Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΣΛΑΜ, Ο ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΟΣΧΕΡΗ «ΑΠΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ»

Η σημερινή, ακριβώς, κατάσταση πραγμάτων, σύμφωνα με τον Νεοκλή Σαρρή, «είναι μια απευθείας συνέχεια της δεύτερης ομάδας της Πρώτης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης», η οποία, αφενός, σηματοδοτεί το πέρασμα από τον Κεμαλισμό στο Ισλάμ (Ρ. Τ. Ερντογάν), ενώ, αφετέρου, επικαθορίζει τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς του ίδιου του ισλαμιστικού κινήματος, το οποίο ούτε ομοιογενές ούτε ομοιόμορφο είναι

ΙΣΩΣ, ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΑΣΤΑΘΕΙΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΚΡΗΚΤΙΚΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΠΕΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΣΤΟΝ ΣΥΓΚΕΡΑΣΜΟ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ


«Η Τουρκία, συνταγματικά, και καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας του Κεμαλισμού, υπήρξε μια χώρα σεκουλαριστική (κοσμική, λαϊκή), η κοινωνία της, όμως, ήταν και είναι βαθύτατα θρησκευόμενη…Και αυτό που έχει σημασία, είναι η ζώσα κοινωνική πραγματικότητα και όχι οι νόμοι…».

Αυτή η επισήμανση του καθηγητή Νεοκλή Σαρρή διαυγάζει το ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράστηκε η πολιτική ανάπτυξη του ισλαμιστικού κινήματος στην Τουρκία, η εξέλιξη της οποίας έχει τις ρίζες της στη δομή της Πρώτης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1920), που αποτέλεσε ένα από τα κύρια εργαλεία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για την «απο-οθωμανοποίηση» του νέου τουρκικού κράτους.

Σ’ αυτήν (Τουρκική Εθνοσυνέλευση), όπως εξηγεί ο Νεοκλής Σαρρής, πρωτοστατούσαν δύο μεγάλες πολιτικές ομάδες, εκ των οποίων η μία, η «Ένωση και Πρόοδος», μη κεμαλική και με έντονες θρησκευτικές καταβολές. Ήδη, από εκείνη την περίοδο, στελέχη της συγκεκριμένης ομάδας επεξεργάζονταν ένα σύνταγμα προεδροκεντρικής κατεύθυνσης, το οποίο προέβλεπε την απευθείας εκλογή του Προέδρου από τον λαό.

Η «δεύτερη» αυτή ομάδα είχε αργότερα μια παρουσία στο Δημοκρατικό Κόμμα του Αντνάν Μεντερές, του οποίου ο κορμός προερχόταν μεν από την κεμαλική παράταξη, ωστόσο, η κοινωνική του βάση ήταν κυρίως ισλαμιστικής προέλευσης, καθώς εξέφραζε το αγροτικό, παραδοσιακό και θρησκευόμενο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας, το οποίο είχε μείνει έξω από τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

Η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ

Κομβική στιγμή για την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία υπήρξαν οι αρχές της δεκαετίας του ’70, με την ίδρυση του Κόμματος Εθνικής Τάξεως, από τον Νετσμετίν Ερμπακάν, το οποίο, μετά το πραξικόπημα του 1971 και με πρόσχημα την αντίθεση προς τις αρχές του Κεμαλισμού, τίθεται εκτός νόμου (1972) από το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ως αποτέλεσμα, ο Ερμπακάν ιδρύει, ένα χρόνο αργότερα, το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας μαζί με στελέχη του Κόμματος Εθνικής Τάξεως, ενώ, μετά το πραξικόπημα του 1980 και τη σύλληψή του, με την κατηγορία για «δράση εναντίον της εκκοσμίκευσης», ιδρύει το εθνικιστικό Κόμμα της Ευημερίας, στις τάξεις του οποίου άρχισε να επιδεικνύει αξιοπρόσεκτη δραστηριότητα ο Ρ.Τ. Ερντογάν.

Αποκορύφωμα της έως τότε ανόδου των ισλαμιστών ήταν η ανάληψη από τον Ερμπακάν της Πρωθυπουργίας τον Ιούνιο του 1996, ως επικεφαλής της Κυβέρνησης συνασπισμού του Κόμματος Ευημερίας και του Κόμματος Ορθού Δρόμου της Τανσού Τσιλέρ . Η Κυβέρνηση αυτή άντεξε ένα χρόνο, καθώς ανατράπηκε από το «μη βίαιο πραξικόπημα» του 1997. Ήταν η πρώτη φιλοϊσλαμιστική Κυβέρνηση της Τουρκίας, μετά τη διακυβέρνηση Μεντερές.

Η ιστορία, ωστόσο, των πολιτικών διακλείσεων των ισλαμιστών, δεν σταματάει εδώ. Τον Ιανουάριο του 1998, το Συνταγματικό Δικαστήριο θέτει εκτός νόμου το Κόμμα της Ευημερίας, επιβάλλοντας πενταετή απαγόρευση ανάμιξης στην πολιτική στον Ερμπακάν. Το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το Κόμμα της Αρετής, το οποίο επίσης τέθηκε εκτός νόμου το 2001, έπειτα από δίκη που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Μετά τη διάσπαση του χώρου του πολιτικού Ισλάμ το 2001, η «ανανεωτική πτέρυγα» (με πιο κοσμικό και φιλοδυτικό προσανατολισμό) συνέστησε το κυβερνών σήμερα Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, ενώ οι πιστοί στον Ερμπακάν ίδρυσαν το Κόμμα της Ευτυχίας.

Συνέχεια της «δεύτερης ομάδας»

Η σημερινή, ακριβώς, κατάσταση πραγμάτων, σύμφωνα πάντα με τον Νεοκλή Σαρρή, «είναι μια απευθείας συνέχεια της δεύτερης αυτής ομάδας», και, αφενός, σηματοδοτεί το πέρασμα από τον Κεμαλισμό στο Ισλάμ (Ρ. Τ. Ερντογάν), ενώ, αφετέρου, επικαθορίζει τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς του ίδιου του ισλαμιστικού κινήματος, το οποίο ούτε ομοιογενές ούτε ομοιόμορφο είναι (π.χ., ο τέως Υπουργός Εξωτερικών και Πρωθυπουργός, Μεχμέτ Νταβούτογλου, δεν υπήρξε ποτέ μέλος της ομάδας Ερντογάν, ενώ το Κίνημα του Γκιουλέν βρίσκεται σήμερα υπό διωγμόν). Διαφορές οι οποίες απηχούν και αποτυπώνονται στις διαφορετικές «εκδοχές» της ισλαμιστικής κίνησης στην Τουρκία, καθώς και τις ευρύτερες διαιρέσεις στο εσωτερικό του σουνιτικού Ισλάμ.

Στην ουσία, όπως υποδεικνύει ο Νεοκλής Σαρρής, η επικράτηση του Ρ. Τ. Ερντογάν στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, -όπως συντελείται και διά της προεδρικής μεταρρύθμισης-, καθώς και η προϊούσα ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας, δεν αποτελούν τίποτε άλλο από την ολοκλήρωση του σχεδίου της «δεύτερης ομάδας» της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σ’ αυτό που, μάλλον αδόκιμα, θα μπορούσε να ονομαστεί «Δεύτερη Τουρκική Δημοκρατία».

Το αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι, η στροφή προς το Ισλάμ συντελείται είτε με τη «συναίνεση» είτε και με την αναγκαστική «επίνευση» του Στρατού, παρά τις κεμαλικές προσδέσεις σημαντικής μερίδας του, όπως κατέδειξε το αποτυχόν πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, με κυρίαρχο επιγενόμενο την επικράτηση ενός διπολικού μάγματος δυνάμεων, του «κεμαλοϊσλαμισμού», με τη δομική σύμφυρση ατατουρκισμού και πολιτικού Ισλάμ.

Εξάλλου, ο ισλαμισμός του Ερντογάν, συστημικά, κληρονομεί την ίδια δομή εξουσίας με τη συνύπαρξη και «αλληλοδιείσδυση» δύο κυρίαρχων πολιτικών συνιστωσών, «ενός κρατικού κόμματος και ενός ρεπουμπλικανικού-λαϊκού», ενώ η πορεία προς την ολοένα και εντονότερη αυταρχικοποίηση δεν θα μπορούσε να καταστεί δυνατή χωρίς τη διατήρηση όλων των αυταρχικών και αντιδημοκρατικών στοιχείων του κεμαλικού συστήματος εξουσίας, που, πέραν των δημοκρατικών επιφάσεών του, ήταν ένα βαθύτατα αντιδημοκρατικό και κρατικιστικό σύστημα, με μια ισχυρά θρησκευόμενη ισλαμική κοινωνική βάση.

Άλλωστε, όπως σημειώνει ξανά ο Νεοκλής Σαρρής, ήδη, με το πραξικόπημα του 1971, η Τουρκία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενης αυταρχικοποίησης, με τις δημοκρατικές «κατακτήσεις» του Συντάγματος του 1961 (το δημοκρατικότερο Σύνταγμα που είχε ποτέ η Τουρκία) να καταλύονται σχεδόν ολοσχερώς.

Αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων εμφανίζεται εντονότερη από τη δεκαετία του ’80 και εντεύθεν, με όλες τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που επακολούθησαν να περιλαμβάνουν πολλά «αυταρχικά και αντιδημοκρατικά άγκιστρα», τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα.

Ήδη, ο «κεμαλοϊσλαμισμός» επρόκειτο να διαλάβει μια ευκρινή μορφοποίηση με τη διακυβέρνηση Τουργκούτ Οζάλ, η οποία υπήρξε ένα ιδιότυπο κεμαλοϊσλαμικό καθεστώς, με το Ισλάμ να έρχεται δυναμικά στην επιφάνεια. Άλλωστε, ο ίδιος ο Οζάλ υπήρξε αποτυχών υποψήφιος του Ισλαμικού Κόμματος, προτού γίνει Πρωθυπουργός.

Η μετάβαση, ωστόσο, από τον Κεμαλισμό και το κεμαλικό «κοσμικό» κράτος, προς μια μορφή ισλαμικού αυταρχισμού δεν επιτελείται ομαλά, αλλά αναπτύσσεται σ’ ένα πεδίο έντονων ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων, ανάμεσα σε αντίρροπες και αποκλίνουσες δυνάμεις κοινωνικής, θρησκευτικής, οικονομικής, ακόμη και «εθνοφυλετικής» τάξης. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα βίαιο κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος «αναμορφώνει», μέσα από στοιβάδες ιδεολογικοπολιτικών αναταράξεων, τον κοινωνικό και πολιτισμικό χαρακτήρα της χώρας, επανακαθορίζοντας τον ιστορικό προσανατολισμό της ανάμεσα «στην Ανατολή και τη Δύση.

Και οι οποίες αποκρυσταλλώνουν το αγεφύρωτο, στην πραγματικότητα, χάσμα μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης στη σημερινή Τουρκία, η διαστολή του οποίου τείνει να διαλάβει εκρηκτικές διαστάσεις.

Όπως προέβλεψε, δε, ο καθηγητής Σαρρής ήδη από το 2011, σε βάθος ιστορικής προοπτικής, η Τουρκία οδεύει προς έναν «εμφύλιο» όχι μεταξύ Κούρδων και Τούρκων, αλλά μέσα στην καρδιά του ίδιου του συστήματος εξουσίας, προς μια ενδοκαθεστωτική, δηλαδή, διελκυστίνδα για τη νομή και τη μορφή εξουσίας, με όλες τις κοινωνιολογικές της αντιστοιχίσεις. Τα γεγονότα που επακολούθησαν, προφανώς δικαίωσαν στο έπακρον την εκτίμηση αυτή.

Το ΑΚΡ και ο Ερντογάν

Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, πέραν από τη συστημική της αγκίστρωση, τελεί υπό την καθοδήγηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, κάτω από την κυρίαρχη φυσιογνωμία του Ρ. Τ. Ερντογάν. Και πολλοί αναλυτές εκτιμούν πως δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως στο εύρος και στο βάθος της χωρίς να «σταθμιστούν», με την ιδιάζουσα βαρύτητα, ο ρόλος και η επιρροή του Τούρκου Προέδρου.

Ο Ερντογάν, προερχόμενος από τους λεγόμενους «μαύρους Τούρκους», την κατώτερη τουρκική κοινωνική τάξη, εκφράζει, όπως επισημαίνει ο καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γεράσιμος Καραμπελιάς, ένα βαθύ συναίσθημα της τουρκικής κοινωνίας προς την έννοια της δύναμης-εξουσίας, αλλά και ταυτόχρονα, μια οργίλη αντίθεση προς το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Και επιβεβαιώνει τη διαπίστωση πως, υπεράνω όλων «οι Τούρκοι σέβονται τη δύναμη και, με όσο μεγαλύτερη ωμότητα αυτή εκφράζεται, τόσο περισσότερο τους αρέσει, την εκτιμούν και την αντιλαμβάνονται».

Όπως προσθέτει ο Αφεντούλης Λαγγίδης, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, «η επίδραση του ιδίου του Τούρκου Προέδρου στην όλη διαδικασία υπήρξε και παραμένει καθοριστική. Η ίδια η ιδιοσυγκρασία του Προέδρου Ερντογάν, με προσωπική ‘κληρονομία’ ένα εκπαιδευτικό, κοινωνικό και οικογενειακό υπόβαθρο επηρεασμένο από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς εκφραστές του Πολιτικού Ισλάμ, και μια πολιτική καριέρα ακτιβιστική και ριψοκίνδυνη, έχουν διαμορφώσει μια προσωπικότητα η οποία όχι μόνον επιβάλλεται κυριαρχικά και εξουσιαστικά στο περιβάλλον της, αλλά και λειτουργούν ως ‘φίλτρο’, εντός του οποίου αποκλείονται σχεδόν όλες οι απόψεις και γνώμες που απομακρύνονται από τις παραμέτρους των ιδεών και απόψεων του ιδίου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν».

Δεν ανέχεται την κριτική…

Σε μια άμεση διασύνδεση ανάμεσα στην καταγωγή και στη συμπεριφορά του Ρ. Τ. Ερντογάν, προβαίνει η βιογράφος του, δημοσιογράφος Τσίγκντεμ Ακιόλ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν από τρία χρόνια στην Deutsche Welle (μέρος της αναδημοσιεύθηκε στο iefimerida.gr), η Ακιόλ επισημαίνει ότι ο Τούρκος Πρόεδρος έχει δημιουργήσει ένα ιδιόρρυθμο προσωπικό σύστημα εξουσίας, όπου κάθε έννοια κριτικής είναι αδιανόητη: «Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος όσον αφορά στην άσκηση κριτικής στο πρόσωπό του.

Δεν είναι κάποιος ο οποίος θα αναρωτηθεί, αν τα κάνει όλα σωστά ή θα παραδεχτεί τα λάθη του. Απλά δεν δέχεται κάποιος να του ασκεί κριτική. Αυτό έγινε και στην περίπτωση (σ.σ. του Γερμανού κωμικού) Γιαν Μπέμερμαν. Ακόμη και οι σύμβουλοι που έχει, απλώς λένε 'ναι' σε όλα. Ο Ερντογάν δημιούργησε ένα σύστημα, στο οποίο περιβάλλεται μόνο από ανθρώπους που τον αντιμετωπίζουν ευνοϊκά, δεν του φέρνουν αντιρρήσεις και απλά εκτελούν ό,τι διατάσσει ο Πρόεδρος της χώρας».

Και παρακάτω: «Η ακραία συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου οφείλεται στην καταγωγή του. Μεγάλωσε σε μια φτωχική γειτονιά. Ο Ερντογάν ανήκε στους λεγόμενους ‘μαύρους’ Τούρκους, προέρχεται, δηλαδή, από την κατώτερη κοινωνική τάξη και αναρριχήθηκε μέσω της δουλειάς του... Και κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί κάποιον σαν τον Ταγίπ Ερντογάν σε θέση ισχύος. Κάποιος σαν αυτόν θα προοριζόταν ως προσωπικό στα σπίτια της ελίτ, των ‘λευκών Τούρκων’, για να καθαρίζει. Κανείς δεν περίμενε ότι θα είχε ποτέ τέτοια δύναμη. Γι' αυτό και η καριέρα του είναι ιστορική. Πρόκειται και για ένα είδος εκδίκησης στο κατεστημένο, η εξόφληση για την ταπείνωση που υπέστη τόσα χρόνια».

Για την ώρα, φαίνεται πως πρόκειται για μια πολύ καλά οργανωμένη και επιτυχημένη εκδίκηση, αφού, το ΑΚΡ, επελαύνοντας πάνω στα κληροδοτήματα του κεμαλικού αυταρχισμού, έχει εκπορθήσει όλες τις εδραίες βάσεις της «παλιάς» εξουσίας -τον κρατικό μηχανισμό, τις δομές της οικονομικής εξουσίας, τη δικαιοσύνη και, εσχάτως, τον Στρατό-, ολοκληρώνοντας την αποδημοκρατικοποίηση της χώρας, υπό το πρόσημο της ισλαμιστικής ιδεολογίας του «αυθεντικού έθνους». Έστω κι αν περισσότερο δείχνει να ομοιάζει με τον βραχίονα εξουσίας του ίδιου του Τούρκου Προέδρου, προς υλοποίηση του οράματος για τη «μεγάλη Τουρκία», στον «νέο τουρκικό αιώνα».

Το ερώτημα που εγείρεται, ωστόσο, είναι, αν η μη ύπαρξη εναλλακτικής έναντι του Ρ. Τ. Ερντογάν, συνιστά, eo ipso, και έλλειψη εναλλακτικής και για την ιστορική πορεία της ίδιας της Τουρκίας. Και, ίσως, μόνον οι ασταθείς συσχετισμοί των εκρηκτικών εσωτερικών αντιθέσεων που διαπερνούν την τουρκική κοινωνία, στον συγκερασμό τους με τον ιστορικό αναθεωρητισμό του ερντογανικού καθεστώτος μπορούν να δώσουν την απάντηση.