Η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει διά πυρός και σιδήρου τον στρατηγικό της σχεδιασμό για ηγεμόνευση στη Μέση Ανατολή, όπου η μόνη αξιόπιστη αντίπαλη δύναμη που βρίσκεται στην περιοχή και μάχεται απέναντι στις δυνάμεις του Ερντογάν είναι το κουρδικό στοιχείο

Η Άγκυρα, προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον πρόβλημα που υφίσταται στους κόλπους της εδώ και δεκαετίες, που συνίσταται στην κουρδική απειλή, η οποία λειτουργεί ως ωρολογιακή βόμβα για τη διάσπαση της κρατικής της οντότητας, επέδραμε εναντίον των κουρδικών περιοχών στη βόρεια Συρία με την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας». Η επωνυμία της αιματηρής αυτής επιθετικής επιχείρησης, που θυμίζει τη λεγόμενη «Ειρηνευτική επιχείρηση» εναντίον της Κύπρου, είναι φυσικά τραγικά αντιφατική και θλιβερή, στον βαθμό που δεν συγκινεί κανέναν στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Αντιθέτως, όπως συμβαίνει συνήθως, ο επιτιθέμενος, όντας αποτελεσματικός, λαμβάνει τα εύσημα από τον διεθνή παράγοντα ως χώρα που θέτει στρατηγικούς στόχους και τους υλοποιεί, ανεξαρτήτως παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου και άλλων ζητημάτων που αφορούν στον πολιτικό πολιτισμό και την κρατική κυριαρχία.

Με πρόφαση τη διεθνή ανησυχία που δημιουργήθηκε εξαιτίας της εκδήλωσης ισλαμικών εξτρεμιστικών κινήσεων στον χώρο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, η Τουρκία του Ερντογάν επιτίθεται στη βόρεια Συρία, προκειμένου να υλοποιήσει τα σχέδιά της για ηγεμόνευση στην περιοχή. Πρόκειται για μια επιθετική κίνηση που αντιμετωπίζεται με ένοχη σιωπή από τους πάντες. Ο διεθνής παράγων βρίσκεται σε στάση αμηχανίας και προκλητικής αδιαφορίας ενώπιον της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής στη Συρία και το Ιράκ. Οι Κούρδοι μάχονται μόνοι, αμύνονται κατά τρόπο ηρωικό απέναντι στις ορδές του τουρκικού στρατού. Σημειωτέον, οι Κούρδοι είναι εκείνοι που στήριξαν ενόπλως και με κόστος την υπόθεση της αντιμετώπισης της ισλαμικής τρομοκρατίας των ISIS στην περιοχή, όντας η μόνη αξιόπιστη και αξιόμαχη συμμαχική δύναμη των Αμερικανών στον χώρο. Η Ουάσιγκτον εν προκειμένω τηρεί σιγήν ιχθύος και δεν συνδράμει τους συμμάχους της σε μια υπόθεση, που στην ουσία είναι και δική της.

Η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει διά πυρός και σιδήρου τον στρατηγικό της σχεδιασμό για ηγεμόνευση στη Μέση Ανατολή, όπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η μόνη αξιόπιστη αντίπαλη δύναμη που βρίσκεται στην περιοχή και μάχεται απέναντι στις δυνάμεις του Ερντογάν είναι το κουρδικό στοιχείο. Η ουσία του ζητήματος είναι πώς η Άγκυρα πορεύεται χωρίς καμία ουσιαστική διεθνή παρέμβαση. Η εξέλιξή της σε ηγεμόνα αποτελεί ένα σενάριο χωρίς προηγούμενο, όπου τείνει να κυριαρχήσει σε έναν από τους γεωστρατηγικά ζωτικότερους χώρους του κόσμου.

Η Θουκυδίδειος προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής πως ο ισχυρός επιβάλλεται όσο του επιτρέπει η ισχύς του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του, επιβεβαιώνεται και στις πραγματικότητες που βρίσκονται εν εξελίξει στη Μέση Ανατολή. Ενώπιον αυτής της πραγματικά δύσκολης και επικίνδυνης κατάστασης που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η απουσία του διεθνούς δικαίου, Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν μόνες και μετά συμμάχων να σχεδιάσουν, να αναπτύξουν στρατηγικές αντιμετώπισης του τουρκικού ιμπεριαλισμού, που εκτυλίσσεται με νομοτελειακή πορεία. Μετά τη Μέση Ανατολή θα έρθει η σειρά του Αιγαίου, του οποίου την κυριαρχία, ούτως ή άλλως, εμπράκτως εδώ και πολλά χρόνια αμφισβητεί η Άγκυρα. Η Κύπρος ακολουθεί ως προβλεπόμενο στάδιο υλοποίησης των τουρκικών σχεδιασμών, ευρισκόμενη ήδη σε συνθήκες στρατιωτικής κατοχής του βόρειου τμήματός της.

Αυτό έχει ως άμεσο επακόλουθο τη στρατηγική ομηρία της από την Άγκυρα και την παράδοσή της ως χώρου στην τουρκική ηγεμονική προέλαση. Πρόκειται, εν προκειμένω, για ένα απειλητικό σενάριο για τον Ελληνισμό και την περιοχή, το οποίο στον σύγχρονο κόσμο της διεθνούς αναρχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απίθανη εξέλιξη, που επιβαρύνει επί τα χείρω τα εθνικά συμφέροντα.

Τα κράτη, τα έθνη έχουν υποχρέωση διαρκούς επαγρύπνησης και σταθερής, αδιάλειπτης αμυντικής αποτρεπτικής ετοιμότητας. Λευκωσία και Αθήνα είναι υποχρεωμένες ως δύο κρατικές οντότητες του Ελληνισμού να προχωρήσουν στην εκπόνηση άμεσων στρατηγικών κινήσεων αντιμετώπισης της επερχόμενης τουρκικής επεκτατικής θύελλας. Η υποχρέωση της πολιτικής και των πολιτικών συνίσταται, όχι τόσο στη διαχείριση του παρόντος, αλλά πολύ περισσότερο στην πρόβλεψη του μέλλοντος και στον σχεδιασμό αντιμετώπισης επερχομένων εξελίξεων. Τούτο καταγράφει η σοφία της Θουκυδίδειας λογικής, που αδιαλείπτως επιβεβαιώνεται στην ιστορία των κρατών διά μέσου των αιώνων.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο