχι μόνο για την περιοχή, αλλά και για τη σταθερότητα του ευρύτερου διεθνούς συστήματος.

Έχοντας υπόψη και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εξ αιτίας του τουρκικού αναθεωρητισμού, αλλά και της προαναφερθείσας πολυπλοκότητας του πλέγματος περιφερειακών σχέσεων, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν πολλά περιθώρια παρεμβολής στην κρίση αυτή. Δύο θα πρέπει να είναι οι κατευθύνσεις που θα πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο της εξωτερικής τους πολιτικής: Πρώτον, η χρήση βίας θα πρέπει να αποφεύγεται και να προτιμούνται επιλογές ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών, στη βάση των προβλέψεων του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Όπου αυτό είναι αδύνατο, θα πρέπει η χρήση στρατιωτικών μέσων να περνά μέσα από τις προβλεπόμενες κατά τον Χάρτη διαδικασίες. Δεύτερον, η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να αντιδρά έμπρακτα όποτε υπάρχουν αποδεδειγμένες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, κυρίως όποτε υπάρχουν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου (όπως π.χ. η χρήση χημικών όπλων).

Η σύγχρονη διεθνής πολιτική είναι πολυσύνθετη και η διαδικασία λήψης αποφάσεων θα πρέπει να συνοδεύεται από εξεζητημένες και λεπτομερείς αναλύσεις και διαγνώσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Συνεπώς, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να βρει τη χρυσή τομή, τη λεπτή ισορροπία που θα της επιτρέψει να διατηρήσει το περίπλοκο πλέγμα σχέσεων που διατηρεί. Την ίδια στιγμή, όμως, θα πρέπει να επιχειρεί την κεφαλαιοποίηση των ευκαιριών που της παρουσιάζονται, προκειμένου, ως μικρό κράτος που αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές ασφαλείας, να πετυχαίνει συγκλίσεις με μεγαλύτερες δυνάμεις που θα τη θωρακίζουν έναντι αυτών των απειλών, δίκην εξωτερικών συντελεστών ισχύος.