Ο αλβανικός εθνικισμός εκδηλώνεται ως μια ιδιαίτερη, αλλά και ως ύστερη μορφή εθνικισμού. Τούτο γιατί η ιδεολογία του εθνικισμού ως κινητήριας δύναμης οικοδόμησης του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους εκδηλώθηκε και αναπτύχθηκε κυρίως από τον 18ο μέχρι τον 20ό αιώνα. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίσθηκε από την καταστροφική πραγματικότητα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά και την ταυτόχρονη ανάδειξη της διαδικασίας της αποαποικιοποίησης ως μιας σύγχρονης μορφής χειραφέτησης από την ξένη κυριαρχία.

Η Αλβανία τελούσε ιστορικά υπό την εναλλασσόμενη διαδοχική κυριαρχία των Οθωμανών αφενός και των Ιταλών αφετέρου, ενώ η νότια περιοχή της, δηλαδή η Βόρειος Ήπειρος, βρισκόταν υπό τη δεδηλωμένη διεκδίκηση της Ελλάδος. Η περίπτωση της Βορείου Ηπείρου, δηλαδή της Νοτίου Αλβανίας, αποτελούσε ζήτημα που ετίθετο από την Ελλάδα σε διάφορες μορφές προστασίας ή εθνικής ολοκλήρωσης. Σήμερα, τίθεται ζήτημα ύπαρξης και προστασίας της ελληνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο. Η αλβανική ελίτ, που αποτελεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, μια ιταλοτουρκική κατασκευή, προβάλλει τις ελληνικές θέσεις προστασίας της μειονότητας ως έξωθεν απειλή και επιχειρεί να προασπίσει ταυτόχρονα μια διαμορφούμενη και οιονεί διακυβευόμενη αλβανική εθνική ταυτότητα.

Το πρόβλημα που εμφανίζεται σήμερα με τους ούτω καλουμένους Τσάμηδες, που αποτελούν ένα τμήμα της αλβανικής εθνικής συγκρότησης, παραπέμπει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη γερμανική κατοχή σε ελληνικές περιοχές της Ηπείρου και της Θεσπρωτίας. Οι Αλβανοί αυτών των περιοχών συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, και όπως συνέβη με κάθε ομάδα και άτομο που υπηρέτησε τα συμφέροντα των ναζιστικών δυνάμεων στη διάρκεια της χιτλερικής κατοχής, Έλληνες ή μη, δικάστηκαν και υπέστησαν την ποινή που τους επεβλήθη.

Η εν λόγω αλβανόφωνη μειονότητα των Τσάμηδων, για να αποφύγει τις συνέπειες της συνεργασίας της με τους Γερμανούς κατακτητές, εγκατέλειψε την περιοχή που ζούσε, τη Θεσπρωτία και την Ήπειρο και διέφυγε στην Αλβανία. Συντρεχουσών των ποινών που τους επεβλήθησαν ερήμην από τα ελληνικά δικαστήρια, στις οποίες περιλαμβανόταν και η δήμευση της περιουσίας τους, απώλεσαν την ιδιοκτησία και το δικαίωμά τους να ζουν και να εγκαθίστανται στην Ελλάδα εν ελευθερία.

Σήμερα, μετά από πάροδο μισού και πλέον αιώνα, και αφού βεβαίως οι περιουσίες, όχι μόνο μεταβιβάστηκαν, αλλά άλλαξαν προφανώς και χέρια, ενώ οι κατηγορηθέντες Αλβανοί για συνεργασία με τους Γερμανούς ίσως και να απεβίωσαν, οι κληρονόμοι ή και υπερήλικες ζώντες διεκδικητές, αξιώνουν διά στόματος του Αλβανού πρωθυπουργού, Έντι Ράμα, την απόδοση των περιουσιών στους ιδίους ή στους κληρονόμους τους. Υπογραμμίζεται πως οι λόγοι απώλειας των περιουσιών των τότε ιδιοκτητών, υφίστανται και σήμερα, όπως και τότε. Η καταδίκη αφορούσε στη συνεργασία με τον Γερμανό κατακτητή και την άρνηση εμφάνισης και προσαγωγής σε δίκη. Πρόκειται για ένα υπαρκτό γεγονός, που με την πάροδο του χρόνου δεν μπορεί να αποδυναμωθεί, ούτε να απαλειφθεί, αφού συνιστά μια ιστορική πραγματικότητα.

Επομένως, οι λόγοι που ωθούν τον Έντι Ράμα σε μια τέτοια κίνηση δεν αφορούν προφανώς στο πραγματικό γεγονός της απώλειας περιουσίας από τους ομοεθνείς του, αυτής καθ’ εαυτής, πολύ δε περισσότερο σε προσδοκία ικανοποίησης του σχετικού αιτήματος. Αναφέρεται στην τάση που έχει η σημερινή και όχι μόνο αλβανική ηγεσία να καλλιεργεί την εθνικιστική ρητορεία στη χώρα της, με στόχο τη συσπείρωση και την οικοδόμηση εθνικής ταυτότητας, αλλά και τη μεταφορά εσωτερικών προβλημάτων σε εξωτερικές εχθρικές συγκρουσιακές αναφορές. Το τελευταίο παραπέμπει προδήλως στην ενδυνάμωση της ηγεμονικής θέσης, που κατέχει ο ίδιος ο Έντι Ράμα στο πολιτικό σύστημα της χώρας του.

Παράλληλα και σε αναφορά προς αυτό, επισημαίνεται και ο ρόλος της Τουρκίας, η οποία χρησιμοποιεί εν προκειμένω αυτό το φαινόμενο του αλβανικού εθνικισμού μαζί με τη σκοπιανή κρίση και την ένταση που αναπτύσσει στο Αιγαίο και στην Κύπρο η ίδια η Άγκυρα, αποσκοπώντας στη δημιουργία κυκλωτικής κίνησης απέναντι στην ελληνική επικράτεια. Για την Ελλάδα δεν υφίσταται, ούτε πρόκειται να γίνει δεκτό προς συζήτηση θέμα Τσάμηδων. Πρόκειται για μια υπερκομματική εθνική θέση.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Πάντειο Πανεπιστήμιο