Η Τουρκία και η Αρμενία, έπειτα από έναν αιώνα που διαδέχθηκε τη γενοκτονία των Αρμενίων, η οποία έλαβεν χώραν σε πρώτη φάση από τα τέλη του 19ου αιώνα ώς και τα τέλη του 1915, υπέγραψαν κατά το 2009 ειρηνευτική συνθήκη αποκατάστασης και εξομάλυνσης των σχέσεών τους. Υπάρχει ένα παραδοσιακά βαθύ τραύμα στις σχέσεις των δύο χωρών, εξαιτίας της γενοκτονίας των Νεοτούρκων εις βάρος των Αρμενίων, που διατρέχει το αρμενικό κράτος και την αρμενική διασπορά. Οι ΗΠΑ κατάφεραν να πείσουν την αρμενική Κυβέρνηση να προχωρήσει σε αρχικές κινήσεις συνεννόησης με το τουρκικό κράτος. Η κατάσταση αυτή, παρά την πρώτη εκδηλωθείσα τάση πρόθεσης συνεννόησης, δεν κατέστη δυνατόν να ευοδωθεί.
Η απειλητική και εκβιαστική πολιτική του τουρκικού κράτους απέναντι στην Αρμενία σε σχέση με το Ναγκόρνο Καραμπάχ και τους Αζέρους υποχρέωσε το Εριβάν να σηκώσει πρύμνη και να άρει την επί της αρχής συνομολογηθείσα συμφωνία περί εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία, σχέσεις που επέστρεψαν στο status quo ante. Η διαρκώς σοβούσα τουρκική πολιτική πιέσεων και εκβιασμών και το γεγονός ότι δεν υπήρξε ούτε πρόθεση, ούτε συνέπεια τήρησης των συμφωνηθέντων, οδήγησαν τον Πρόεδρο της Αρμενίας, Σερζ Σαρκισιάν, να προχωρήσει σε ακύρωση της συμφωνίας. Η κατάσταση επιστρέφει στην προτέρα μη φιλική σχέση των δύο χωρών, που σημαίνει πως τα πράγματα ξεκινούν από μιαν αρνητική και πάλι βάση ως προς το μέλλον της ειρήνης και της ομαλότητας στην περιοχή.
Το ιστορικό πλαίσιο, στο οποίο αναφερόμαστε, άπτεται της ίδιας της πολιτικής κουλτούρας που διατρέχει τις σχέσεις των δύο χωρών, όπου η αρμενική ηγεσία αντιλαμβάνεται την Τουρκία ως διαρκώς επιτιθέμενη και απειλούσα, αφού συνεχίζει να προκαλεί στην περιοχή υποστηρίζοντας τις διασπαστικές κινήσεις των Αζέρων εις βάρος της Αρμενίας και έχουσα ένα βαρύ και ατιμώρητο παρελθόν, παρά την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από μεγάλο τμήμα της διεθνούς κοινότητας. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα παραπέμπει στην ολλανδική Βουλή, η οποία και ανεγνώρισε σχεδόν παμψηφεί τη γενοκτονία, παρά τις επιφυλάξεις που εξέφρασε εν προκειμένω, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, η ολλανδική Κυβέρνηση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια ιστορική εμπειρία που σχετίζεται άμεσα με τη γενοκτονία, η οποία υπήρξε και προπομπός της και που αφορά στη ναζιστική πολιτική εις βάρος των Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Ολοκαύτωμα ουσιαστικά αποτέλεσε μία πολιτική συνέχειας γενοκτονιών που ακολούθησε ο Χίτλερ, υπομιμνήσκοντας εν προκειμένω την απουσία μνήμης και την ύπαρξη ατιμωρησίας από τη διεθνή κοινότητα εις βάρος των σφαγέων.
Το 1939 ο Αδόλφος Χίτλερ, σε ομιλία του προς τις επίλεκτες δυνάμεις των SS του Τρίτου Ράιχ, που ήσαν έτοιμες να εισβάλουν στην Πολωνία, έδωσε εντολή να προχωρήσουν χωρίς ενδοιασμούς στις βαρβαρότητες που θα ακολουθούσαν στον πολωνικό χώρο, αλλά και στην συνέχεια εις βάρος ολόκληρης της Ευρώπης, αναφωνώντας τη γνωστή, πλέον, φράση: «Μη διστάζετε. Ποιος θυμάται σήμερα την σφαγή των Αρμενίων;». Η Τουρκία, σε αντίθεση με τη Γερμανία, που τιμωρήθηκε από την μεταπολεμική διεθνή κοινότητα για το εβραϊκό ολοκαύτωμα και τα εγκλήματά της κατά της ανθρωπότητας, ποτέ δεν υπέστη κόστος για την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, που διέπραξε ενώπιον των οφθαλμών τού τότε κόσμου, αλλά και για τις επιθετικές πολεμικές ενέργειες και διώξεις που συνέχισε και συνεχίζει να διαπράττει μέχρι σήμερα, τόσον εντός, όσο και εκτός της επικράτειάς της.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων, που διεπράχθη κατόπιν εντολής της Κυβερνήσεως των Νεοτούρκων υπό τους Ενβέρ και Ταλαάτ, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από το επίσημο τουρκικό κράτος με την συνεργασία επιτελών του τότε γερμανικού κράτους και αναγνωρίστηκε ως γενοκτονία έπειτα από πολλές δεκαετίες από τη διεθνή κοινότητα, πράγμα που αποδίδεται πρωτίστως στην αρμενική διασπορά. Οι Αρμένιοι όλου του κόσμου κινητοποιήθηκαν, όπως συνέβη με την κινητοποίηση του Ελληνισμού της Αμερικής και την απόφαση του αμερικανικού Κογκρέσου για εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας μετά την εισβολή του 1974 στην Κύπρο.
Το γεγονός ότι, παρά την αναγνώριση της γενοκτονίας, η Τουρκία δεν υπέστη οποιοδήποτε κόστος, οφείλεται στο ότι οι ΗΠΑ και άλλες μεγάλες δυνάμεις του κόσμου εξακολουθούν να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο γεωπολιτικό βάρος και ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή και την παρουσία και συμμετοχή της κατά τρόπο που προσδίδει ισχύ στο ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα, που κινείται χωρίς να λαμβάνει κόστος για την έκνομη εν πολλοίς συμπεριφορά της, αποθρασύνεται, ως θα έπρεπε να αναμένεται, και συνεχίζει ανενόχλητα τη συστηματική και κατ’ εξακολούθησιν δίωξη του κουρδικού στοιχείου, αλλά και την πολιτική επιθετικών ενεργειών που διαπράττει εν είδει επεκτατισμού εις βάρος της Κύπρου και της Ελλάδος, παλαιόθεν και πρόσφατα.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




