Η Τουρκία αναπτύσσει εσχάτως όλως ιδιαιτέρως πολιτικές ηγεμόνευσης στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που περιλαμβάνει το Αιγαίο και την Κύπρο. Εν προκειμένω, στόχος είναι η μετατροπή της Ελλάδος σε «φινλανδοποιημένη» ζώνη και της Κύπρου σε δορυφόρο της Άγκυρας, αποβλέποντας σε επικυρίαρχη παρουσία στην περιοχή εν τω συνόλω της. Η τουρκική στρατηγική εντάσσει στον σχεδιασμό της, αφενός την Κύπρο και το αιγαιακό μεσογειακό περιβάλλον και, αφετέρου, την Μέση Ανατολή, εστιάζοντας, εν πρώτοις, στην παρούσα χρονική συγκυρία στον κουρδικό θύλακα της πόλης Αφρίν της Συρίας.
Πρόκειται για το παλιό τουρκικό δόγμα της ικανότητας της χώρας για διεξαγωγή ταυτόχρονα δυόμισι πολέμων. Το δόγμα αυτό σημαίνει πως η Άγκυρα θα πρέπει να είναι τόσο ισχυρή, ώστε να είναι σε θέση να πραγματοποιεί σε άμεσους, διαδοχικούς χρόνους, πόλεμο έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου, έναντι της Συρίας και μισό στο εσωτερικό της, απέναντι στους Κούρδους και την κουρδική εθνότητα ευρύτερα.
Τυχόν πραγμάτωση ενός τέτοιου φιλόδοξου στρατηγικού προγράμματος θα μετέτρεπε αφεύκτως την Τουρκία σε περιφερειακό ηγεμόνα πολιτικής κυριαρχίας στη λεκάνη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ουσιαστικά, θα αναιρούσε, σε κάποιο βαθμό, την ελληνική ανεξαρτησία διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, αφού ενδεχόμενη μετατροπή της Ελλάδος σε χώρο πολιτικά εξαρτώμενο από την Άγκυρα, θα σήμαινε εν πολλοίς μια σταδιακή δορυφοροποίηση των Αθηνών στην τουρκική πολιτική βούληση.
Αποτυπώνοντας τη στρατηγική της Άγκυρας έναντι της Κύπρου, ο Τούρκος Πρόεδρος υπογράμμισε πως οι Τουρκοκύπριοι οφείλουν να αυξήσουν τον πληθυσμό τους, έτσι ώστε, μαζί με την οικονομική τους ανάπτυξη, να αποκατασταθεί μια, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος, ισορροπία πληθυσμιακή και πολιτικοοικονομική σε ολόκληρο το νησί. Ουσιαστικά, να καταστεί η βόρεια κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου τόσο ισχυρή, ώστε να συναποφασίζει επί ίσοις όροις για την πορεία της Κύπρου με τον «Νότο», όπως ο ίδιος προσδιορίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Τοιουτοτρόπως, θα μπορούσαν σε μακρά διαδρομή να δημιουργηθούν ασφαλείς προϋποθέσεις μετατροπής της Κύπρου σε τουρκικό προτεκτοράτο, πράγμα το οποίο αποτελεί στρατηγικό στόχο της Τουρκίας από τη δεκαετία του 1950. Αυτό θα σήμαινε πως η Κύπρος, ως Κυπριακή Δημοκρατία, ή, κατά Άγκυρα, «Νότος», θα υποχρεωνόταν σε διαρκή προσαρμογή της πολιτικής της βούλησης στη βούληση του περιφερειακού ηγεμόνα, όπερ θα καθιστούσε την Κύπρο στο σύνολό της σε ζώνη τουρκικής επιρροής και πολιτικής εξάρτησης.
Ως προς την ζωτικής σημασίας υπόθεση του προσφυγικού προβλήματος, ο Ερντογάν αισθάνεται ότι ελέγχει τη ροή διοχέτευσης και μετακίνησης από τη Συρία προς την Τουρκία δεκάδων χιλιάδων προσφύγων, εκείθεν, δε, μέσω Ελλάδος προς την Ευρώπη. Στην περίπτωση που υλοποιήσει την απειλή του και αφήσει ελεύθερο το κύμα των προσφυγικών ροών από την Τουρκία προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδος, τα προβλήματα του ευρωπαϊκού χώρου θα χαρακτηρίζονταν από μία άνευ προηγουμένου κοινωνική αναταραχή, πράγμα που γνωρίζει καλώς ο Τούρκος Πρόεδρος και το εκμεταλλεύεται αρκούντως.
Πρόκειται για έναν πολιτικό εκβιασμό του Ερντογάν προς τους Ευρωπαίους και τη Δύση ευρύτερα, ο οποίος φυσικά και προκαλεί την αίσθηση ενός επερχόμενου κόστους, που όλοι θέλουν να αποφύγουν. Προς τούτο, προστρέχουν να ικανοποιήσουν κατά πρώτο λόγο τις οικονομικές, δευτερευόντως, δε, όπου είναι εφικτό, ευρύτερες γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές αξιώσεις του. Έχοντας γνώση και ιστορική εμπειρία της γεωστρατηγικής σκακιέρας, ο Ερντογάν δεν αρκείται στην οικονομική προσφορά των Ευρωπαίων και του δυτικού παράγοντα, αλλά διεκδικεί πολύ περισσότερο αναγνώριση του ευρωπαϊκού δρόμου για την Τουρκία, άνευ υποχρέωσης πολιτειακών μεταβολών στο πολιτικό σύστημα της χώρας του και ταυτόχρονη στήριξη των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο και στο Αιγαίο, κατά τρόπο που να εξισορροπεί τις ελλαδικές και κυπριακές θέσεις.
Ως εκ τούτου, η Άγκυρα, αντιλαμβανόμενη τον εαυτό της ως ηγέτιδα δύναμη της περιοχής, δεν δέχεται να συζητήσει με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς οτιδήποτε αφορά σε περιορισμό της επεκτατικής κυριαρχικής δράσης της. Τούτο, γιατί πιστεύει στην κλασική θεώρηση πως η αρχή της επιβολής της ισχύος έναντι του δικαίου προεξάρχει στις διεθνείς σχέσεις διαχρονικά και σήμερα. Ως προς τούτο, χαρακτηριστικά διεξάγει στρατιωτική επιχείρηση κατάκτησης του Αφρίν της Συρίας, διαπράττει, δηλαδή, μια διεθνή παρανομία και δεν αποδέχεται καμία ευρωπαϊκή παρότρυνση αυτοσυγκράτησης ή τα σχετικά ψηφίσματα έμμεσης, πλην σαφούς, καταδίκης των ενεργειών της. Ο Ερντογάν κατάφερε κατ’ αυτόν τον τρόπο να μετατρέψει, ουσιαστικά, την περιοχή του Αφρίν και της Βορείου Συρίας σε τμήμα οιονεί κατεχόμενο, που τελεί υπό τουρκική ομηρία.
Κατόπιν τούτων, πρέπει κανείς να επισημάνει πως η τουρκική στρατηγική ηγεμόνευσης στην περιοχή βρίσκεται εν εξελίξει, οι συνέπειες για τον ευρύτερο χώρο ελληνικών συμφερόντων και πολιτικής υπεράσπισης είναι σε μακρά διαδρομή απρόβλεπτες, ενώ βραχυμεσοπρόθεσμα η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου και η ικανότητά τους για αντίσταση, θα προσδιορίσει και το μέλλον επιβίωσης του Ελληνισμού.
Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




