Είχα την τύχη, πριν από μερικά χρόνια, να συμμετάσχω στο διεθνές φεστιβάλ ποίησης του Λοντέβ, μιας πανέμορφης κωμόπολης στο γαλλικό νότο. Εκεί, συγκεντρωμένοι, ποιητές, απ’ όλη την Ευρώπη και απ’ όλες σχεδόν τις γλωσσικές οικογένειες, μια πολύχρωμη φαντασμαγορία γλωσσών και ηχοχρωμάτων.
Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το πανέμορφο σκηνικό, ένιωθες -ήταν αδύνατο να μην το νιώσεις-, τη μοναξιά της Ανατολής, την απομόνωση των Βαλκανίων, το ξεμάκρεμα του Τούρκου… Ένας ευγενέστατος κύριος γύρω στα 55, εμφανώς αστικής καταγωγής, με αστική και δυτική παιδεία, Πολίτης, που τις τρεις πρώτες ημέρες γυρόφερνε μόνος στις πλατείες και τα σοκάκια της πόλης, έλκυσε, από την πρώτη, την προσοχή μου. Αν και η μνήμη αδυνατεί να συγκρατήσει το εύηχο, μα δυσπρόφερτο όνομά του, αναβιώνει την καλοσχηματισμένη, γεμάτη μια σχεδόν ανέκφραστη θλίψη, μορφή του… Έκανα πρώτος το πρώτο βήμα. Του συστήθηκα, ρωτώντας από πού έρχεται. Αφού μου είπε πως είμαι ο πρώτος άνθρωπος που ουσιαστικά του μιλά εδώ και τρεις ημέρες, συστήθηκε κι αυτός, «ένας ποιητής από την Πόλη».
Αμέσως, την αρχική αμηχανία διαδέχθηκε ένας ευπροσήγορος ενθουσιασμός, που οφειλόταν στο γεγονός ότι, μόλις πρόσφατα, είχα κάνει το παρθενικό μου -εκστατικό, με όλη τη σημασία της λέξης- ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Με προφανή έλλειψη αυτοελέγχου που πρόδιδε, ενοχλητικά, την περίσσια χαρά μου, του είπα πως στα μάτια μου, η Πόλη είναι η ωραιότερη πόλη του κόσμου, το πιο σαγηνευτικό ανθρώπινο κατασκεύασμα επί της Γης. Με κάποια δυσθυμία, όμως, αμέσως συνειδητοποίησα πως η άμετρη και ασύνορη χαρά μου, διεμβόλιζε άγαρμπα τη δική του, ευάλωτη θλίψη.
«Η Πόλη έχει καταστραφεί, καταστρέφεται καθημερινά, από το ίδιο το τουρκικό κράτος, με την πολιτική της μαζικής εγκατάστασης πληθυσμών από την Ανατολία… Η αρχή έγινε από τότε που εξεδίωξαν τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Εβραίους. Ήταν η αρχή του τέλους…». Θυμήθηκα αυτό το συμβάν, διαβάζοντας τα σχόλια του Τούρκου αρθρογράφου T. Alkan, περί εθνοκάθαρσης των Ελλήνων και των Αρμενίων. «Η αναχώρηση από εδώ των Ρωμιών και των Αρμενίων, μας άφησε μέσα στη δική μας φτώχεια…».
Που δεν επανορθώνεται.
Σήμερα, προφανώς, το έργο της εγκληματικής αυτής καταστροφής ολοκληρώνεται, με το ισλαμιστικό καθεστώς Ερντογάν να επιχειρεί να εκριζώσει όλες τις μορφές της «ετερόδοξης οικειότητας» όχι μόνον από την Πόλη, αλλά και από ολόκληρη τη χώρα.
Τα δραματικά γεγονότα του πάρκου Γκεζί (Gezi), το 2013, σηματοδότησαν τη σύνθετη αλλά και βίαιη διαδικασία μετάβασης της τουρκικής κοινωνίας προς έναν ισλαμιστικό μονολιθισμό, που επιδιώκει να υπαγάγει τα πάντα κάτω από τον σουλτανικό κανόνα, καταπνίγοντας κάθε φιλελεύθερη ή διαφορετική φωνή.
Το «μετα-πραξικόπημα» του 2016, «οριστικοποίησε» τη βιαιότητα αυτού του μετασχηματισμού, αλλά και την «αναπόδραστη» (κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αυτήν τη στιγμή το χρονικό εύρος και το βάθος αυτής της διαδικασίας) φορά του προσανατολισμού του.
Έτσι, η φερόμενη ως δεύτερη «Τουρκική Δημοκρατία» διαμορφώνεται ως η περάτωση της βίαιης αποδημοκρατικοποίησης της χώρας, πάνω στα αυταρχικά και αντιδημοκρατικά κατάλοιπα του Κεμαλισμού, τον οποίον, στην ουσία, ολοκληρώνει «καταργώντας» τον, με το ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Αντάπτυξης» να επαγγέλλεται την ηγεμονία του «αυθεντικού έθνους».
Η Τουρκία, ωστόσο, παραμένει μία χώρα πολύμορφων και αβυσσαλέων αντιθέσεων, έκρυθμα «αμφιταλαντευόμενη» ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την παράδοση. Και το μέλλον της φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θυμώδη και αντιφατική προσωπικότητα του Ρ. Τ. Ερντογάν.




