ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΘΕΣΗΣ Σ’ ΕΝΑ «ΠΑΙΓΝΙΔΙ» ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
ΠΡΑΓΜΑΤΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ, ΔΕΝ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΠΙΘΑΝΗ Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΦΥΣΙΚΟ ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΝΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΗ «ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ»
Οι επίμονες προσπάθειες για ίδρυση ενός ομοσπονδιακού κράτους είναι ένα πράγμα, ενώ η οικειοποίηση του κυπριακού Βορρά μέσω της υιοθέτησης μιας πολιτικής μη λύσης σε συνδυασμό με την ευκαιριακή αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία -επειδή «υπάρχουν κοιτάσματα φυσικού αερίου, θέλουμε κι εμείς»- είναι κάτι άλλο
Το κυπριακό πρόβλημα είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια σειρά από παραβιάσεις και διεκδικήσεις συγκεκριμένων δικαιωμάτων. Οι Τουρκοκύπριοι, για παράδειγμα, διεκδικούν να έχουν δικαίωμα ιδιοκτησίας στα φυσικά αποθέματα της Κύπρου. Δοθέντος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε ως δικοινοτικό κράτος, το οποίο από το 1964 κι έπειτα διοικείται αποκλειστικά από τους Ελληνοκύπριους, η τουρκοκυπριακή διεκδίκηση είναι νόμιμη και δεν μπορεί να παραβλέπεται.
Πώς τοποθετείται η ελληνοκυπριακή πλευρά πάνω σε αυτό το ζήτημα;
Μολονότι αποδέχεται το δικαίωμα των Τουρκοκυπρίων, μεταθέτει την υλοποίησή του μέχρι τη «μέρα της λύσης».
Το νόμισμα, όμως, έχει και μιαν άλλη όψη, αυτήν των εδαφών και περιουσιών των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι διώχθηκαν με τη βία των όπλων.
Είναι κανείς σε θέση να πει ότι οι ελληνοκυπριακοί ισχυρισμοί σε αυτό το ζήτημα στερούνται νομικής βάσης;
Φυσικά και όχι.
Τι λέει η τουρκική πλευρά γι’ αυτό το ζήτημα;
Αποδέχεται τα ελληνοκυπριακά δικαιώματα ιδιοκτησίας στα χαρτιά, ωστόσο μεταθέτει την υλοποίησή τους μέχρι την «ημέρα της λύσης».
Λόγου χάριν, κανείς δεν λέει στους Ελληνοκύπριους «ελάτε, πάρτε το Βαρώσι».
Ή αν αύριο εντοπιστούν κοιτάσματα χρυσού στην Καρπασία, κανείς δεν θα πει στους Ελληνοκύπριους «ελάτε να ιδρύσουμε μια κοινή επιτροπή για να τα διαχειριστούμε μαζί».
Το πιθανότερο είναι η συνδιαχείριση να μετατεθεί μέχρι την «ημέρα της λύσης».
Η «μέρα της λύσης»
Πράγματι, χωρίς την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος, δεν φαντάζει πιθανή η υλοποίηση όλων των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Επομένως, δεδομένων των αντικρουόμενων δικαιωμάτων, είναι εν μέρει φυσικό οι δύο κοινότητες να δείχνουν προς την «ημέρα της λύσης».
Ωστόσο, η παραπομπή στην «ημέρα της λύσης» είναι ένα πράγμα, ενώ οι εποικοδομητικές ενέργειες και πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της επίλυσης του προβλήματος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Εν ολίγοις, πέρα από την αναφορά στην «ημέρα της λύσης», σημασία έχουν οι προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος.
Για παράδειγμα, μπορεί η τουρκοκυπριακή πλευρά να διεκδικεί τη θέση της στην Κυπριακή Δημοκρατία, μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το προς τα πού θέλει να κατευθυνθεί από αυτήν τη θέση.
Οι επίμονες προσπάθειες για ίδρυση ενός ομοσπονδιακού κράτους είναι ένα πράγμα, ενώ η οικειοποίηση του κυπριακού Βορρά μέσω της υιοθέτησης μιας πολιτικής μη λύσης σε συνδυασμό με την ευκαιριακή αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία -επειδή «υπάρχουν κοιτάσματα φυσικού αερίου, θέλουμε κι εμείς»- είναι κάτι άλλο.
Το ίδιο ισχύει και για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αν δεν κάνει αποφασιστικά βήματα για τη λύση και περιορίζεται στο να τονίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει πειστική.
Συνεπώς, στη δεδομένη φάση, η επιμονή της μιας πλευράς αποκλειστικά στα «δικά της» νόμιμα δικαιώματα σε συνδυασμό με την επιλογή της άλλης πλευράς να μεταθέτει την υλοποίηση αυτών των δικαιωμάτων στην «ημέρα της λύσης», δεν είναι προς όφελος κανενός. Προσδοκία της διεθνούς κοινότητας είναι να επιδειχθεί αποφασιστικότητα και βούληση για επίλυση του προβλήματος. Εάν οι πλευρές επιδείξουν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα και βούληση, τότε η λύση είναι εφικτή. Ακόμα και αν δεν επιτευχθεί η λύση, κερδισμένη θα βγει η πλευρά που θα κάνει τα πιο αποφασιστικά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, καθότι θα λάβει τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας.
«Απροθυμία» και «διστακτικότητα»
Επομένως, η πλευρά που θα εμμείνει και θα εργαστεί με πείσμα για την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος θα είναι σε κάθε περίπτωση κερδισμένη.
Ρίχνοντας μια ματιά στη διεθνή εικόνα των δύο πλευρών, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή είναι αρκούντως θετική. Οι ξένοι διπλωμάτες στις εκθέσεις τους πιθανότατα αναφέρονται σε δύο «απρόθυμες» ή «διστακτικές» πλευρές.
Δεδομένης αυτής της κατάστασης, δεν είναι φαντασιοπληξία να αναμένει κανείς ότι οι πλευρές θα λάβουν ικανοποιητική στήριξη στο θέμα των δικαιωμάτων που διεκδικούν;




