Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΛΑΪΚΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΕΝΩΣΗ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, Η ΕΟΚΑ ΗΤΑΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΑΚΜΑΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕ ΤΟΥΣ ΒΡΕΤΑΝΟΥΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Ήταν ο συνδυασμός της ένοπλης δράσης με τη λαϊκή πάλη, που έσεισε τα θεμέλια του αποικιακού καθεστώτος. Γι’ αυτό και ένα κίνημα όπως αυτό της ΕΟΚΑ δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν δεν είχε τη λαϊκή υποστήριξη
Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ, η τελευταία απελευθερωτική επανάσταση ενός τμήματος του Ελληνισμού, θεωρήθηκε από τους ανθρώπους της εποχής μια ιστορική ανάγκη. Μια ανάγκη που έγινε, τελικά, Ιστορία. Μια από τις πιο λαμπρές, τις πιο όμορφες, τις πιο αξιοθαύμαστες εκφάνσεις της Ιστορίας ενός λαού που μετρά χιλιάδες χρόνια στο διάβα του στον κόσμο. Κι αυτή η τεράστια επιτυχία του, παρά τη μη επίτευξη του μεγάλου εθνικού στόχου της Ένωσης με την Ελλάδα, οφείλεται σε μιαν άρτια δομημένη οργάνωση, που διαχειριζόταν τα πάντα, πλην του Κυπριακού, και που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
Ένα Κίνημα, το οποίο κατάφερε να συνδυάσει τη μαζική επαναστατική δράση με τον ανταρτοπόλεμο και τον πολιτικό με τον στρατιωτικό Αγώνα, εξαναγκάζοντας τους αποικιοκράτες να αλλάξουν τη στάση τους. Με τη βοήθεια του ιστορικού και επιστημονικού Συνεργάτη του Μουσείου Αγώνος, Δρος Ανδρέα Κάρυου, η «Σημερινή» της Κυριακής επιχειρεί να ανατρέξει στις απαρχές του Εθνικοαπελευθερωτικού μας Αγώνα, στις συνθήκες που ώθησαν τους Έλληνες της Κύπρου στην ένοπλο δράση και την αξιοθαύμαστη συσπείρωση όλων των στρωμάτων του πληθυσμού γύρω από την κοινή Ιδέα.
Πολιτική δράση
Όπως εξηγεί ο ιστορικός, πρέπει τις ιστορικές αποφάσεις να τις ερμηνεύουμε πάντοτε μελετώντας τις συνθήκες της εποχής. Και οι συνθήκες της τότε εποχής ήταν στην ουσία οι κατάλληλες για την έναρξη ενός τέτοιου Αγώνα. Οι Έλληνες της Κύπρου διεκδικούσαν την Ένωση για δεκαετίες πριν από την έναρξη του Αγώνα της ΕΟΚΑ. Το κυπριακό κίνημα δρούσε ειρηνικά, βασιζόμενο στο επτανησιακό μοντέλο.
Οι Επτανήσιοι, υιοθετώντας πολιτικά κυρίως μέσα, είχαν πετύχει την ένωσή τους με την Ελλάδα το 1864, λίγα μόλις χρόνια πριν από την έλευση της Βρετανίας στο νησί μας το 1878. Ήδη, από την πρώτη στιγμή που οι Βρετανοί πάτησαν το πόδι τους εδώ, τους υποδεχθήκαμε με το δικό μας ενωτικό αίτημα.
Όπως εξηγεί ο Δρ Κάρυος, «για πάρα πολλά χρόνια, οι κάτοικοι της Κύπρου προσπαθούν να συνεργαστούν με το αποικιακό καθεστώς. Να συμμετέχουν στους όποιους θεσμούς εγκαθιδρύουν εδώ. Όμως αισθάνονται ότι ο τρόπος που είναι δομημένο το συγκεκριμένο αποικιακό σύστημα δεν τους επιτρέπει να συμμετέχουν ενεργά και αποτελεσματικά στη διοίκηση του νησιού και όποτε θίγουν το ζήτημα, οι Βρετανοί δεν μετακινούνται ούτε ένα βήμα από τη θέση ότι δεν αποχωρούν από την Κύπρο. Ούτε καν τους αφήνουν μια χαραμάδα ελπίδας».
Η συμμετοχή των Κυπρίων στον πόλεμο κατά του φασισμού και του ναζισμού ανταποδίδεται από τους Βρετανούς με εξαπάτηση, κάτι που συντείνει ακόμη περισσότερο στον αναβρασμό που ακολουθεί.
Σε πολιτικό επίπεδο, η διεκδίκηση της Ένωσης εντοπίζεται αρκετά πιο πριν από τη δεκαετία του 1950. «Οι Κύπριοι προσπάθησαν να ζητήσουν την Ένωση μέσω διαφόρων οδών. Έχουμε αρθρογραφία στον Τύπο: Με συνέπεια αρθρογραφούν τόσα χρόνια οι Κύπριοι υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Ακόμη, στις δημόσιες ομιλίες, όποτε είχαμε εθνική επέτειο, εκφραζόταν το εν λόγω αίτημα.
»Έχουμε προσπάθειες αποστολής αντιπροσωπιών προς τις βρετανικές αποικιακές Αρχές και προώθηση του θέματος στο Λονδίνο και σε διεθνή φόρα. Έχουμε συμμετοχή στα πολιτειακά όργανα που ήταν διαθέσιμα, όπου προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους Βρετανούς και να προωθήσουν το αίτημα της Ένωσης. Και έχουμε και τη διοργάνωση τεσσάρων δημοψηφισμάτων, το 1914, το 1921, το 1930 και το τελευταίο το 1950.
»Ακόμη και μέσω δημοψηφισμάτων φάνηκε ότι δεν μπορούσαν να πετύχουν την εκπλήρωση των εθνικών στόχων, γιατί πολύ απλά οι Βρετανοί αρνούνταν να αποδεχτούν τη λαϊκή βούληση», τονίζει ο Ανδρέας Κάρυος. Ταυτόχρονα με τις κυπριακές πρωτοβουλίες, η ελληνική Κυβέρνηση έκανε διάφορες κρούσεις στη βρετανική πλευρά, για να υπεισέλθει σε συζητήσεις για το Κυπριακό, καθώς και την προσπάθεια για διεθνοποίηση του αιτήματος για αυτοδιάθεση (1954), συναντώντας μόνο άρνηση. Σταδιακά, συνεπώς, και μετά την εξάντληση διαφόρων άλλων μέσων, η ένοπλη δράση θεωρήθηκε από τους Κύπριους πως ήταν η καλύτερη στρατηγική επιλογή.
Δημοκρατικό έλλειμμα και συνθήκες αντίδρασης
Πέραν των απανωτών αρνήσεων των αποικιοκρατών, σε κάθε ειρηνική έκκληση, ακόμη και να συζητήσουν το ενδεχόμενο αποχώρησής τους, δευτερεύουσες συνθήκες τροφοδοτούσαν ακόμη περισσότερο τον μύλο της αντίδρασης, μιας κοινωνίας που ήδη είχε ξεκινήσει να ριζοσπαστικοποιείται μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Υπήρχε, παράλληλα με τον στόχο της Ένωσης, ο στόχος της Ελευθερίας και του τερματισμού του αποικιακού καθεστώτος, που θεωρείτο παρωχημένο. Υπήρχε και δυσαρέσκεια από το βρετανικό καθεστώς για το δημοκρατικό έλλειμμα που διαπιστωνόταν στην Κύπρο. Λειτουργεί μεν ο Τύπος και διεξάγονται εκλογές σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έχουμε διευρυμένη συμμετοχή των αυτόχθονων κατοίκων στη διοίκηση του νησιού.
»Μετά την εξέγερση του 1931 και των ανελεύθερων μέτρων που επεβλήθησαν από τη Βρετανία, δεν υπάρχει ένα Κοινοβούλιο ή κάποιοι θεσμοί όπου θα μπορεί πιο μαζικά και ενεργά ο κυπριακός πληθυσμός να συμμετέχει στη διοίκηση του νησιού. Έγιναν κάποιες προτάσεις από τους Βρετανούς για να καταρτιστεί ένα σύνταγμα, με τις συζητήσεις που ξεκίνησαν με διάφορα οργανωμένα σύνολα το 1947-1948, όμως, από ό,τι φάνηκε, οι προτάσεις τους δεν ήταν τέτοιες που να ικανοποιούν τις επιθυμίες του κυπριακού Ελληνισμού. Ήταν μια ακόμη δημοκρατικοφανής αλλά όχι καθαρά δημοκρατική προσέγγιση. Υπάρχει, επομένως, δημοκρατικό έλλειμμα».
Παράλληλα με την αυξημένη ανάγκη για πολιτική συμμετοχή, που δεν ήταν άσχετη με το αίτημα για αυτοδιάθεση και Ένωση, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μπαίνουν στην εξίσωση και εξοργίζουν ακόμη περισσότερο τον ήδη αγανακτισμένο κυπριακό Ελληνισμό, που επί δεκαετίες αρθρώνει τα αιτήματά του εις ώτα μη ακουόντων. Η τάξη των μορφωμένων και των επιστημόνων δεν είχε θέση στην ύπατη ιεραρχία του αποικιοκρατικού καθεστώτος, καθώς ήταν εξ ορισμού αποκλεισμένοι.
Παρά τη βελτίωση των συνθηκών σε σχέση με την τουρκοκρατία, παρουσίαζε χτυπητές αδυναμίες το κράτος προνοίας, το οποίο οι Βρετανοί προσπάθησαν να βελτιώσουν μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1940, κάτι που επίσης προκαλούσε δυσαρέσκεια. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί, σύμφωνα με τον ιστορικό, πως ο Αγώνας της ΕΟΚΑ δεν έγινε λόγω οικονομικών και κοινωνικών αιτιάσεων. Αυτά λειτουργούσαν συμπληρωματικά ως προς τον βασικό στόχο, που ήταν η Ένωση με την Ελλάδα.
Από τη μυστικότητα στη μάζα
«Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, εκτός από τις συζητήσεις στην Κύπρο, διαμείβονται συζητήσεις και στην Αθήνα, μεταξύ είτε Κυπρίων που έμεναν στην Αθήνα είτε Ελλαδιτών που είχαν κάποια συμμετοχή ή επιρροή στα πολιτικά πράγματα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Παρακολουθώντας την πορεία που έπαιρνε το Κυπριακό, το 1953 συγκροτήθηκε μια δωδεκαμελής ομάδα, η οποία αποφάσισε ότι πρέπει να προωθηθεί το Κυπριακό μέσω της χρήσης επαναστατικών μεθόδων.
»Πρόκειται για την περίφημη Επιτροπή Αγώνα ή Επαναστατική Επιτροπή ή αλλιώς τον Κύκλο του 1953, του οποίου μάλιστα τα μέλη υπέγραψαν πρωτόκολλο και ορκίστηκαν ότι θα αφοσιωθούν στον σκοπό της Ένωσης. Στο πρωτόκολλο αυτό συμπεριλαμβάνονταν και οι υπογραφές του Μακαρίου και του Γρίβα», εξηγεί ο Δρ Κάρυος.
Ερωτηθείς για τον ρόλο της Εκκλησίας, αναφέρει πως ήταν παρούσα από την αρχή, τόσο λόγω της παράδοσης, όσο κυρίως λόγω του ρόλου της ως Εθναρχίας, που είχε ισχυρό έρεισμα στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου και μπορούσε να φροντίσει για την υλοποίηση του Αγώνα, μέσω της εξεύρεσης πόρων για ένα τέτοιο εγχείρημα, κυρίως για τη συγκέντρωση οπλισμού.
«Η ΕΟΚΑ στην αρχή ξεκινά τη δράση της ως μια μυστική, ολιγομελής, καθαρά συνωμοτική οργάνωση και αυτό το μοντέλο επιλέχθηκε για λόγους μυστικότητας. Στρατολογήθηκαν οι πρώτοι πυρήνες, οι οποίοι θα εργάζονταν για να αυξηθεί ο αριθμός των μελών και σταδιακά η ΕΟΚΑ εξελίχθηκε σε ένα πολυμερές και πολυσχιδές επαναστατικό κίνημα. Όσο αναπτυσσόταν το επαναστατικό της πρόγραμμα και στην εξίσωση, πέρα από τις ένοπλες ενέργειες, μπήκε και ο πολιτικός αγώνας, ο οποίος περιελάμβανε κινητοποίηση των επαναστατικών μαζών για διεξαγωγή διαδηλώσεων, απεργιών και αργότερα παθητικής αντίστασης, βλέπαμε τον κόσμο να είναι πιο ενεργά υποστηρικτής της ΕΟΚΑ.
»Τουλάχιστον αυτό που εντοπίζουν οι μελετητές που εξειδικεύονται στη στρατιωτική ιστορία είναι ότι στην Κύπρο, λόγω των τοπικών συνθηκών και λόγω της μορφολογίας του εδάφους, μόνο η ένοπλη δράση ή μόνο ο πολιτικός αγώνας δεν θα μπορούσαν να φέρουν αποτελέσματα. Ήταν ο συνδυασμός της ένοπλης δράσης με τη λαϊκή πάλη, που έσεισε τα θεμέλια του αποικιακού καθεστώτος. Γι’ αυτό και ένα κίνημα όπως αυτό της ΕΟΚΑ δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν δεν είχε τη λαϊκή υποστήριξη», τονίζει ο Επιστημονικός Συνεργάτης του Μουσείου Αγώνος.
Οι παράλληλες μάχες
Ο κόσμος αγκάλιασε την ΕΟΚΑ από την αρχή και η μύηση στις τάξεις της έλαβε προοδευτικό ρυθμό. Το μητρώο μελών των αγωνιστών της ΕΟΚΑ αναφέρει έναν αριθμό της τάξεως μεταξύ 25-26 χιλιάδων ατόμων, τα οποία υπηρέτησαν σε κάποια φάση στην ένοπλη πτέρυγα ή στις υποστηρικτικές υπηρεσίες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η απόκρυψη ανταρτών, η τροφοδοσία ενόπλων, οι σύνδεσμοι, η μεταφορά μηνυμάτων, η απόκρυψη οπλισμού και η κινητοποίηση κόσμου για διεξαγωγή διαδηλώσεων.
«Τον Μάρτη του 1956, όταν οι Βρετανοί εξορίζουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος ήταν ο ηγέτης των Ελλήνων Κυπρίων, που μπορούσε να κινητοποιήσει τις λαϊκές μάζες, αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο η ΕΟΚΑ. Ιδρύει την ΠΕΚΑ και, μέσω της στρατολόγησης καινούριων μελών, δημιουργεί τους δικούς της πυρήνες. Η εναλλαγή της ένοπλης πάλης με τη λαϊκή εξέγερση έκανε τους Βρετανούς να δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν την ΕΟΚΑ, εφόσον η οργάνωση άλλαζε διαρκώς τις επαναστατικές της δραστηριότητες. Για παράδειγμα το ’55 και στις αρχές του ‘56 έχουμε πάρα πολλές διαδηλώσεις στις πόλεις.
»Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην αντάρτικη πτέρυγα να αναπτυχθεί και να εξοπλιστεί στα βουνά και να εκπαιδευτούν αποτελεσματικά τα μέλη της, ώστε να διαδραματίσουν τον δικό τους πολύ σημαντικό ρόλο. Όταν οι Βρετανοί έριχναν το βάρος στις πόλεις, ανέπτυσσε δράση το αντάρτικο. Όταν μετέφεραν μεγάλο όγκο στρατευμάτων για επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, τότε ξεκινούσαν ξανά διαδηλώσεις στις πόλεις ή δραστηριοποιούνταν ομάδες ανταρτών στην ύπαιθρο. Και όλα αυτά ενορχηστρώνονταν από έναν άνθρωπο μόνο, τον στρατιωτικό αρχηγό της ΕΟΚΑ», υποδεικνύει ο Ανδρέας Κάρυος.
Συλλογική υποστήριξη
Η δημοφηλία της ΕΟΚΑ δεν διαφαίνεται όμως μόνο από την ενεργό συμμετοχή αλλά και από την άρνηση της μεγάλης μάζας του λαού να συνεργαστεί με το αποικιακό καθεστώς. Υπάρχουν οι αναφορές των Βρετανών στρατιωτικών, οι οποίοι βρίσκονταν στη δυσχερή θέση συνεχώς να παραπονιούνται στους ανωτέρους τους ότι αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα όσον αφορά τη συλλογή πληροφοριών.
«Ο κόσμος δεν ήταν διατεθειμένος να μιλήσει. Έχουμε το παράδειγμα του Φρενάρους, που μάζεψαν τους κατοίκους, στα τέλη Μαρτίου του 1956, και έδωσαν σε όλους από έναν φάκελο και ένα μολύβι για να γράψουν οτιδήποτε γνώριζαν για την ΕΟΚΑ και δεν μάζεψαν ούτε ένα στοιχείο. Ο κόσμος επιδείκνυε πολιτική ανυπακοή στα κελεύσματα των Βρετανών. Η πιο χαρακτηριστική βρετανική αναφορά είναι αυτή του διευθυντή επιχειρήσεων εναντίον της ΕΟΚΑ, του υποστράτηγου Κένεθ Ντάρλινγκ, ο οποίος αναφέρει ότι ένας από τους λόγους που δεν κατόρθωσαν να καταστείλουν την ΕΟΚΑ ήταν η υποστήριξη της οποίας απολάμβανε από τον πληθυσμό, η οποία εκτιμάτο τουλάχιστον σε ένα ποσοστό 70%. Το ποσοστό που εκτιμούσαν οι Βρετανοί ήταν εξαιρετικά ψηλό», σύμφωνα με τον Δρα Κάρυο.
Όλα τα φάσματα και όλα τα στρώματα
«Όπως θα αντιληφθεί όποιος κάνει μια έρευνα στο σχετικό μητρώο, η στρατολόγηση μελών από την ΕΟΚΑ κάλυψε όλα τα πολιτικά φάσματα της Κύπρου, αλλά και όλα τα κοινωνικά στρώματα», σημειώνει ο Ανδρέας Κάρυος. «Παρών» δηλώνουν η ύπαιθρος, οι αστοί, οι εργάτες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ εξαιρετικά σημαντική συμβολή είχαν και οι γυναίκες.
«Παρόλο που η ΕΟΚΑ επέλεξε να μην εξοπλίζει τις γυναίκες ή να τις στρατολογεί στο αντάρτικο -ήταν και αυστηρά τα ήθη της εποχής- η συγκεκριμένη επιλογή δεν έγινε λόγω περιφρόνησης προς το γυναικείο φύλο. Τουναντίον, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ θαυμάζει και εξαίρει τη συμμετοχή της γυναίκας στα γραπτά του, αναφέροντας ότι δεν υστέρησε σε πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας. Οι γυναίκες υπηρέτησαν σε διάφορους ρόλους την οργάνωση, ακόμη και από τη θέση του τομεάρχη», προσθέτει.
Σε ό,τι αφορά τη νεολαία, ο ρόλος της ήταν ιδιαίτερα σημαντικός σε ό,τι αφορά τη διοργάνωση των διαδηλώσεων, για να επιτυγχάνεται η καθήλωση στρατευμάτων στις πόλεις.
«Ταυτόχρονα μέσω των οδομαχιών -όπως ήταν η μάχη της Σεβερείου Βιβλιοθήκης το 1956- βλέπουμε να σκληραγωγούνται, να εκπαιδεύονται και να εκκολάπτονται οι νέοι μαχητές της ΕΟΚΑ. Έχουμε αρκετούς ήρωες από τις τάξεις των μαθητών. Μάλιστα και ο Γρίβας αισθάνεται ο ίδιος την ανάγκη να εγκωμιάσει τη συμβολή των μαθητών, γι’ αυτό και όταν αποφασίζεται ο τερματισμός του αγώνα (επίσημα η ΕΟΚΑ ανακοινώνει παύση επιχειρήσεων 9 Μαρτίου του 1959, αν και ήταν σε ισχύ μια εκεχειρία η οποία διαρκούσε από τον Δεκέμβριο του 1958), απευθύνει προς τα μέλη της ΕΟΚΑ το κάλεσμα να πειθαρχήσουν στις εντολές του για κατάπαυση πυρός. Ταυτόχρονα δημοσιεύει και μια δεύτερη επιστολή, στην οποία εκφράζονται ο θαυμασμός καθώς και οι ευχαριστίες του».
Από την Ιδέα στην πράξη
«Από τη στιγμή που υπάρχει ένα πολιτικό αίτημα που προωθείται απ' όλα τα στρώματα και όλες τις ομάδες της Κύπρου, από τη στιγμή που υπάρχει ένας γενικότερος αναβρασμός και μια ροπή προς ριζοσπαστικές μεθόδους και από τη στιγμή που ξεκινά ένα κεντρικά σχεδιασμένο και οργανωμένο Κίνημα, υιοθετώντας ένοπλες μεθόδους, και αυτό αγκαλιάζεται και υποστηρίζεται από τον κόσμο, και που οι ίδιοι οι Βρετανοί αναγνωρίζουν την πλατιά λαϊκή υποστήριξη που απολαμβάνει η ΕΟΚΑ, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι για τους ανθρώπους εκείνης της περιόδου, ο Αγώνας της ΕΟΚΑ θεωρήθηκε μια αναγκαιότητα, γι’ αυτό και συμμετείχαν σε τόσο μεγάλο ποσοστό στην προσπάθεια», τονίζει ο Ανδρέας Κάρυος.
«Η στρατηγική σύλληψη του όλου εγχειρήματος εδραζόταν στη λογική ότι εφόσον οι Βρετανοί δεν διαπραγματεύονται καν για το Κυπριακό, έπρεπε να υποχρεωθούν να το πράξουν, μέσω ένοπλων επιχειρήσεων. Η διαχείριση του Κυπριακού, όμως, δεν βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΟΚΑ. Απεναντίας, τη διαπραγμάτευση εκ μέρους των Ε/κ για επίλυση του Κυπριακού και επίτευξη της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα αναλάμβαναν είτε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είτε η ελληνική Κυβέρνηση, αφού βέβαια οι Βρετανοί προσέρχονταν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων λόγω των ενεργειών της ΕΟΚΑ», προσθέτει.
Επρόκειτο για ένα σχέδιο που απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς, καθώς στόχος ήταν η άσκηση πιέσεων και όχι να γκρεμιστούν όλες οι γέφυρες επικοινωνίας με τους αποικιοκράτες.
«Μέχρι τα τελευταία στάδια του Αγώνα, η ΕΟΚΑ ήταν επιχειρησιακά ακμαία και υποχρέωσε τους Βρετανούς να αλλάξουν τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα πράγματα. Το 1957, όταν αναλαμβάνει ο Χάρολντ Μακμίλαν ως Πρωθυπουργός της Βρετανίας, αρχίζει να διαμορφώνεται σταδιακά στο μυαλό του η σκέψη για αποχώρηση από την Κύπρο, με την προϋπόθεση να διασφαλιστούν τα στρατηγικά συμφέροντα της Βρετανίας, μέσω της διατήρησης βάσεων. Ο τρόπος αντίληψης, όσον αφορά την Κύπρο, για τους Βρετανούς, παίρνει συνεπώς μια διαφορετική μορφή, αφού μετακινούνται από την αδιάλλακτη στάση τους και καθίστανται εν τέλει πρόθυμοι να αποχωρήσουν. Αυτό αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια επιτυχία του Αγώνα», τονίζει ο Δρ Κάρυος.
Καταλήγοντας επεσήμανε ότι μπορεί η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα να μην έγινε κατορθωτή, οφείλουμε όμως να μην παραλείπουμε κατά τη διαδικασία αξιολόγησης την επίτευξη της ελευθερίας και τον τερματισμό της μακροχρόνιας ξένης κυριαρχίας, η οποία ήταν διαρκείας σχεδόν οκτώ αιώνων.




