Η εμπέδωση σύγχρονων δομών στο κυπριακό κράτος δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί σε μια παρέκβαση δημοκρατίας, όπου θα συμφωνείται η ανεδαφική, ιδιαίτερα για την κυπριακή περίπτωση, εκ περιτροπής προεδρία και θα παραβιάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η λειτουργία της δημοκρατικής αρχής στο σύνολό της
Η κυπριακή προεδρική εκλογή, που βρίσκεται στην τελευταία φάση της πραγμάτωσής της, θέτει ορισμένα ζητήματα, τα οποία άπτονται τόσο του παρόντος, όσο και του μέλλοντος της Κύπρου ως κράτους, αλλά και ως φυσικής, εθνικής υπόστασης. Το θέμα που οφείλει να σχεδιάζει η πολιτική ηγεσία της Κύπρου και να απασχολεί την κυπριακή κοινωνία συνίσταται στην οικοδόμηση ενός βιώσιμου, δημοκρατικού κράτους. Αυτό προϋποθέτει διεξαγωγή αγώνα σε δύο επίπεδα.
Πρώτον, άμεση απόσυρση των στρατευμάτων κατοχής και αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας, δηλαδή του status quo ante στη μεγαλόνησο. Δεύτερον, τη διεξαγωγή διαπραγματευτικού διαλόγου -αφού επέλθει το πρώτο στάδιο-, μεταξύ των δύο εθνικών οντοτήτων της Κύπρου, με στόχο την εκπόνηση ενός κοινού συντάγματος ως δομής του κράτους, που να αντανακλά τα δημοκρατικά θέσμια του κράτους δικαίου, πράγμα το οποίο υπαγορεύει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η ιστορικά εδραιωμένη ελληνική δημοκρατική πολιτική κουλτούρα.
Η πρώτη παράμετρος της άμεσης και άνευ ετέρου απόσυρσης των στρατευμάτων κατοχής σημαίνει πως αυτή η συνθήκη αποτελεί ένα είδος conditio sine qua non των περαιτέρω βημάτων, αφού δεν μπορεί να υπάρξει κράτος ανεξάρτητο και στοιχειωδώς ασφαλές, εάν δεν είναι απαλλαγμένο από δουλείες, εγγυήσεις ή περισσότερο κατοχή. Στην προκειμένη περίπτωση η Τουρκία υφίσταται ως διαρκής απειλή εις βάρος της Κύπρου, όπου από το 1956 διά στόματος Αντνάν Μεντερές και διά χειρός του συνταγματολόγου Νιχάτ Ερίμ εκπονήθηκε το Σχέδιο Αττίλας, που επέπρωτο να εφαρμοστεί εν τέλει το 1974 εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τούτων δοθέντων, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, εφόσον η Κύπρος απαλλαγεί από την ξένη κατοχή, τότε θα είναι σε θέση να συντάξει από κοινού με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και μόνον, το κοινό σύνταγμα του κράτους, που θα απηχεί την ιστορία, τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα, αλλά και τους προσανατολισμούς των νομίμων κατοίκων, δηλαδή των δύο κυρίως κοινοτήτων της Κύπρου, της ελληνικής και της τουρκοκυπριακής αντιστοίχως. Στο πλαίσιο του προσανατολισμού του κοινού κράτους, ομοσπονδιακής ή όχι δομής, έχει σημασία η λειτουργία της δημοκρατικής αρχής για το σύνολο του πληθυσμού, πράγμα που συνεισφέρει αφενός στην ενσωμάτωση και στην άμβλυνση εθνικών ή άλλων αντιθέσεων και αφετέρου στην εμπέδωση καθεστώτος πολιτιστικής αυτονομίας.
Το κράτος οφείλει να υπηρετεί ως δομή και ως συνταγματική λειτουργία τους κανόνες και τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου, ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, που σημαίνει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την πρόταξη των ατομικών ελευθεριών, καθώς επίσης και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Η εμπέδωση σύγχρονων δομών στο κυπριακό κράτος δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί σε μια παρέκβαση δημοκρατίας, όπου θα συμφωνείται η ανεδαφική, ιδιαίτερα για την κυπριακή περίπτωση, εκ περιτροπής προεδρία και θα παραβιάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η λειτουργία της δημοκρατικής αρχής στο σύνολό της.
Η προεδρία, δηλαδή ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας οφείλει να ενώνει και να μη διαιρεί τον λαό, αφού εν προκειμένω ο Πρόεδρος για να ενώνει πρέπει να ψηφίζεται από τον λαό στο σύνολό του. Μόνο έτσι ο πρόεδρος είναι πρόεδρος όλων των πολιτών. Η εκ περιτροπής προεδρία δεν ενώνει, διαιρεί, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται δυσλειτουργική, αφού για λόγους στενόκαρδων, ούτω καλούμενων εθνικών συμφερόντων, οι κοινότητες θα μπλοκάρουν αποφάσεις, που δεν τις ευνοούν ως μέρος, πλήττοντας έτσι το συμφέρον των πολλών ή του συνόλου, με αποτέλεσμα να οδηγείται το σύστημα σε κατάρρευση.
Στην περίπτωση αυτή, η τουρκική πλευρά, που δεν ευνοεί το κοινό κράτος, αξιοποιεί τις αδυναμίες λειτουργίας της ομοσπονδιακής δομής και με την πρώτη πολιτική κρίση, για την υπέρβαση της οποίας απαιτείται η συναίνεση των μερών, οδηγεί τα πράγματα και το σύστημα κατά τα πρότυπα του συντάγματος της Ζυρίχης με την κρίση του 1963 - 1964, σε κατάρρευση, με επακόλουθο την κρατική αυτονόμηση των δύο επιμέρους κρατιδίων και τη διάλυση της ομοσπονδιακής δομής. Σε αυτό το ενδεχόμενο, εξαιρετικά επικίνδυνο για την ελληνική πλευρά σενάριο, θα ελέγχεται ο βορράς και θα παραμένει απροστάτευτος και μετέωρος ο νότος. Θα πρόκειται για μια εφιαλτική εξέλιξη, που δεν εννοούν να κατανοήσουν όλοι όσοι προστρέχουν σε μιαν άνευ ετέρου αναζήτηση δυνατοτήτων εξεύρεσης άμεσης λύσης, χωρίς να προβλέπουν τις επιπτώσεις μιας τέτοιας βεβιασμένης κίνησης, η οποία μπορεί να έχει και ευρύτερες επιπτώσεις για τον Ελληνισμό.
Πέραν τούτου, όλοι όσοι απαιτούν και αγωνίζονται για μια λύση βιώσιμη βασισμένη στους κανόνες του διεθνούς δικαίου και της δημοκρατικής αρχής χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως «απορριπτικοί». Το θέμα, πρωτίστως, συνίσταται στον σεβασμό της τρισχιλιετούς ελληνικής ιστορίας της Κύπρου και του ελληνικού της πολιτισμού, κατά τη συνομολόγηση του πλαισίου ίδρυσης του κυπριακού κράτους. Ο πολιτισμός, και εν προκειμένω ο ελληνικός πολιτισμός, αποτελεί ένα αγαθό, θεμέλιο της ύπαρξης του Ελληνισμού της Κύπρου, που κατ’ επανάληψιν υπερασπίστηκε η Κύπρος, τόσο στον αντιαποικιακό, εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955 - 1959, όσο και στο δημοψήφισμα του 2004, στο πλαίσιο του οποίου ήχησε το βροντερό ΟΧΙ του κυπριακού Ελληνισμού στο ξενόφερτο Σχέδιο Ανάν.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




