Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ

«Η ΑΝΟΔΟΣ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΤΟ 2002-3 ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, ΜΕΤΑ ΤΟ 2007, ΚΥΡΙΩΣ, ΕΙΧΕ ΩΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΟ ΜΙΑ ΣΤΑΔΙΑΚΗ, ΡΓΟΣΥΡΤΗ, ΠΛΗΝ, ΟΜΩΣ, ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΝΗ, ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ-ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΛΑΤΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ»


Προς τα πού βαδίζει η σημερινή Τουρκία; Καθώς φαίνεται, υπό την πολιτική κυριαρχία του ΑΚΡ και, κυρίως, της δεσπόζουσας ηγετικής μορφής του Ρ. Τ. Ερντογάν, ο οποίος τείνει να αναδειχθεί σε μια ιστορική αναμορφωτική φυσιογνωμία εφάμιλλη, σχεδόν, του θεμελιωτή του μοντέρνου τουρκικού κράτους, Κεμάλ Ατατούρκ, εισέρχεται σε μια διαδικασία προϊούσας ισλαμοποίησης.

Η μετάβαση, ωστόσο, από τον Κεμαλισμό και το κεμαλικό «κοσμικό» κράτος, προς μια μορφή ισλαμικού αυταρχισμού δεν επιτελείται ομαλά, αλλά αναπτύσσεται σ’ένα πεδίο έντονων ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων, ανάμεσα σε αντίρροπες και αποκλίνουσες δυνάμεις κοινωνικής, θρησκευτικής, οικονομικής, ακόμη και «εθνοφυλετικής» τάξης. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν βίαιο κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος «αναμορφώνει», μέσα από στοιβάδες ιδεολογικοπολιτικών αναταράξεων, τον κοινωνικό και πολιτισμικό χαρακτήρα της χώρας, επανακαθορίζοντας τον ιστορικό προσανατολισμό της ανάμεσα «στην Ανατολή και τη Δύση».

Μάλιστα, ο Τούρκος Πρόεδρος, στην έξαρση του αγώνα για την πλήρη πολιτική του εδραίωση ως της αδιαμφισβήτητης ηγεμονικής φυσιογνωμίας στο εσωτερικό
πολιτικό σκηνικό και στο πλαίσιο ενός άκρως επιθετικού ιστορικού αναθεωρητισμού, ο οποίος ασκείται βίαια στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, αποδύεται στην εκφορά μιας εξόχως μαρτυρολογικής ρητορικής, συνδέοντας ευθέως το «όραμα της μεγάλης Τουρκίας» με μια επαγγελία ιερού πολέμου, επιχειρώντας να συνενώσει, υπό την αιγίδα του ακμαίως αναβιώνοντος τουρκικού εθνικισμού, όλες αυτές τις ετερόκλητες κοινωνικές δυνάμεις.

Για την πορεία της σύγχρονης Τουρκίας, καθώς και τις επιπτώσεις της για την Ελλάδα και την Κύπρο, μιλούν στη «Σημερινή» της Κυριακής δύο έγκριτοι Τουρκολόγοι, ο Γεράσιμος Καραμπελιάς, Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, και ο Αφεντούλης Λαγγίδης, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ο Γεράσιμος Καραμπελιάς επισημαίνει ότι ο Ερντογάν εκφράζει ένα βαθύ συναίσθημα της τουρκικής κοινωνίας προς την έννοια της δύναμης-εξουσίας, καθώς, όπως υπογραμμίζει, «οι Τούρκοι σέβονται τη δύναμη και, με όσο μεγαλύτερη ωμότητα αυτή εκφράζεται, τόσο περισσότερο τους αρέσει, την εκτιμούν και την αντιλαμβάνονται». Ως εκ τούτου, υποδεικνύει, «τόσο η συμπεριφορά όσο και οι δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου ταυτίζονται με τα παραπάνω και εκπλήσσουν μόνον τους αδαείς».

Ο Αφεντούλης Λαγγίδης χαρακτηρίζει ως εξαιρετικά επικίνδυνη την πολεμοχαρή ρητορική του Ρ. Τ. Ερντογάν, η οποία, όπως σημειώνει, δεν φαίνεται να αρκείται
μόνο στα λόγια, αλλά ερείδεται και σε συγκεκριμένες πράξεις, καθιστάμενη άκρως επικίνδυνη για τον Ελληνισμό.

ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ ΛΑΓΓΙΔΗΣ
Κοινωνικός μετασχηματισμός μεγάλου εύρους και αναπροσανατολισμός της σχέσης προς τη Δύση

Η Τουρκία, υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, εισέρχεται σε μια διαδικασία μετάβασης από τον Κεμαλισμό προς μια «Ισλαμική Δημοκρατία δυτικού τύπου». Θα μπορούσατε να προβείτε σε μια σύντομη αναφορά στους κοινωνικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς αυτής της εξέλιξης, υπό το φως της κατίσχυσης της
ισλαμιστικής ιδεολογίας;

Η Τουρκία κατά το παρελθόν, αλλά ιδίως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη δημιουργία νέων κρατών με κοινά προς την Τουρκία χαρακτηριστικά, προέβαλλε τον εαυτό της - και προεβλήθη- από πολλούς δυτικούς κύκλους, ως μοντέλο «εξαγώγιμο» προς τον μουσουλμανικό κόσμο. Ένα μοντέλο μιας μουσουλμανικής χώρας με κοσμικό καθεστώς, του οποίου οι θεματοφύλακες -το Στράτευμα και όχι μόνο- θα εξασφάλιζαν τη διαιώνιση, η οποία θα είχε ως  συνέπεια και την εξυπηρέτηση δυτικών συμφερόντων.

Η άνοδος Ερντογάν το 2002-3 στην εξουσία, μετά το 2007, όμως, κυρίως, είχε ως επακόλουθο μια σταδιακή, αργόσυρτη, πλην, όμως, συστηματική και επίμονη, αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεως μεταξύ συντηρητικών-παραδοσιολατρικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, αποκλινουσών, σε πολλές περιπτώσεις, ως προς τις στοχεύσεις του Ατατουρκικού Κατεστημένου και της Κεμαλικής Στρατογραφειοκρατίας, που μέχρι τότε αποτελούσαν τον κυρίαρχο πόλο του τουρκικού «διπόλου». Ταυτόχρονα δε και σε «ανάταξη» του αξιακού συστήματος πεποιθήσεων και αντιλήψεων της τουρκικής κοινωνίας.

Η ευκολία με την οποία προωθήθηκε αυτός ο σταδιακός μετασχηματισμός οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες, σημαντικότεροι των οποίων είναι η οικονομική άνθιση και μεγέθυνση, η αποτυχία, ανεπάρκεια και προϊούσα διαφθορά του παλαιού πολιτικού κατεστημένου, η χαρισματικότητα της ηγεσίας του χώρου του Πολιτικού Ισλάμ -του Ερντογάν ιδιαίτερα - και η εκμετάλλευση (προσχηματικά, ως απεδείχθη) φιλοευρωπαϊκών και προς την κατεύθυνση του «Εκδημοκρατισμού» και της «Δικαιοσύνης» συνθημάτων.

Αν κάποιος υιοθετήσει απλώς τη λογική και συλλογιστική πως ο Ερντογάν προέβη σε «αλλαγή πορείας» άρδην προς την κατεύθυνση της Ισλαμοποίησης αναγκαστικά, και υπό το βάρος εξελίξεων, όπως οι εσωτερικές διαμάχες για τον έλεγχο και κυριαρχία στον χώρο του Πολιτικού Ισλάμ, μοιραία θα αποτύχει να εξηγήσει όχι μόνον το εύρος που αυτή η συντηρητικοίηση-ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας λαμβάνει, αλλά και την εις βάρος όλων των παραδοχών,  «κεκτημένων» και δεδομένων», της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ανακατεύθυνσή της σε σχέση με τον προσανατολισμό προς τη Δύση.

Ποια η επιρροή του ίδιου του Τούρκου Προέδρου και της προσωπικότητάς του σ’ αυτήν τη διαδικασία;

Η επίδραση του ιδίου του Τούρκου Προέδρου στην όλη διαδικασία υπήρξε και παραμένει καθοριστική. Η ίδια η ιδιοσυγκρασία του Προέδρου Ερντογάν, με προσωπική «κληρονομία» ένα εκπαιδευτικό, κοινωνικό και οικογενειακό υπόβαθρο επηρεασμένο από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς εκφραστές του Πολιτικού
Ισλάμ, και μια πολιτική καριέρα ακτιβιστική και ριψοκίνδυνη, έχουν διαμορφώσει μια προσωπικότητα η οποία όχι μόνον επιβάλλεται κυριαρχικά και εξουσιαστικά στο περιβάλλον της, αλλά και λειτουργούν ως «φίλτρο», εντός του οποίου αποκλείονται σχεδόν όλες οι απόψεις και γνώμες που απομακρύνονται από τις  παραμέτρους των ιδεών και απόψεων του ιδίου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ακόμη πιο σημαντικά καθίστανται τα ανωτέρω δε, αφ’ ης στιγμής ο Ρ.Τ. Ερντογάν δεν αρκείται στην έκφραση των απόψεών του επί θεμάτων πολιτικής, υψηλής ή καθημερινής, σε σχέση με το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας, αλλά εκφράζει τις αντιλήψεις του κυριολεκτικά σε όλα σχεδόν τα θέματα, που ο οιοσδήποτε αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά του (και που τις περισσότερες φορές προξενούν θυμηδία). Με αυτή την έννοια, οι «απόψεις» Ερντογάν υιοθετούνται από πολλούς, γίνονται μόδα, τρόπος ζωής, ακόμη, υπόδειγμα μιας «ολιστικής» αντίληψης για τον ρόλο της θρησκείας στην καθημερινότητα.

Το τελευταίο διάστημα, και στο πλαίσιο ενός άκρως επιθετικού αναθεωρητισμού, ο Ρ. Τ. Ερντογάν αποδύεται στην εκφορά ενός εξόχως «μαρτυρολογικού» λόγου, συνδέοντας το όραμα της «μεγάλης Τουρκίας» μ’ ένα είδος «ιερού πολέμου». Πού αποσκοπεί, κατά τη γνώμη σας, αυτό και πόσο επικίνδυνο το θεωρείτε;
Ξεκινώντας από το τελευταίο σκέλος της ερώτησης, η απάντηση είναι μοιραία, πως η ρητορική αυτή είναι άκρως επικίνδυνη.

Μια πολεμοχαρής και «μαρτυρολογική» ρητορική είναι πάντοτε επικίνδυνη, όχι μόνο βέβαια στην τουρκική περίπτωση, αλλά σε κάθε δυνατό συνδυασμό ανά τον
κόσμο. Καθίσταται, όμως, για τον Ελληνισμό, άκρως επικίνδυνη, καθόσον συνδυάζεται, τον τελευταίο καιρό, με μια πρακτική η οποία στοιχίζεται πίσω από τα λόγια, κάνοντάς τα πράξεις. Ακόμη και όταν υιοθετείται η ρητορική αυτή για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και αν οι πράξεις που ακολουθούν είναι κατ ’ ουσίαν αποτέλεσμα ψυχρού υπολογισμού, δούναι και λαβείν και στυγνής πολιτικής διαπραγμάτευσης (άρα, αν και σε ένα σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης εμφανίζονται να
συμπορεύονται αλλά κατ’ ουσίαν δεν έχουν τις ίδιες αφετηρίες), το αποτέλεσμα, ακόμη και βραχυπρόθεσμο, είναι η εξοικείωση της τουρκικής κοινωνίας με την αντίληψη πως:

α) η βία είναι ο μοναδικός τρόπος επίλυσης διαφορών,

β) η βία προκαλεί και απώλειες, που όμως είναι αποδεκτές, και

γ) σ’ έναν κόσμο ιδωμένο με μια μανιχαϊστική αντίληψη: «Καλό Ισλάμ» -«Κακή Δύση», η σύγκρουση είναι μοιραία και αναπόφευκτη. Μπορούμε να προσθέσουμε
και άλλες δυσμενείς συνέπειες, βεβαίως, εκούσιες και ακούσιες.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑΣ
Ο Ερντογάν εκφράζει ένα βαθύ συναίσθημα της τουρκικής κοινωνίας προς την έννοια της δύναμης

Η Τουρκία, υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, εισέρχεται σε μια διαδικασία μετάβασης από τον Κεμαλισμό προς μια «Ισλαμική Δημοκρατία δυτικού τύπου». Θα μπορούσατε να προβείτε σε μια σύντομη αναφορά στους κοινωνικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς αυτής της εξέλιξης, υπό το φως της κατίσχυσης της ισλαμιστικής ιδεολογίας;

Το ότι η Τουρκία επί πρωθυπουργίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετασχηματίστηκε σε «Ισλαμική Δημοκρατία Δυτικού τύπου», είναι μια φρασεολογία που εγώ δεν
χρησιμοποιώ, ούτε γνωρίζω τι σημαίνει… Εγώ είχα πει και γράψει στο παρελθόν ότι, από το πραξικόπημα του 1980 και μετά, ήταν εμφανής μια στροφή, «άνοιγμα», της στρατο-γραφειοκρατικής ελίτ προς το ισλαμικό στοιχείο. Στόχος ήταν η δημιουργία μιας «μεσαίας τάξης» με ιδεολογικό προφίλ ένα μείγμα Κεμαλισμού και Ισλαμισμού, και που όλοι εύχονταν ότι θα αποκτούσε «δυτική πολιτική συμπεριφορά». Τμήμα αυτής της τάξης ήταν και οι οπαδοί του Φετουλάχ Γκιουλέν, οι οποίοι έδειχναν να έχουν φθάσει κοντά σε ένα τέτοιο μοντέλο.

Τα γεγονότα των τελευταίων 7 ετών, όμως, δείχνουν ότι αυτός ο σκοπός έχει επιτευχθεί μόνο στο πρώτο σκέλος του, την οικονομική ευρωστία μιας ισλαμικής, χανεφιτικής ελίτ. Ακόμη, όμως, και αυτό, θα εξαρτηθεί από την πορεία της τουρκικής οικονομίας τα επόμενα έτη, καθώς η τελευταία δείχνει έτοιμη, αν δεν το έχει κάνει, να ακολουθήσει μια κατηφορική πορεία, με επώδυνα αποτελέσματα για πολλές οικονομικές-κοινωνικές και πολιτικές ομάδες.

Ποια η επιρροή του ίδιου του Τούρκου Προέδρου και της προσωπικότητάς του σ’ αυτήν τη διαδικασία; Ιδία, υπό το πρόσημο του γεγονότος ότι, όπως παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα, μετέρχεται μια εξόχως επιθετική ρητορική «μαρτυρολογικού» περιεχομένου και χαρακτήρα;

Σε ό,τι αφορά τον Πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν, δεν με εκπλήσσει ούτε η συμπεριφορά του προς «φίλους» και εχθρούς, ούτε η πορεία που έχει ακολουθήσει. Ο Ερντο-
γάν εκφράζει ένα βαθύ συναίσθημα της τουρκικής κοινωνίας προς την έννοια της δύναμης-εξουσίας.

Όσοι συμφωνούμε με τον συγχωρεμένο Τούρκο  δημοσιογράφο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ, ότι οι αυστηρότερες ιδέες και πρακτικές της πατριαρχικής κουλτούρας έχουν επιβιώσει των αυστηρότερων μέτρων θεσμικής μεταρρύθμισης στην Τουρκία, συμφωνούμε και με τη διαπίστωση πλήθους ερευνητών και συγγραφέων που στηρίζουν την άποψη ότι υπεράνω όλων «οι Τούρκοι σέβονται τη δύναμη και, με όσο μεγαλύτερη ωμότητα αυτή εκφράζεται, τόσο περισσότερο τους αρέσει, την εκτιμούν και την αντιλαμβάνονται».

Τόσο η συμπεριφορά όσο και οι δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου ταυτίζονται με τα παραπάνω και εκπλήσσουν μόνον τους αδαείς. Το παιδί από την πιο υποβαθμισμένη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, την περιοχή του Κασίμπασα, που όχι μόνον επιβίωσε, αλλά αναδείχθηκε στην κορυφή του τουρκικού πολιτικού συστήματος, ξέρει πολύ καλά την απήχηση που η έννοια της «δύναμης» έχει σε «φίλους» και εχθρούς, τόσο εντός της χώρας, όσο και εκτός. Γι’ αυτό και δεν θα φύγει με «ομαλό τρόπο» από την εξουσία, παρά μόνο από μια «δύναμη» μεγαλύτερη από τη δική του.